1083
O Τιμ Μπάρτον παραλαμβάνει το βραβείο του από τη Μόνικα Μπελούτσι, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Λυών. Σύμφωνα με το Paris Match, εκεί γεννήθηκε ο έρωτας τους | CreativeProtagon/GettyImages

Η Μόνικα, ο Τιμ και οι έρωτες της ωριμότητας

Μαρία Δεδούση Μαρία Δεδούση 23 Φεβρουαρίου 2023, 15:20
O Τιμ Μπάρτον παραλαμβάνει το βραβείο του από τη Μόνικα Μπελούτσι, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Λυών. Σύμφωνα με το Paris Match, εκεί γεννήθηκε ο έρωτας τους
|CreativeProtagon/GettyImages

Η Μόνικα, ο Τιμ και οι έρωτες της ωριμότητας

Μαρία Δεδούση Μαρία Δεδούση 23 Φεβρουαρίου 2023, 15:20

Παρακολουθώντας την πολύ δημόσια συζήτηση για τη Βανδή και τον Μπισμπίκη, αλλά και για τη Μόνικα Μπελούτσι και τον Τιμ Μπάρτον, τα διαβάζεις όλα: Η πανέμορφη και το τέρας, ο πανέξυπνος και η ωραία βαρεμένη, τα τσιφτετέλια ή ζεϊμπέκικα (λίγη σημασία έχει), οι παγέτες και οι κοιλιακοί –φέτες ή τρίμματα–, πρέπει ή δεν πρέπει να φωνάζουμε τους έρωτές μας, ποιοι είναι όλοι αυτοί κ.λπ.

Το μόνο που απουσιάζει είναι ο πραγματικός ελέφαντας που έχει στρογγυλοκαθίσει στον καναπέ και μας παρακολουθεί τρώγοντας πατατάκια χωρίς αλάτι, επειδή είναι κι αυτός κάποιας ηλικίας και έχει χοληστερίνη:

Πώς είναι να ερωτεύεσαι μετά τα 50;

Who wants to li(o)ve for ever?

Οταν είσαι νέος –πιο νέος για την ακρίβεια, διότι ποιος ορίζει τελικά πού τελειώνει το νέος;– σου συμβαίνει ανυπερθέτως το εξής: Νομίζεις ότι όλα, συμπεριλαμβανομένου πρωτίστως του εαυτού σου, θα διαρκέσουν για πάντα.

Μαζί με τον εαυτό σου και ό,τι σχετίζεται με αυτόν. Οι έρωτές σου, ως τυχαίο παράδειγμα. Ο γάμος σου ως ακόμη τυχαιότερο, και μπορεί να μην πτοείσαι από τα στατιστικά που μπορεί να απαξιώνεις, αλλά λένε πάντα την αλήθεια.

Πέντε χιλιάδες «για πάντα» και κάνα δύο διαζύγια μετά, σου συμβαίνει το εξής: Εχεις ξοδέψει ώρες ατελείωτες (και ακόμη πιο ατελείωτα ευρώ) με τον-την ψυχολόγο σου, σου έχει εξηγήσει με εξαντλητικές λεπτομέρειες γιατί δεν πρέπει να ενθουσιάζεσαι με τον πρώτο-την πρώτη που θα σου πει «σ’ αγαπάω» και νομίζεις ότι πλέον έχεις περάσει στην αντιπέρα όχθη, έχεις εμπεδώσει ότι η αγάπη είναι κάτι που χτίζεται με το χρόνο, οι ενθουσιασμοί είναι μάταια πράγματα, είσαι ένας ώριμος άνθρωπος και συνεχίζεις στωικά τη ζωή σου έως ότου γνωρίσεις κάποιον που να αξίζει τον κόπο, να έχει όλα τα εχέγγυα ότι θα είναι σταθερός και συγκεντρωμένος και θα ζήσεις μαζί του μια ήρεμη πλην γεμάτη ζωή –όση σου μένει δηλαδή.

Και αν δεν τύχει, δεν πειράζει, εσύ στην ωριμότητά σου τους έχεις ξεπεράσει τους έρωτες, ξέρεις πλέον.

