Βαγγέλης Ραπτόπουλος: Η αδικία μπορεί να φέρει εμφύλιο
Βαγγέλης Ραπτόπουλος: Η αδικία μπορεί να φέρει εμφύλιο
Το ραντεβού ήταν για τις 17.30, στο καφέ του βιβλιοπωλείου, στη στοά. Εκείνη έφτασε πρώτη – μισή ώρα πριν – και τους περίμενε. Είχε, μάλλον, μεγάλη αγωνία και ανυπομονησία για τη συνέντευξη και τη γνωριμία με τον συγγραφέα. Δεν είχε προλάβει να παραγγείλει τον καφέ της όταν έφτασε ο δεύτερος – κι εκείνος νωρίτερα. Μάλλον κι η δική του αγωνία ήταν μεγάλη. Ή, μήπως, ήταν απλός επαγγελματισμός; Οι δυο συνεντευκτές και φίλοι αντάλλαξαν χαιρετισμούς και καθημερινές κουβέντες, αλλά λίγες. Δεν πρόλαβαν. Ο τρίτος της παρέας, ο συγγραφέας, ο συνεντευξιαζόμενος, εμφανίστηκε, επίσης νωρίτερα από τη συμφωνημένη ώρα συνάντησης. Η δική του πρόωρη άφιξη ήταν, αναμφίβολα, προϊόν επαγγελματισμού και συνέπειας. Δεν είχε, πια, αγωνία στις συνεντεύξεις. Τόσες είχε παραχωρήσει στη μακρά και επιτυχημένη καριέρα του ως συγγραφέας. Οι επόμενες δύο ώρες κύλησαν σαν το νερό. Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος – γιατί αυτός ήταν ο συνεντευξιαζόμενος συγγραφέας – ήταν όπως ακριβώς τον ανέμεναν οι συνεντευκτές του (που υπογράφουν το παρόν): ενθουσιώδης, παθιασμένος, γενναιόδωρος. Η κυκλοφορία του νέου του βιβλίου, με τίτλο «Η πιο κρυφή πληγή», στάθηκε ικανότατη αφορμή για μια μεγάλη κουβέντα, αποσπάσματα της οποίας θα διαβάσετε παρακάτω.
Διάβασα πρόσφατα ένα άρθρο του Δημήτρη Ψυχογιού -στο Βήμα, αν δεν κάνω λάθος- με αφορμή τις συλλήψεις και τον ξυλοδαρμό των παιδιών στο Βελβεντό Κοζάνης, και έλεγε ότι ουδέποτε κατορθώσαμε να βγάλουμε από πάνω μας τη βία σαν λαός και ότι ο Εμφύλιος ίσως και να μην τελείωσε ποτέ. Οπότε, μια ερώτηση που μου έρχεται πολύ εύλογα και σε σχέση με το καινούριο βιβλίο «Η πιο κρυφή πληγή», είναι: τελείωσε, τελικά, ο Εμφύλιος;
Υπό μία έννοια, τελείωσε. Δεν είναι ακριβώς διένεξη Αριστερών και Δεξιών του Εμφυλίου αυτό που ζούμε σήμερα.
