Advertisement

1582
Ο Διονύσης Τσακνής. Γεμάτος κλισέ | Menelaos Myrillas / SOOC

Με την πλάτη στο μέλλον

Ανδρέας Πετρουλάκης Ανδρέας Πετρουλάκης 9 Δεκεμβρίου 2017, 21:49
Ο Διονύσης Τσακνής. Γεμάτος κλισέ
|Menelaos Myrillas / SOOC

Με την πλάτη στο μέλλον

Ανδρέας Πετρουλάκης Ανδρέας Πετρουλάκης 9 Δεκεμβρίου 2017, 21:49

Δεν θέλω να μπω ούτε στην αφορμή ούτε στην ουσία της δημόσιας αντιπαράθεσης του Πάσχου Μανδραβέλη με τον Διονύση Τσακνή. Θέλω μόνο να σταθώ στον ίσκιο που κάθεται βαρύς πάνω στην απάντηση του συνθέτη που αποδεικνύει πόσο συνεπής είναι εδώ και δεκαετίες που τραγουδάει «γυρίζω την πλάτη μου στο μέλλον». Φυσικά, δεν γίνεται αλλιώς, αφού το βλέμμα του είναι σταθερά προσηλωμένο στο παρελθόν. Δεν είναι ο μόνος — συμβαίνει σε πολλούς συμπολίτες μας, και είναι η ξεκάθαρη εξήγηση γιατί η χώρα είναι πάντα έτοιμη να βουλιάξει στη δίνη ενός διχασμού. Γιατί τον κουβαλά μέσα της σε χειμερία νάρκη και όταν η στροφή της ιστορίας τον ξυπνήσει ξεπηδά απέθαντος και ρωμαλέος.

Το πρώτο πράγμα που βρήκε να συνεισφέρει ο Διονύσης Τσακνής σε έναν σύγχρονο διάλογο που αφορούσε τις απόψεις του καθενός για την σημερινή Ευρώπη ήταν το περίστροφο στον κρόταφο του πατέρα του, εικόνα που προφανώς έχει κατακυριεύσει το λογισμό του και δεν τον αφήνει να δει τα πράγματα με άλλο τρόπο. Το λέει τόσο ξεκάθαρα όσο και λυρικά ο άνθρωπος, οι κόσμοι είναι δύο, ο δικός μου, του πατέρα μου, της Νατάσσας, των αγωνιστών, των ηρώων, των ιδανικών, των νεκρών της ΕΡΤ, και ο άλλος. Του Μανδραβέλη, των ρουφιάνων, των δοσίλογων, των χωροφυλάκων, των εγκάθετων, του αντικομμουνισμού που σήμερα λέγεται νεοφιλελευθερισμός.

Προεξοφλεί φυσικά ότι στον Πάσχο αρέσουν οι ρουφιάνοι, είναι δυνατόν να γίνεται διαφορετικά; Πώς θα μείνει όρθιο το οικοδόμημα μέσα στο μυαλό του δημοφιλούς συνθέτη αν το κάθε τούβλο δεν είναι στη θέση του; Και φυσικά τοποθετεί εξ ορισμού τον δοσίλογο που κατάδωσε τον πατέρα του στους Γερμανούς, στον κόσμο του αρθρογράφου. «Συμπατριώτης σου, Πάσχο», λέει, μη συναισθανόμενος ασφαλώς την ύβρη, να χρεώνει σε έναν άνθρωπο, αγέννητο τότε, το έγκλημα της κατάδοσης; Αλήθεια, σκέφτηκε ποτέ ότι μπορεί να είναι και λίγο διαφορετικά τα πράγματα; Οτι μπορεί κάποιος να φρίττει με τους δοσίλογους και ταυτοχρόνως να μην θεωρεί την Ευρώπη δικτατορία; ‘Η είναι βαρύ φορτίο μια τόσο σύνθετη σκέψη, έξω από τη μηχανική παραγωγής στεροετύπων;

Και φυσικά είναι σίγουρος ότι στις παρέες των άλλων, εκείνου του άλλου κόσμου, του ξένου στην πατρίδα του Τσακνή, οι συμπατριώτες του Μανδραβέλη λένε τον εμφύλιο συμμοριτοπόλεμο. Εχει άραγε ποτέ διαβάσει στα χιλιάδες κείμενα του αρθρογράφου αυτήν τη λέξη που του χρεώνει ανεδοίαστα; Ή μήπως νομίζει ότι φοβάται να την πει δημοσίως εφόσον τον εκφράζει; Προφανώς η εξήγηση να μην χρησιμοποιεί ποτέ τον όρο και να μην είναι κομμουνιστής δεν αντέχεται από τα κλισέ του μυαλού του.