Ναι, καλά.

Και μετά…

Και μετά άσ’ τα να πάνε, διότι ένα πρωί/μεσημέρι/βράδυ/οτιδήποτε, κάπου έρχεται ένας και σου σκάει ένα χαμόγελο ή σου λέει μια ατάκα που σου κάνει «κλικ» και σου φεύγει όλη η βεβαιότητα που έχεις συσσωρεύσει επί χρόνια, κλαίγοντας τους χαμένους έρωτες της νιότης και θρησκευτικά ταγμένος στις σταθερές αγάπες της ωριμότητας.

Δεν σταματάμε ποτέ να ερωτευόμαστε. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο, συγγνώμη αν σας χαλάω τις βαρετές αλλά ασφαλείς βεβαιότητες. Το ερώτημα είναι αν αλλάζει ο τρόπος που μας συμβαίνει αυτό.

Και επειδή είναι ωραίο να είμαστε ακριβολόγοι, λέω «μας συμβαίνει», διότι το ερωτεύομαι είναι παθητικό ρήμα. Ή μήπως τελικά όχι;

Είναι δύσκολο να ερωτεύεσαι μετά τα 50, λέω 50 για να έχουμε μια τάξη μεγέθους και φυσικά μιλάω για τις γυναίκες, δεν έχω ιδέα πώς ερωτεύονται οι άντρες· αν ήξερα, θα είχα πάρει Νομπέλ, θα είχα γράψει βιβλίο και θα ήμουν πλούσια. Και όλες εσείς θα ήσασταν ευτυχισμένες και θα πίνατε νερό στ’ όνομά μου.

Δεν έχω ιδέα όμως. Πίστεψα στη ζωή μου ότι με είχαν ερωτευτεί τρελά άντρες που δεν ήξεραν ότι υπάρχω και με ερωτεύτηκαν τρελά άντρες που δεν το πήρα χαμπάρι ποτέ. Αυτή είναι και η μαγεία του πράγματος όμως: ο έρωτας είναι και λίγο ρωσική ρουλέτα, συχνά με έξι σφαίρες στο περίστροφο, αλλά πού να ξέρεις;

Είναι δύσκολο, λοιπόν να ερωτεύεσαι στα 50+, πολλές οι ανασφάλειες, πολλές οι συσσωρευμένες ματαιώσεις, πολλή η βαρεμάρα επίσης, πού να τρέχεις τώρα, έχει μια καλή σειρά το Netflix, άσ’ τον, που σημαίνει με απλά λόγια «κι αν αποδειχθεί άλλος ένας κρετίνος;». Οτι μπορεί να έχεις υπάρξει στο παρελθόν εσύ ο κρετίνος της υπόθεσης δεν σου περνάει από το μυαλό, οι ματαιώσεις αυτό κάνουν τελικά: μια ατελείωτη αυτοθυματοποίηση αγκαλιά με την αυτοδικαιολόγηση.

Δεν σου περνάει ΚΑΝ από το μυαλό ότι ίσως ο έρωτας και η έκβασή του τελικά να είναι στο χέρι σου…

Μετά είναι και το σεξ.

Είμαι αρκετά καλή; Κρατάει το σώμα μου; Μα, έχει τόσες 25χρονες εκεί έξω, πω… κρέμασε η κοιλιά μου, άλλη μια ρυτίδα εδώ, τρεις παραπέρα, χάλι η κατάσταση. Ναι, αλλά κοίτα το Δεσποινάκι που λιώνει στη γυμναστική… Κι εγώ λιώνω στο δρομολόγιο υπολογιστής/νεροχύτης/καναπές/ας πιω κι ένα ουίσκι να με πάρει ο ύπνος/τερματικός σταθμός, εδώ κατεβαίνετε.

Δύσκολο πρότζεκτ ο έρωτας

Ούτως ή άλλως είναι δηλαδή, πολλώ δε μάλλον όταν έχεις και άβαφη ρίζα.

Πολύ δυσκολότερο σε έναν κόσμο που σε βομβαρδίζει με εικόνες πολύ νέων και πολύ όμορφων ανθρώπων που κυλιούνται ερωτευμένοι, ημίγυμνοι και αψεγάδιαστοι στα χωράφια.