Δεν είναι στρατιωτική διένεξη…
Ή, απλά, δεν είναι οι ίδιοι. Δεν είναι το Κ.Κ.Ε. με τον Σαμαρά που «σκοτώνονται» για να υπάρχει μία – ας το πούμε – αντιστοιχία. Διαμορφώνονται νέα στρατόπεδα, εκείνων που έχουν κι εκείνων που δεν έχουν. Εκείνων που η κρίση –αν δεν τους ευνοεί– πάντως δεν τους θίγει και εκείνων που η κρίση τους συνθλίβει. Με αυτή την έννοια δημιουργούνται δύο στρατόπεδα. Αλλά το βασικό είναι ότι ο Εμφύλιος και, κυρίως, το μετεμφυλιακό κράτος, (διώξεις αντιφρονούντων, ξερονήσια, πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων κ.λπ.) προκάλεσαν τις δυσλειτουργίες του κράτους και των θεσμών, την αναξιοκρατία, την αδικία, τη γενικευμένη ατιμωρησία και ό,τι μπορείς να βρεις ανάλογο με αυτά. Κουκουλώθηκε στραβά το πράγμα και από εκεί και πέρα πήγε έτσι. Σε διάφορες συνεντεύξεις, τον τελευταίο καιρό, λέω ότι εάν δεν είχε γίνει ο Εμφύλιος, θα μπορούσαμε τώρα να ήμασταν Σουηδία. Αλλά θα ήμασταν μια άλλη χώρα. Επίσης, τα τελευταία χρόνια, με τον καταναλωτισμό και την ευμάρεια, κουκουλώθηκαν τα προβλήματα και τώρα, που φεύγει αυτό, που υποχωρούν όλα τα νερά, εμφανίζονται τα προβλήματα με κραυγαλέο τρόπο. Έβλεπα προχθές στις ειδήσεις ότι το 40% των ελεύθερων επαγγελματιών έχουν κλείσει τα βιβλία τους. Το κοιτούσα από περιέργεια γιατί κι εγώ τα έκλεισα πέρυσι. Δηλαδή, 40% του οργανισμού αυτού σημαίνει ότι έχει φαλιρίσει και ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν ασφάλιση και περίθαλψη. Αυτά δεν επιτρέπεται να συμβαίνουν. Όση κρίση και να πέσει στην Αγγλία, δεν θα διαλυθεί μέσα σε ένα χρόνο η περίθαλψη και η ασφάλιση. Όλα ξεκινάνε από το γεγονός ότι η κοινωνία ήταν ήδη δυσλειτουργική, προβληματική και αναξιοκρατική. Δεν δούλευε καλά. Απλώς, με τα λεφτά που υπήρχαν τα τελευταία χρόνια, όλοι έλεγαν «δεν βαριέσαι, θα τα πληρώσω εγώ;» και δεν πολυέδιναν σημασία. Τώρα, ξαναερχόμαστε αντιμέτωποι με όλα αυτά. Βλέπεις, επίσης, ότι είναι τερατώδης η αδικία. Είναι τόσο κάφροι και άχρηστοι οι πολιτικοί των δύο κομμάτων εξουσίας και αδιάφοροι, για αυτό περνάει ο κόσμος. Στοιχειώδης λογική χρειάζεται. Μη βάζεις φόρους στον χαμηλοσυνταξιούχο όταν δεν μπορείς να κυνηγήσεις τη φοροδιαφυγή. Δεν μπορείς να πηγαίνεις να τα ζητάς από εκείνον που παίρνει 500 ευρώ. Αυτή η αδικία είναι κάτι που μπορεί να ξαναφέρει έναν Εμφύλιο. Όχι, φυσικά, με την έννοια ότι θα συνεχιστεί η παλιά σύγκρουση Κ.Κ.Ε. και Δεξιάς. Αλλά αυτό μας κάνει επιρρεπείς.
Δεν μιλάμε, δηλαδή, για έναν Εμφύλιο με ιδεολογικό υπόβαθρο…
Μωρέ, θα το βρει και το ιδεολογικό υπόβαθρο, μη σε νοιάζει. Μπορεί να λέγεται μνημονιακοί–αντιμνημονιακοί ή κάπως να λέγεται. Όπως το βλέπω εγώ, ο πιθανότερος διαχωρισμός είναι φασίστες και μη, γιατί το κυριότερο είναι ότι η Χρυσή Αυγή δεν είναι μόνο αυτή η συμμορία και οι ψηφοφόροι της. Για να εμφανιστεί αυτό και να είναι τόσο δραστήριο και απειλητικό, πρέπει να έχει ευρύτερη συναίνεση από κοινωνικά στρώματα. Δηλαδή, έχει «φασιστικοποιηθεί» – είτε λέει για το Χίτλερ, είτε ξέρει, είτε δεν ξέρει, είτε είναι νεοναζί σαν ιδεολογία, είτε όχι – ένα μεγαλύτερο κομμάτι πληθυσμού. Όπως οι παλιοί ψηφοφόροι του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και της Νέας Δημοκρατίας που είναι τρομερά συντηρητικοί και δείχνουν ανοχή σε όλα αυτά. Δεν τους ενοχλεί, δηλαδή, όταν ακούνε ότι βαράνε μετανάστες. Δεν τους ενδιαφέρει. Πάνε παρακάτω. Όλο αυτό, η ανοχή το δυναμώνει και του δίνει λόγο ύπαρξης. Τέτοια στρατόπεδα βλέπω να δημιουργούνται τώρα. Δεν μπορείς να ξέρεις, βέβαια, πού θα καταλήξει.
