1014
| CreativeProtagon

Με αφορμή τον Antenna: ιταλικοί προβληματισμοί

Protagon Team Protagon Team 15 Δεκεμβρίου 2025, 19:30
|CreativeProtagon

Με αφορμή τον Antenna: ιταλικοί προβληματισμοί

Protagon Team Protagon Team 15 Δεκεμβρίου 2025, 19:30

«Προστασία των θέσεων εργασίας και διασφάλιση της συντακτικής ανεξαρτησίας των ιστορικών εφημερίδων που αντιπροσωπεύουν ένα σημαντικό εθνικό πλουραλιστικό οικοσύστημα πληροφόρησης»: αυτό είναι το αίτημα που υπέβαλε ο υφυπουργός παρά την προεδρία της κυβέρνησης, αρμόδιος για την πληροφόρηση και τις  εκδόσεις, Αλμπέρτο Μπαρακίνι, στον μιντιακό όμιλο Gedi Gruppo Editoriale, στο πλαίσιο των εν εξελίξει διαπραγματεύσεων για την πώλησή του στον Antenna Group του Θοδωρή Κυριακού.

Οι δύο ιστορικές εφημερίδες είναι η La Stampa και η La Repubblica στα γραφεία των οποίων επικρατεί αναταραχή, από τότε που επιβεβαιώθηκε (την προηγούμενη εβδομάδα) πως ο όμιλος Gedi (στον οποίο ανήκουν) θα μπορούσε να περάσει από ιταλικά χέρια – της οικογένειας Ανιέλι – σε ξένα, ελληνικά στην προκειμένη, χέρια – της οικογένειας Κυριακού.

Μετά από τη συνάντηση με τον αρμόδιο υφυπουργό και με τους συνδικαλιστικούς εκπροσώπους των δύο εφημερίδων, εκπρόσωπος του ομίλου Gedi δεσμεύτηκε για «ευρεία και πλήρη συναίνεση και θεσμική συνεργασία» ενώ στη συνέχεια πηγές προσκείμενες στον Antenna μίλησαν για πρώτη φορά για τις διαπραγματεύσεις, σημειώνοντας ότι η Ιταλία θεωρείται στρατηγική χώρα για την επέκταση των δραστηριοτήτων του ομίλου και κάνοντας λόγο για σεβασμό της δημοσιογραφικής ανεξαρτησίας και του πλουραλισμού καθώς και για διατήρηση της συντακτικής γραμμής των δύο εφημερίδων.

«Κάθε εφημερίδα είναι υπεύθυνη για την ιστορία της και τη γράφει μόνη της, ενώ αφηγείται την ιστορία του κόσμου και τις εξελίξεις της χώρας της», σχολιάζει σε άρθρο του ο Ετσιο Μάουρο, νυν αρθρογράφος της La Repubblica και πρώην διευθυντής της, από το 1996 έως το 2016, ο οποίος προηγουμένως διετέλεσε διευθυντής και της La Stampa, από το 1992 έως το 1996.

«Οι εκδότες μπορεί να είναι ιδρυτές, στην αρχή του εγχειρήματος έργου, ομοαίματοι που αναλαμβάνουν την πρωτοβουλία από πολιτιστική συγγένεια, επιχειρηματίες ή χρηματοδότες με άλλα έννομα συμφέροντα, που χρησιμοποιούν τις εφημερίδες για να τα προστατεύουν ή, αντιθέτως, για να προσθέτουν μια πολιτική διάσταση στις δραστηριότητές τους, συμμετέχοντας στον δημόσιο διάλογο», προσθέτει.

Σύμφωνα με τον βετεράνο της ιταλικής δημοσιογραφίας, το σημαντικό είναι η σχέση μεταξύ της εφημερίδας και του εκδότη να είναι «διαφανής, δηλωμένη και ορατή», έτσι ώστε ο αναγνώστης να γνωρίζει «όχι μόνο τι γράφει η εφημερίδα αλλά και τι αντιπροσωπεύει, και κατά συνέπεια να μπορεί να κρίνει την ελευθερία της πληροφόρησης και την αυτονομία του συντακτικού προσωπικού». Ουσιαστικά, ο αναγνώστης πρέπει να γνωρίζει τα εμπλεκόμενα μέρη, ώστε να μπορεί να αξιολογεί την εμβέλειά τους, την επιρροή τους, τη συμμόρφωσή τους με τους κανόνες και την προσφορά τους στο λειτούργημα που είναι η δημοσιογραφία.