Ε, λοιπόν, ας ξέρει ο κ. Τσακνής ότι στις παρέες των άλλων δεν περνούν τις μέρες τους μιλώντας για τη «βιωματική» ιστορία στην οποία είναι κολλημένη η σκέψη η δική του. Αυτά ανήκουν στην κανονική ιστορία και ο κόσμος σήμερα αγωνιά για την πραγματική ζωή, για τα πραγματικά προβλήματα του παρόντος και κυρίως για το μέλλον. Όσο και αν αυτό ταράσσει την τακτοποιημένη του σκέψη των εχθρών και φίλων αίματος, οι υπόλοιποι, θα μας επιτρέψει, σκεφτόμαστε με όρους ειρήνης, δημιουργίας και προόδου της χώρας. Και δεν έχουμε καμία διάθεση να μένουμε προσκολλημένοι στις χειρότερες στιγμές της επειδή υπάρχουν κάποιοι που έχουν ανάγκη ένα αιώνιο ηρωολόγιο να αναφέρονται.

Τι έγραψε ο Διονύσης Τσακνής

Επειδή σε πρόσφατο «καλοπληρωμένο» σου ρυπαρογράφημα, πιάνεις στη γραφίδα σου το όνομά μου συνδέοντάς το με αυτό της καλής μου συναδέλφου Νατάσας Μποφίλιου, θα ήθελα να σου πω εντελώς τηλεγραφικά, κάποια πράγματα, τα οποία προφανώς και λογικώς, αγνοείς:

Ωρέ Πάσχο Μανδραβέλια, ωρέ τσολιά εσύ της στοχαστικής τάχα, αλλά και στοχευμένης δημοσιογραφίας στις δυο Ελλάδες που υπήρξαν μετά τον εμφύλιο, τόσο εγώ όσο και η Νατάσα, ανήκαμε στη μία. Εσύ, προφανώς στην άλλη. Έτσι μεγαλώσαμε, τι να κάνουμε! Καταλαβαίνω τη δηλητηριώδη επίθεση που οργανώνετε εναντίον της. Πολύ θα θέλατε (αλλά δε θα σας περάσει) να αποφασίζετε και για το ποιος έχει δικαίωμα έκφρασης άποψης.

Έλα λοιπόν να σου εξηγήσω ωρέ Πάσχο μου τι σημαίνει βιωματική (και όχι μόνο) ιστορία:

Ένας σώφρων εθνικά σκεπτόμενος συμπατριώτης σου και μάλιστα χωρίς κουκούλα συνέλαβε τον πατέρα μου για τον δώσει στους Γερμανούς, με το περίστροφο στον κρόταφο. Το τι ακολούθησε μπορείς να το υπολογίσεις. Κάτι θα πήρε το μάτι σου, κάτι θα διάβασες, κάτι θα σου έμεινε από τα τόσα ψέματα των … κομουνιστοσυμμοριτών. (έτσι δεν τους λέτε στις συνάξεις σας;).

Θα μου πεις τώρα, πως επιτέλους, όλα ελέγχονται από την ευρύτερη συντροφιά σου, όπου από κοινού επιχειρείτε το ξαναγράψιμο της ιστορίας. Το συνήθειο όμως να κρατάτε φακέλους, σας έμεινε κουσούρι. Πώς αλλιώς να εξηγήσω, ότι κρατάς αρχείο των άρθρων μου από το 2002; Ψάξε και πιο πίσω απ’ το 1996 μέχρι το 2011 έγραφα στην ίδια εφημερίδα!