Έχω διαβάσει σε ένα παλαιότερο βιβλίο σου (σ.σ. «Ακούει ο Σημίτης Μητροπάνο») ότι ο Έλληνας συγγραφέας, συνήθως, γράφει την αυτοβιογραφία του, αλλάζοντας λίγο τα ονόματα για να προκύψει, με αυτό τον τρόπο, ένα μυθιστόρημα. Σύμφωνα με την επιστήμη της ψυχολογίας, από την άλλη, δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία αυτό που έχει συμβεί πραγματικά, όσο αυτό που θυμάται κανείς. Πώς επηρεάζει, λοιπόν, ο συνδυασμός αυτός τη δημιουργία ενός μυθιστορήματος;
Στο εξωτερικό, που είναι πολλά τα λογοτεχνικά είδη, πας σε ένα βιβλιοπωλείο σαν κι αυτό (υπενθύμιση: η συνέντευξη διεξήχθη σε ένα βιβλιοπωλείο) και βλέπεις κατηγορίες όπως: επιστημονική φαντασία, μεταφυσικό θρίλερ, αστυνομικό θρίλερ, δικαστικό θρίλερ, χωρισμένα σε ράφια. Στο εξωτερικό, λοιπόν, εμφανίζονται συγγραφείς που έχουν γράψει – κατά μέσο όρο – σαράντα βιβλία ο καθένας. Καλλιεργούν το είδος. Επομένως, δεν τίθεται θέμα να είναι αυτοβιογραφία. Στην Ελλάδα, όταν στις αρχές της δεκαετίας του 2000 εμπορευματοποιήθηκε το βιβλίο, επειδή δεν υπήρχαν – και δεν υπάρχουν ακόμα – όλα αυτά τα είδη λογοτεχνίας (το πιο σχετικό λαϊκό είδος μυθιστορήματος ήταν το ιστορικό, άντε και το αισθηματικό), είχαμε ιλιγγιώδη αύξηση των τίτλων. Όχι όμως από συγγραφείς που γράφουνε σαράντα βιβλία, αλλά από συγγραφείς του ενός βιβλίου. Εκεί, είναι πολύ πιθανό κάποιος να γράφει για τη ζωή του. Με αυτή την έννοια το έλεγα εγώ. Για εμένα όμως συγγραφέας είναι αυτός που δεν γράφει τη ζωή του. Ούτως ή άλλως, εγώ, τώρα πια με 24 βιβλία, πόσες ζωές να έχω ζήσει; Οπότε, στο πρώτο σκέλος της ερώτησης, κάτι δεν καταλαβαίνω. Τι ρωτάς ακριβώς;
Μιλάω για κάποιον που μπορεί να έχει γράψει πολλά βιβλία, αλλά σε κάθε ένα από αυτά να βάζει και ορισμένα πραγματικά στοιχεία…
Εννοείται ότι βάζεις και κάποια πραγματικά στοιχεία. Αναπόφευκτα. Και, μάλιστα, ο κόσμος νομίζει ότι κυρίως αυτό γίνεται. Αλλά δεν είναι αυτοβιογραφία.