Φυσικά η διαφάνεια για την οποία κάνει λόγο ο Μάουρο βασίζεται σε μια έμμεση συμφωνία αμοιβαίας εμπιστοσύνης καταρχάς μεταξύ του εκδότη, του διευθυντή και των δημοσιογράφων που δίνουν μορφή και έκφραση σε μια εφημερίδα. Αλλά η πραγματική, η θεμελιώδης συμφωνία είναι με τους αναγνώστες, οι οποίοι, αγοράζοντας μια εφημερίδα από το περίπτερο ή στο Διαδίκτυο, «δεν αγοράζουν απλώς μια ημερήσια ποσότητα ειδήσεων, αλλά ένα όραμα του κόσμου, μια ανάγνωση της τρέχουσας κατάστασης, μια επιλογή και οργάνωση γεγονότων σύμφωνα με μια πολιτισμική ερμηνεία των εξελίξεων. Είναι αυτό το κριτήριο ερμηνείας της πραγματικότητας που συνδέει τους αναγνώστες, τους συντάκτες και την εφημερίδα σε έναν ξεχωριστό κόσμο με την ίδια ιεραρχία αξιών». 

Σήμερα, όμως, η κατάσταση είναι πολύ πιο περίπλοκη, λόγω του Διαδικτύου, φυσικά, όπου πραγματοποιείται το «θαύμα της ατέρμονης και στιγμιαίας ενημέρωσης», με τα πάντα να συμβαίνουν και να παρουσιάζονται ταυτόχρονα, με βάση τον νόμο της αδιάλειπτης ροής. Αλλά η παλιά εφημερίδα, από χαρτί και μελάνι, στέκεται στην όχθη αυτής της ροής, αφήνοντας πολλές ειδήσεις να περνούν, ενώ με αυτές που συγκρατεί προβαίνει σε μια σύνθεση γεγονότων και απόψεων που παρουσιάζουν και εξηγούν όλα όσα βιώνουμε.

Σίγουρα, στο πλαίσιο αυτής της συνεχούς επιλογής ειδήσεων, η εφημερίδα λειτουργεί με μεγάλη διακριτική ευχέρεια, αποφασίζοντας ανεξάρτητα τι έχει σημασία και δεν έχει. Ομως στην πραγματικότητα, αυτή η διακριτική ευχέρεια «έχει έναν κανόνα, ο οποίος καθοδηγεί την εφημερίδα να διατηρεί μόνο εκείνες τις ειδήσεις που φέρουν κάποιο νόημα και σε αυτή τη συνειδητή αναζήτηση νοήματος βρίσκεται η ηθική λογική αυτού του επαγγέλματος και το μυστικό της επιβίωσης της εφημερίδας στην αυτοκρατορία του Διαδικτύου», σημειώνει ο ιταλός δημοσιογράφος, επικαλούμενος τον διάσημο πολωνό συνάδελφό του Ρίσαρντ Καπουστσίνσκι, ο οποίος είχε εξηγήσει πως η δημοσιογραφία δεν είναι ένα επάγγελμα για κυνικούς.

Το ζήτημα, όσον αφορά ειδικά τις εφημερίδες και γενικά την πληροφόρηση, είναι πως αυτή «η πληθώρα μηχανισμών για την αποκρυπτογράφηση της πραγματικότητας, αυτή η επικάλυψη γλωσσών, αυτή η ικανότητα των μέσων ενημέρωσης να πεθαίνουν και να αναγεννώνται σε νέες μορφές, δεν έχουν ακόμη βρει μια σταθερή ισορροπία στην αγορά. Το χαρτί φθείρεται, τα περίπτερα κλείνουν και οι νέοι δεν αναγνωρίζουν πλέον την πληροφορία ως υλικό αντικείμενο, καθώς έχουν συνηθίσει να ζουν στον εικονικό κόσμο και να περνούν μέσα από τις πληροφορίες σαν σκόνη που περιβάλλει τις ζωές μας», όπως συνοψίζει ο πρώην διευθυντής και νυν αρθρογράφος της ιστορικής La Repubblica. «Μια ολόκληρη παγκόσμια γενιά ενηλικιώθηκε, απολαμβάνοντας μια άνευ προηγουμένου προσφορά ενημερωτικού πλουραλισμού, χωρίς, πλέον, να χρειάζεται να αγοράζει ειδήσεις, επειδή είναι ειδήσεις αυτές που μας αναζητούν στο σπίτι, στο σχολείο, στο γραφείο, στον δρόμο», συμπληρώνει.