Ωρέ Πάσχο Μανδραβέλια, ο ρουφιάνος είναι κάτι που από γεννησιμιού μου με απωθεί. Τον είχα έξω από το σπίτι, μέσα στο πανεπιστήμιο μέσα στο σπουδαστικό της Ασφάλειας της Αθήνας και του Πειραιά. Έμαθα με τα χρόνια να τον αναγνωρίζω όπως και να ήταν ντυμένος, ό,τι δουλειά και αν έκανε, ακόμα κι αυτή του «δημοσιολόγου». Εσένα πάλι, σου αρέσει, αλλά γι’ αυτό – πίστεψέ με- δε μπορώ να κάνω τίποτα.

Τώρα, αν κάποιο άρθρο μου εναντίον της διαχρονικής ρουφιανιάς, αποτέλεσε την αιτία να επιλεγώ κάποια στιγμή ως Πρόεδρος της ΕΡΤ, τι να πω θα σε γελάσω και δε θέλω! … Ανταμείφθηκα λοιπόν και κάποια στιγμή που εγώ επέλεξα, γύρισα στα γνώριμά μου μέρη. Εσύ – λύσε μου σε παρακαλώ την απορία- τι προσδοκάς σηκώνοντας το δάχτυλο;

Ωρέ Πάσχο Μανδραβέλια, οι άνθρωποι, όταν διαθέτουν εκείνα τα στοιχεία που τους επιτρέπουν να λέγονται έτσι, δε φοβούνται. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο, σου παραθέτω αυτολεξεί το τότε μου σημείωμα στην εφημερίδα και –πίστεψέ με – το υπογράφω ακόμα φαρδιά – πλατιά! Εσύ όμως και η παρέα σου, εξακολουθείτε ακόμα να φωνάζετε πού και πού: «Γερούν βάστα γερά»;;;

Αγαπητέ μου ρουφιάνε

Να που η υπομονή ανταμείβεται. Να που η ζωή κάνει κύκλους και σε φέρνει πάλι μπροστά, να που η τιμημένη ιστορία και πρακτική σου, γίνεται πλέον καθεστώς επίσημο και μάλιστα με διεθνή αναγνώριση. Να που ήρθε πλέον η ώρα να μην ντρέπεσαι για το αρχαιότερο μετά την πορνεία, κοινωνικό σου λειτούργημα.

Πέρασες και μαζί σου περάσαμε όλοι μας, δύσκολες μέρες. Βουβάθηκες (επισήμως τουλάχιστον) χρόνια πολλά. Συκοφαντήθηκες, απαξιώθηκες, προπηλακίστηκες λόγω και έργω, στο μέγιστο βαθμό. Καταλάβαινα τη θέση σου και σου συμπαραστεκόμουνα, (σιωπηρώς βέβαια) με όλη δύναμη της ψυχής μου. Έχασες όλ’ αυτά που με θυσίες και κόπο κατάκτησες, είτε φορώντας κουκούλες επί κατοχής, είτε καταδίδοντας αργότερα στις Αρχές, τους εχθρούς του έθνους.

Ξέρω πως η απραξία χρόνων, σε ταλαιπώρησε. Έχασες τη φόρμα σου, σαν τον αθλητή που ένας τραυματισμός τον άφησε έξω απ’ τους στίβους για μεγάλο διάστημα. Η θέλησή σου όμως, το κουράγιο, το σθένος σου, μα πάνω απ’ όλα η ίδια σου η ρουφιάνικη φύση, σε φέρνει πάλι στο προ(παρα)σκήνιο και ανοίγονται ξανά εμπρός σου σελίδες λευκές, για να καταγράψεις τις νέες, ένδοξες πράξεις σου. Όχι άλλες άδειες περιπτέρου όπως τότε μετά τον εμφύλιο. Όχι άλλα θυρωρεία όπως μετά το ’60. Τώρα η ανταμοιβή για τον κόπο σου, πέρα φυσικά, απ’ την δημόσια αναγνώριση των υπηρεσιών σου, θα είναι μεγάλη. Μέγιστη θα μπορούσα να πω, που ούτε ο μοναδικός 6ρης του ΛΟΤΤΟ ύστερα από αλλεπάλληλα τζακ ποτ μπορούσε να φανταστεί.