Συνήθως τα πραγματικά στοιχεία ακουμπούν τον κεντρικό ήρωα;
Όχι, μπορείς να το κάνεις οπουδήποτε αλλά σίγουρα δεν το κάνεις για να παρουσιάσεις τα προσωπικά σου στο κείμενο. Πάρε για παράδειγμα το τελευταίο μου βιβλίο (σ.σ. «Η πιο κρυφή πληγή»): Εγώ είχα από την αρχή μια σύλληψη, ότι, δηλαδή, είναι ένα παιδί που ερωτεύεται μια κοπέλα στην εφηβεία και για να την ευχαριστήσει, σαν ιππότης, επειδή αυτή αναζητά πληροφορίες σχετικά με τον πατέρα της για τον Εμφύλιο και τα Δεκεμβριανά, μαθαίνει τα πάντα για τα Δεκεμβριανά. Και αυτό του στοιχειώνει τη ζωή. Αυτή ήταν η αρχική ιδέα. Ξεκινώντας όμως να το γράψω, έτρεμα κι εγώ ο ίδιος ότι θα φάω ξύλο. Φοβήθηκα ότι θα πουν όλοι: τι είναι αυτό το πράγμα, γίνονται αυτά; Να φάει ο άλλος όλη του τη ζωή; Είναι εξωφρενικό. Εντάξει, δεν είπα ότι έβγαλε φτερά, αλλά είναι κάπως ακραίο. Έβαλα λοιπόν ό,τι μπορούσα για να το κάνω πειστικό και άφησα ελεύθερο και το ασυνείδητο, όχι μόνο τη συνειδητή πλευρά, που σημαίνει ότι ήρθαν στην επιφάνεια και κάποιες αναμνήσεις. Στην προκειμένη περίπτωση το Περιστέρι, που εγώ είμαι από εκεί. Γενικά, όμως, εγώ έχω αντίστροφη φορά. Πάω να γίνω πειστικός και όχι να βάλω αυτά που μου έχουν συμβεί. Αλλιώς, τι διαστροφή θα ήταν αυτή; Να βάλω αυτά που μου έχουν συμβεί μαζί με ψέματα για να βγάλω ένα κράμα. Για εμένα δεν έχει καμιά λογική αυτό. Αλλιώς αποφασίζεις να κάνεις την αυτοβιογραφία σου. Που και πάλι, έχεις δίκιο, στην αυτοβιογραφία σου δεν ξέρεις τι από αυτά είναι επινοημένα ή από τη μνήμη αλλοιωμένα…
Θυμάμαι ότι αυτό που διάβασα με ώθησε να διαβάσω το «Καταζητείται» του Κώστα Σαμαρά. Αυτό που έλεγες είναι ότι αν είναι να γράψεις την αυτοβιογραφία σου, ας είναι, τουλάχιστον, η ζωή σου ξεχωριστή…
Και το πιστεύω ακόμα αυτό. Να υπάρχει στη ζωή κάτι ακραίο. Να μην είναι κάτι καθημερινό. Γιατί αλλιώς παρακολουθείς έναν μικρομεσαίο που ζει μια καθημερινότητα πληκτική και τότε πρέπει να έχει ένα άλλου είδους βάθος για να παίξει ρόλο. Ειδάλλως, θα είναι ένα πληκτικό πράγμα.
Επομένως, συγγραφέας θεωρείται κάποιος όταν έχει γράψει περισσότερα του ενός βιβλία;
Όχι. Δεν συνδυάζεται. Ο Ταχτσής θεωρήθηκε συγγραφέας του ενός βιβλίου με το «Τρίτο Στεφάνι», παρόλο που έγραψε και μια πλειάδα διηγημάτων. Είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας αυτό. Άλλος γράφει πολύ και άλλος γράφει λίγο. Η ποσότητα δεν τον κάνει λογοτέχνη ή πώς να τον πούμε; Έχουμε αυτή τη λέξη, που υπάρχει μόνο στα ελληνικά. Τη λέξη μυθιστοριογράφος. Μύθος και ιστορία. Επινοημένα μέρη και πραγματικά. Οπότε, με αυτή την έννοια, αυτό το κράμα κάνει τη λογοτεχνία.
Και πόσο επηρεάζει ο βιοπορισμός τη δημιουργία; Είναι αυτός ένας παράγοντας που σε κάνει να γράφεις ένα βιβλίο κάθε χρόνο;
Δεν ξέρω να σου απαντήσω. Πρώτα από όλα το σκέφτομαι μελαγχολικά γιατί δεν ξέρω αν θα μπορέσω να συνεχίσω, έτσι όπως πάνε τα πράγματα. Και όχι μόνο εγώ. Όταν ήμουν μικρός και ξεκίναγα, οι γονείς μου τρομάζανε και μου λέγανε ότι θα πεθάνω στην ψάθα. Δεν λογαριάζανε όμως τη φούσκα και ότι βρήκαμε τρόπο να επιβιώσουμε. Από εδώ και πέρα όμως τι θα γίνει; Άγνωστο. Και εγώ κάπως θα επιβιώσω, τέλος πάντων. Έστω και χωρίς τα βιβλία, από συναφείς δραστηριότητες.