Σε αυτό το πλαίσιο, όμως, εξυψώνεται η προσφορά και υποτιμάται η πληροφορία αυτή καθαυτή, η οποία -ωσάν να μην είχε η ποιότητα κόστος- δεν αναγνωρίζεται πλέον ως έχουσα οικονομική αξία, δεδομένου ότι όλοι μπορούν να ενημερώνονται δωρεάν μεν αλλά μερικώς και αποσπασματικά από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αλλά με αυτόν τον τρόπο χάνεται η γνωστική αξία της οργάνωσης και της ανάλυσης των ειδήσεων που προσφέρουν οι εφημερίδες, με τον Ετσιο Μάουρο να αναφέρει χαρακτηριστικά «σχεδόν σαν να μπορούσαμε να ζούμε μόνο με απεριτίφ, χωρίς ποτέ ένα πλήρες γεύμα».

Αναγνωρίζει πως σε μια ασύνδετη και ασταθή αγορά, όπως ακριβώς αλλάζει το βάρος και η οικονομική αξία της πληροφορίας, έτσι μπορεί να αλλάξει και το λειτούργημα του εκδότη, μαζί με τις επιχειρηματικές του προτεραιότητες, το οποίο είναι απολύτως θεμιτό, καθώς η έκδοση ενός μέσου ενημέρωσης δεν είναι ένας ιερός δεσμός και ο καθένας είναι κριτής των συμφερόντων του. Ωστόσο εξίσου θεμιτός είναι επίσης ο σεβασμός στην ιδιαίτερη φύση του προϊόντος που είναι η εφημερίδα.

«Αν αυτή η φύση, ή η ψυχή, ή ο χαρακτήρας της εφημερίδας είναι όντως ο πυρήνας της σχέσης που τη συνδέει με τον αναγνώστη, τότε στην αγορά -όταν ο εκδότης πουλάει την επιχείρηση- πρέπει να βρίσκεται μια λύση συμβατή με αυτόν τον πολιτιστικό δεσμό, ώστε να είναι δυνατή η αναπαραγωγή του μέσω της προσαρμογής του στην εποχή. Πρέπει επίσης να υπάρχει μια διάκριση μεταξύ εκείνων που χρησιμοποιούν τις εφημερίδες ως εργαλείο για την προστασία ή την κάλυψη των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τους και εκείνων που ασχολούνται μαζί τους ως επαγγελματίες, πιστεύοντας στην αυτόνομη λειτουργία τους», γράφει ο Ετσιο Μάουρο.

Και όλα αυτά, «δημοσίως, παρακαλώ, καθώς η διαφάνεια είναι η πρώτιστη υποχρέωση ενός αξιόπιστου εκδότη. Γιατί με την πώληση μιας επιχείρησης-εφημερίδας διακυβεύεται η μοίρα μιας κοινότητας, που περιλαμβάνει και τους συντάκτες και τους αναγνώστες, των οποίων τα συμφέροντα δεν συγκρούονται με τα συμφέροντα ενός εκδότη, εάν εκείνος είναι πρόθυμος να επιβεβαιώνει την ισχύ και την αξία μιας ερμηνείας που βασίζεται σε μια ταυτότητα. Αυτή η δοκιμασία σήμερα αφορά τη La Repubblica, η οποία φέρει μέσα της τη δύναμη και την ευθύνη του μέλλοντός της και θα παρουσιάζει στους αναγνώστες κάθε στάδιο της υπόθεσης, ώστε να μπορούν […] να το κρίνουν». 

 

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News

Διαβάστε ακόμη...

Διαβάστε ακόμη...