Τι να τα κάνεις όμως τα λεφτά μπροστά στη δόξα! Για σκέψου λιγάκι. Και μόνο ότι θα βγεις στο οικουμενικό παράθυρο για να ανακοινώσεις τον τρόπο που σε έφερε κοντά στη μεγάλη σύλληψη, τα συγχαρητήρια των γειτόνων, των διωκτικών Αρχών, του μεγάλου πρεσβευτή και τόσων άλλων, τα παράσημα στο στήθος σου, δεν είναι πράγματα πιο ζηλευτά κι’ από τα όποια δισεκατομμύρια που θα εισρεύσουν στο λογαριασμό σου; Θυμήσου τους προγόνους σου και θα συμφωνήσεις μαζί μου. Φέρε στο νου τον Εφιάλτη, τον Ισκαριώτη, τον κουκουλοφόρο, τον ψευδομάρτυρα. Η αμοιβή τους ήταν από τριάντα αργύρια, μέχρι μια θέση αγροφύλακα στην ορεινή Καρδίτσα, ενώ η δόξα και η φήμη τους, γνωστή ανά τους αιώνες. Και να σου πω και κάτι άλλο; Τώρα, σου δίνεται και ένα ακλόνητο άλλοθι. Ενώ παλιότερα κάποιοι θα μπορούσαν να σου πετάξουν κατάμουτρα, πως τάχα ο Εφιάλτης πρόδωσε στους εχθρούς, μια ολόκληρη Πατρίδα, σήμερα, ποιος θα μπορούσε να σε ψέξει, όταν εσύ καταδίδεις έναν εχθρό της Πατρίδας, στην ίδια σου την Πατρίδα; Ε; Το σκέφτηκες αυτό; Στο κάτω- κάτω της γραφής, εσύ δεν κάνεις διακρίσεις. Εσύ το κάνεις για να διατηρήσεις την φυσική σου κατάσταση, για να είσαι πάντοτε εναργής και ετοιμοπόλεμος, για να μην σκουριάσεις βρε αδελφέ.

Εκπαιδεύτηκες βλέπεις, όλ’ αυτά τα χρόνια της υπομονής, σε όλους τους χώρους. Στον λεγόμενο επαγγελματικό στίβο, έμαθες να τραβάς την καρέκλα του διπλανού σου, να «ενημερώνεις» το αφεντικό σου, πως ο άμεσος προϊστάμενος σου, δεν υπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα της επιχείρησης (του αφεντικού σου), να παρουσιάζεις για δικές σου τις προτάσεις των υφισταμένων σου (στο αφεντικό σου), να υποτιμάς το έργο και τις δυνατότητες κάποιων που κατά τη γνώμη σου επιβουλεύονται τη θεσούλα σου και να τους διαβάλλεις (πάντα στο αφεντικό σου).

Τη φράση «όχι εγώ, αυτός», την έμαθες από πολύ μικρός. Και μαζί μ’ αυτήν, έμαθες να σκύβεις, να γλείφεις, να κολακεύεις, να κάθεσαι στα γόνατα του κάθε κοιλαρά, να γίνεσαι ερωμένη και εραστής εξ’ επαγγέλματος (για επαγγελματικούς λόγους φυσικά), να μελετάς την επόμενη κίνηση με ακρίβεια χειρουργείου, να ακονίζεις το μυαλό σου για την επόμενη κακιούλα, την επόμενη διαβολή, την επόμενη ρουφιανιά. Μαθήτευσες τέλος, στα τηλεπαράθυρα και απέκτησες το διδακτορικό σου, από μαιτρ του είδους. Στους Κουφοντίνες, τις πίτσες και τα ντιλίβερι, (από κει προέρχεται και το γνωστό νταλαβέρι) θα κολλήσεις τώρα εκπαιδευμένε μου;

Δέξου λοιπόν, να σου αφιερώσω αυτό το ρεφρέν από ένα παλιότερο τραγούδι μου με τίτλο «Εφιάλτης» και ας αρχίσουν δοξασμένε μου, οι παιάνες και τα εμβατήρια της απανταχού ρουφιανιάς.

Έχω δοξάσει ΕΓΩ τους τριακόσιους της Σπάρτης.

Τριάντα αργύρια πήρα για κάποιον Χριστό.

Σε δίκες στημένες, ανέκαθεν, ήμουνα μάρτυς.

Με μαύρη κουκούλα με είχανε, σκύλο πιστό.

ΕΓΩ κρατάω της πόλης ξανά, το μυστικό.

Διονύσης Τσακνής».