Αλλά οι νέοι; Αυτό θα μεταβάλει και το τι γράφεται σταδιακά. Τώρα, για τα βιβλία, δεν ξέρω πώς θα ακουστεί αλλά υπήρξαν περίοδοι που είχα τρία βιβλία έτοιμα και δεν μπορούσα να τα βγάλω. Και αυτό είναι χειρότερη ματαίωση και δυστυχία. Εμένα αυτό μου προέκυψε. Δεν το έκανα για να βγάλω. Ίσα–ίσα που οι εκδότες μου, μου λέγανε πάντα: κόψε, μη βγάζεις. Αν κάνεις δυο χρόνια να βγάλεις, θα πάει και καλύτερα, θα σε επιθυμήσει το κοινό. Όπως είναι και στις ερωτικές σχέσεις. Μην του φορτώνεσαι του άλλου τόσο πολύ.
Υπάρχει υλικό, δηλαδή;
Ναι. Έχω ήδη τελειώσει κι άλλο βιβλίο. Το οποίο, όμως, δεν μπορώ να το βγάλω. Η «Λούλα», που αποσύρθηκε από την κυκλοφορία και πρέπει να ξαναβγεί, με καθυστερεί. Πρέπει να περιμένω να τελειώσει αυτό που είναι φρέσκο (σ.σ. «Η πιο κρυφή πληγή»), μετά να βγει η «Λούλα» και μετά να βγει το άλλο, ίσως το 2014.
Τη διασκευή από το «Παραμύθι χωρίς όνομα», εννοείς;
Ναι, ναι. Το οποίο επίσης είναι κοντά στον προβληματισμό της «Κρυφής πληγής». Αναφέρεται σε μια κοινωνία διαλυμένη και στις ευθύνες που πρέπει να αναλάβει ο καθένας ατομικά απέναντι σε αυτό το συλλογικό χάλι. Το έχω κάνει σε μια διασκευή επιστημονικής φαντασίας και το έχω μεταφέρει σε ένα μέλλον με κατεστραμμένα laptop, κινητά χωρίς μπαταρίες, κ.α. Είναι όλο το παραμυθένιο σκηνικό, με φόντο μια οικολογική καταστροφή και την τεχνολογία κατεστραμμένη. Είναι σαφές, όμως, ότι μιλάει αλληγορικά και παραβολικά για το σήμερα. Το μεγάλο πρόβλημα είναι η αδράνεια. Έχουν διαλυθεί τα πάντα και όλοι καθόμαστε στον καναπέ μας. Όσο δεν κάνουνε κάτι οι άνθρωποι συλλογικά, στην ώρα τους και ειρηνικά, φοβάμαι ότι θα γίνει βίαια και τυφλά το ξέσπασμα.
Στη μουσική, συχνά οι δημιουργοί επιδιώκουν την κυκλοφορία των ακυκλοφόρητων έργων τους προκειμένου – όπως λένε – να «κλείσει ο κύκλος» και να πάνε παρακάτω…
Ε, ναι. Εγώ το λέω για την πνευματική μου εξέλιξη. Νιώθω ότι το να πω αυτό που θέλω και να έχω την ανατροφοδότηση από το κοινό, μπορεί να με βοηθήσει να πάω παρακάτω. Επίσης, να σου πω το εξής: η απάντηση στο γιατί γράφω πολλά είναι ότι έχω κάποια ενέργεια και την ξοδεύω εκεί. Όταν έχω βιβλία έτοιμα και αναγκάζομαι να σταματήσω, κάνω τη μία μ…..α πίσω από την άλλη. (γέλια) Δηλαδή, για να ξοδέψω αυτή την ενέργεια, είμαι ικανός να πάω να ανέβω σε κανένα Έβερεστ. Πρέπει να υπάρχει μια ισορροπία. Εγώ, δηλαδή, το παίρνω προσωπικά, που πρέπει τώρα να «ξαναβγάλω» τα παλιά. Τι να πω… Από την άλλη, δεν πρέπει να τα λέω αυτά. Ακούγονται σαν γκρίνια, την ώρα που άλλοι δεν μπορούν να δημοσιεύσουνε ή ξεκινάνε τώρα και δεν τους τα «βγάζουνε».