Μοιραία μαθαίνεις υποσυνείδητα να τον συνδέεις με την οπτική τελειότητα.

Ομως, αν κοιτάξουμε και πίσω στη ζωή μας, τότε που κυλιόμασταν κι εμείς αψεγάδιαστοι στα χωράφια, ήμασταν όντως τόσο αψεγάδιαστοι;

Ερωτευόμασταν ποτέ κοιλιακούς-φέτες και τέλειες αναλογίες; Ή απλώς οι άνθρωποι που ερωτευτήκαμε και μας ερωτεύτηκαν ήταν κι εκείνοι τότε νέοι και μας φαινόταν ότι το βασικό τους ατού ήταν η εμφάνισή τους;

Και αν μέναμε μαζί, δεν θα έπεφτε ο ρημάδης ο κοιλιακός κάποτε; Δεν θα άσπριζε το μαλλί; Δεν θα βάθαινε η ρυτίδα;

Τι θα έμενε;

Αυτό που είχαμε δει κάποτε κάτω από όλα αυτά. Και αυτό το «κάτω από όλα αυτά» δεν παύει να υπάρχει όταν παλιώνει το περίβλημα.

Συνεπώς, μπορείς να το διακρίνεις –και πιο εύκολα– όταν πλέον ξέρεις και έχεις καταλάβει όλα όσα έχουν σημασία για σένα.

Ολα αυτά με την προϋπόθεση ότι επέτρεψες στον εαυτό σου να ωριμάσει και δεν τον έβαλες σε μια συναισθηματική φορμόλη, καταδικάζοντάς τον να επαναλαμβάνει εφηβικές διαδικασίες μέχρι να πεθάνει. Σαφώς υπάρχει αυτή η κατηγορία και είναι και μεγάλη, η μεγαλύτερη, είναι πιο εύκολο αυτό από το να παιδεύεσαι με συνειδητοποιήσεις και σκέψεις.

Σκέψου, λοιπόν, ότι ο Τιμ Μπάρτον ξυπνάει δίπλα σε μια Μόνικα Μπελούτσι άβαφη, με το μαλλί στην πρίζα και τα χάπια της πίεσης στο συρτάρι της. Μια Μόνικα χωρίς τα Dolce Gabbana και τη γοβάρα. Μια Μόνικα σχεδόν 60 ετών, που το πάλεψε όμως πολύ γενναία να συμβιβάσει το «είμαι sex symbol» με το «είμαι μια γυναίκα που μεγαλώνει και κάτι θέλω να κάνω με τον εαυτό μου».

Και μια γυναίκα που μεγαλώνει και κάτι θέλει να κάνει με τον εαυτό της, ερωτεύεται εκείνον που θα έπρεπε να έχει ερωτευτεί από τα 20, αλλά στα 20 ήμασταν χάπατα:

Εναν άνθρωπο που έχει κάτι να της πει, κάτι να της προσθέσει, κάτι να περιμένει από αυτόν κάθε πρωί που ξυπνάει με το μαλλί στην πρίζα.

Κάποιον που θα την κάνει καλύτερο άνθρωπο, απαλλαγμένο από το άγχος της εμφάνισης.

Κάποιον που μπορείς να μιλήσεις μαζί του πέντε λεπτά και να έχει γεμίσει όλη σου η μέρα, χωρίς χωράφια, χωρίς ημίγυμνες καλλιτεχνικά άρτιες ακροβασίες, χωρίς φόβο, με πολλή γενναιότητα όμως και πάρα πολύ πάθος.

Οπως όλα τα ώριμα πράγματα, έτσι και ο έρωτας από ένα σημείο και μετά: Δεν θέλει πολλές φωνασκίες να γεμίζουν άσκοπα τον χώρο.

Είναι μια προσωπική διαδικασία που δοκιμάζει τελικά και όλα όσα κατάφερες και έγινες στη μέχρι τώρα ζωή σου.

Είναι ο καθρέφτης σου.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News

Διαβάστε ακόμη...

Διαβάστε ακόμη...