Άλλοι δεν μπορούν καν να τα γράψουνε…
Πραγματικά, άλλοι δεν μπορούν να τα γράψουνε. Δυστυχία πολυτελείας. Επίσης, κι αυτό που λες είναι σε μεγάλο βαθμό η αιτία της παραγωγικότητάς μου: έχω πολλά ημιτελή. Ο συγγραφέας, ειδικά κάποιος σαν εμένα, που δεν έχει κάνει άλλο επάγγελμα ποτέ του και κάθεται σπίτι του και γράφει, έχει τόσες ιδέες που δεν του φτάνουν ούτε εκατό ζωές για να τις γράψει. Επιπλέον, επειδή δεν είμαι αλυσίδα παραγωγής, έχω ξεκινήσει πράγματα που έχουνε «κολλήσει». Και μετά, με πιάνει απελπισία. Στη «Λούλα», για παράδειγμα, είχα αρχικά σκεφτεί ότι θα τέλειωνε κάπου εκεί που είναι η μέση του δεύτερου μέρους. Έφτασα εκεί αλλά κατάλαβα ότι δεν τέλειωνε εκεί το βιβλίο. «Κόλλησα» και το παράτησα για πέντε–έξι μήνες. Ξαναγύρισα στην αρχή και τότε συνέλαβα την ιδέα για μια συγκάτοικο που είναι το αντίθετό της.
Σημαντική ηρωίδα και χαρακτηριστικό κομμάτι στην ιστορία…
Εκεί «λύθηκα» εγώ. Και σε αυτό (σ.σ. «Η πιο κρυφή πληγή») το ίδιο συνέβη με έναν τρόπο. Εγώ πίστευα ότι τελείωνε εκεί που οι ήρωες ήταν μικροί. Όταν ξεκίνησα, πίστευα ότι θα φτάσω στο σήμερα με ένα άλμα, όχι ότι θα γίνει με την εξιστόρηση.
Τελικά, τα σταματημένα στη μέση και τα ημιτελή, είναι ο εφιάλτης μου. Είναι σα να οργώνεις το χωράφι: μπορεί να βρεις πέτρες και να μην «πιάνουν» οι σπόροι. Οπότε, υπό αυτή την έννοια, δεν είναι καθόλου όπως φαίνεται «απέξω», ότι είμαι παραγωγικός. Είναι πολύ, όχι βασανιστικό μόνο, πώς να το πω… Δεν είναι, δηλαδή, κάτι που ξέρω κι εγώ από πριν, πού πάει, πώς θα τελειώσει κ.λπ.
Αναρωτιέσαι τι κάνουν οι ήρωες μετά;
Το έχω σκεφτεί μερικές φορές. Γι' αυτό συχνά οι συγγραφείς – και όχι μόνο στα αμερικάνικα δεδομένα, που είναι περισσότερο εμπόριο – ξαναγράφουν μια συνέχεια γιατί τους βασανίζει. Το κυριότερο, όμως, είναι ότι τους έχω στο μυαλό μου συνέχεια.
Για παράδειγμα, τον Μιχάλη Αναστασόγλου (από την «πιο κρυφή Πληγή») τον έχω ξανασκεφτεί διαφορετικά από τότε που «βγήκε». Έρχονται και οι αντιδράσεις και τα συμπεράσματα των ανθρώπων που το διαβάζουν. Εγώ προσπαθώ να πω κάτι με την ιστορία μου και ο άλλος βγάζει συμπεράσματα για μένα. Οπότε, μπαίνεις σε μια διαδικασία να δεις τι έχεις κάνει. Αυτό είναι πιο βασανιστικό από το να σκεφτείς τι θα έκανε αυτός τώρα, μετά από το βιβλίο ή μετά από δέκα χρόνια.
Και οι δευτερεύοντες ήρωες…
Και οι δευτερεύοντες, αλλά πιο πολύ οι κεντρικοί.
Πάντως, όταν διάβασα το «Απέραντο άδειο σπίτι», είχα φάει αυτό το «κόλλημα»: η Νίνα, άραγε, ξαναμπήκε σε ασανσέρ;
Ξέρεις, με αυτό συνέβη το εξής: ξανάβγαλα, μετά από ένα χρόνο, και τα τρία, στις «Ιστορίες της λίμνης» κι εκεί έχω βάλει στο τέλος σημειώσεις που μιλάω για κάθε μία από αυτές τις ιστορίες και πώς τις έγραψα. Να το διαβάσεις καμιά φορά εδώ (σ.σ. η συνέντευξη διεξήχθη σε βιβλιοπωλείο) όρθια, για να μην το αγοράζεις ξανά. (γέλια). Για αυτό που λες πήρα την ιδέα από μία μικρή αναφορά στο «Περί ηρώων και τάφων», του Ερνέστο Σάμπατο. Ο ήρωας διαβάζει μια εφημερίδα και – φαίνεται να είναι πραγματικό περιστατικό στο Μπουένος Άιρες – έφυγαν τα αφεντικά για διακοπές το καλοκαίρι και κλείσανε την υπηρέτρια μαζί με κάποιον άλλο στο σπίτι. Υπήρξε και κανιβαλισμός. Αυτό, λοιπόν, με βασάνιζε πολύ. Δέκα χρόνια την «πάλευα» αυτή την ιστορία. Τελικά, κατέληξα σε αυτή την εκδοχή.
Που είναι πιο ελληνική…
Δεν εννοώ μόνο την ελληνικότητα. Εννοώ, το από πού αρχίζει και πώς προχωράει η ιστορία. Αυτή την ιστορία την είχα δείξει και σε διάφορους φίλους μου και μου λέγανε ότι την έχω κάνει πολύ μπερδεμένη. Αλλά έτσι μου φάνηκε καλύτερο. Εδώ που με βάλατε να κάτσω, έχω πολύ κακό φενγκ σούι. Νιώθω ότι με κοιτάνε και αναγνωρίζουν την πλάτη μου. Έχω το μυαλό μου εκεί, αντί να σκέφτομαι τι λέω. (γέλια)
Είναι γνωστό ψυχολογικό τρυκ. Ανακριτικό… (γέλια)
Έτσι. Λείπει ο προβολέας. (γέλια)
Παίρνω αφορμή από την αναφορά που υπάρχει στο βιβλίο για το τραγούδι «Je t’ aime… moi non plus». Είναι πραγματική ιστορία αυτή που αναφέρεται στο βιβλίο;
Όχι. Ψέματα. (γέλια) Και χαίρομαι πάρα πολύ που οι άνθρωποι, μερικές φορές, ρωτάνε. Έχω γράψει ένα βιβλίο, την «Αυτοκρατορική μνήμη του αίματος», και ήρθε ένας συγγραφέας και μου λέει: "Συγχαρητήρια για το θάρρος σου να μιλήσεις για τη σχέση σου με την αδερφή σου". (γέλια) Δηλαδή, αν είχα σχέση με την αδερφή μου, θα το έγραφα σε βιβλίο; Ωραίο καμουφλάζ! (γέλια)
Αντί να πάω για ψυχοθεραπεία, γράφω ένα βιβλίο…
Ή για τη «Λούλα», που με ρωτάγανε κάποιοι αν η γυναίκα μου είναι ανοργασμική. Μετά καταλαβαίνω κι εγώ πού πάει το μυαλό των ανθρώπων. Και εκεί, φαίνεται η παράδοση η ελληνική, όπου οι άνθρωποι εκλαμβάνουν τα μυθιστορήματα ως αυτοβιογραφίες. Δεν μπορούν να σκεφτούν ότι είναι επινοημένο. Γιατί έχουμε παράδοση στην ποίηση, αλλά δεν έχουμε τόσο μεγάλη στο μυθιστόρημα.
Κι όμως, είμαστε ένας λαός που ξεκινάει από την τραγωδία και όλο αυτό είναι μυθοπλασία. Τι πιστεύει δηλαδή κανείς, ότι ο Οιδίποδας είχε σχέση με τη μητέρα του, επομένως και ο Σοφοκλής;
Όχι, αλλά μπορεί να σου πει κανείς ότι εδώ δεν έχουμε παράδοση στα έργα φαντασίας, αλλά στα ρεαλιστικά έργα, γιατί εδώ υπάρχει το φως. Το φως εδώ δεν είναι σαν τις ομίχλες του βορρά, που δεν βλέπεις από την πολλή ομίχλη πώς είναι ο άλλος και επομένως αρχίζουν οι φαντασίες, οι φαντασιώσεις και οι θρησκείες οι περίεργες. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που εδώ γεννήθηκε η Δημοκρατία. Γιατί εδώ δεν είναι Αφρική, ούτε που καίει τόσο πολύ το φως, που κλείνεις τα μάτια και δεν τον βλέπεις καλά τον άλλο. Εδώ, που είναι εύκρατο το κλίμα, ουδέν κρυπτόν. Δηλαδή, σε έχω δει: γυμνό στη θάλασσα κι όλη μέρα με το φανελάκι. Είμαστε εξωστρεφείς, θα πάμε στις καφετέριες, καθόμαστε έξω, δεν μπορείς να με «κοροϊδέψεις». Επομένως, έχει μια ροπή στο ρεαλισμό το πράγμα. Δεν θα σου μιλήσει για ένα τέρας, που βγάζει φλόγες. Εγώ πιστεύω πάρα πολύ ότι το κλίμα και οι κοινωνικές συνθήκες δημιουργούν και τη λογοτεχνία που ταιριάζει. Πώς δεν μπορούμε να καλλιεργήσουμε μάνγκο, παρά μόνο σε συνθήκες εργαστηρίου; Είναι γιατί δεν μπορεί να καρπίσει, να αναπτυχθεί.
Επηρεάζει πολλά πράγματα. Ακόμα και τον τρόπο που μιλάνε οι άνθρωποι. Δεν είναι τυχαίο ότι, στις πιο βόρειες και κρύες περιοχές της χώρας, οι άνθρωποι μιλάνε με κλειστό το στόμα…
Βέβαια. Αλλά κι όλη τη φιλοσοφία ζωής και τη λογοτεχνία. Παράγεται ένας πολιτισμός ταιριαστός με το μέρος. Η παγκοσμιοποίηση μας έχει δημιουργήσει τρομερές αυταπάτες: ότι είμαστε ίδιοι κι ότι μπορώ εγώ να γράψω με ήρωα έναν Αμερικάνο. Ειδικά η μικρότερη γενιά από μένα θριαμβεύσανε κάνοντας έργα που εκτυλίσσονταν στη Νέα Υόρκη, με Αμερικάνο ήρωα. Και λέω, "καθίστε, ρε παιδιά"… Και πώς καταλαβαίνεις; Αυτό είναι μια φαντασίωση. Όχι ότι απαγορεύεται, φυσικά. Μπορείς να γράψεις ό,τι θέλεις. Αλλά, σε γενικές γραμμές, τι πιθανότητες έχει ένας Νεοϋορκέζος να γράψει κάτι που εκτυλίσσεται στην Αθήνα και να είναι και πειστικός; Σκέψου το ανάποδα.
Ή πόσο εύκολο είναι για έναν Έλληνα να γράψει αγγλικό στίχο;
Αυτό είναι το αντίστοιχο. Όλη αυτή η ξενομανία που προέκυψε με το να γράφουμε αγγλικούς στίχους. Είναι περισσότερο απόδειξη της παγκοσμιοποίησης, της πολιτιστικής υποτέλειας και της δύναμης των αγγλικών, της κυρίαρχης αγγλοσαξωνικής κουλτούρας, παρά νέο είδος τέχνης ή δεν ξέρω τι άλλο. Μίμηση.
Καλά, αλλά μόλις ήπιαμε δυο γαλλικούς και έναν ιταλικό καφέ…
Εντάξει. Μπορείς να το εκλάβεις και ως πολυπολιτισμό. (γέλια)
Κάπου εδώ η κουβέντα τελείωσε με την υπόσχεση ότι, στην επόμενη συνάντηση, ο καφές θα είναι ελληνικός και η συζήτηση περί μουσικής.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
