H Corriere della Sera για τους Κινέζους και την Πρώτη Κόρη των ΗΠΑ/ Οι Financial Times για τον «Καβαλιέρε» της ιταλικής πολιτικής/ Η Haaretz για το απαρτχάιντ στο Ισραήλ/ Και το Nouvel Observateur...
  • Corriere della Sera

    Οι Κινέζοι και οι «βρώμικες» μπίζνες της Ιβάνκα

    Τόσο ο πατέρας της, ο 45ος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, όσο και οι Κινέζοι και η κυβέρνησή τους λατρεύουν την Ιβάνκα Τραμπ. Και εκείνη ανταποκρίνεται στα κελεύσματα των θαυμαστών της στη Χώρα του Δράκου, για λόγους πολιτικούς και οικονομικούς.

    Στο τέλος του μήνα, κατά πάσα πιθανότητα, και έπειτα από επίσημη πρόσκληση, η ειδική σύμβουλος του Λευκού Οίκου και εκλεκτή κόρη του Ντόναλντ Τραμπ θα μεταβεί μαζί με τον σύζυγό της και επίσης σύμβουλο του αμερικανού προέδρου Τζάρεντ Κούσνερ στο Πεκίνο.

    Την ίδια ώρα, όμως, ο Guardian αποκαλύπτει πως η Huajian International, μια εταιρεία στην πόλη  Γκανζού στην ανατολική Κίνα, εξακολουθεί να κατασκευάζει παπούτσια για τη σειρά «Ivanka Trump Marks».

    Κατά το παρελθόν τρεις ακτιβιστές προσκείμενοι στο «Κινεζική Επιθεώρηση Εργασίας» (China Labor Watch) που εδρεύει στη Νέα Υόρκη, είχαν καταγγείλει μια σειρά από παραβιάσεις στο συγκεκριμένο εργοστάσιο: κακομεταχείριση των εργαζομένων, χαμηλότατες αμοιβές, εξαντλητικά ωράρια.

    Την πρώτη Ιουνίου συνελήφθησαν και οι τρεις. Στην Ουάσινγκτον, αρχικά, επικράτησε αμηχανία ενώ έπειτα από μερικές ημέρες η εταιρεία της Πρώτης Κόρης των ΗΠΑ εξέδωσε μια ανακοίνωση δηλώνοντας ότι «δεν παράγουμε στο συγκεκριμένο εργοστάσιο από τα τέλη Μαρτίου και επιδιώκουμε να συνεργαζόμαστε μόνον με εταιρείες που σέβονται τα διεθνώς αναγνωρισμένα εργασιακά πρότυπα».

    Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ζήτησε από τις κινεζικές Αρχές ν’ αφήσουν ελεύθερους τους τρεις ακτιβιστές αλλά ενδέχεται η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Φέρεται ότι η εταιρεία της Ιβάνκα δεν διέκοψε τη συνεργασία της με το εργοστάσιο, με την βρετανική εφημερίδα να αναφέρεται σε παραγγελία 1.000 υποδημάτων, που υποβλήθηκε την 14η Απριλίου και φέρει ημερομηνία παράδοσης 30 Μαΐου.

    Ενδεχομένως να πρόκειται, απλώς, για μία καθυστερημένη παράδοση, θα μπορούσε, όμως, και ν’ αποτελεί ακόμα μία απόδειξη της τάσης των μελών της οικογένειας Τραμπ να ψεύδονται ασύστολα και, μάλιστα, δημόσια, αναφέρει χαρακτηριστικά ο ανταποκριτής της Corriere della Sera στην Ουάσινγκτον.

    Η Ιβάνκα με τον σύζυγό της Τζάρεντ Κούσνερ κατά την επίσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ στο Ισραήλ. Τώρα ετοιμάζονται για μπίζνες στην Κίνα… Φωτογραφία: REUTERS/ Amir Cohen
  • Haaretz

    Εχούντ Μπαράκ/ Το Ισραήλ οδεύει προς το απαρτχάιντ

    «Δεν υφίσταται ακόμα απαρτχάιντ» αλλά το Ισραήλ βρίσκεται σ’ έναν «ολισθηρό δρόμο» που οδηγεί προς αυτήν την κατεύθυνση, υποστηρίζει ανήσυχος ο ισραηλινός πρώην πρωθυπουργός (1999 – 2001) Εχούντ Μπαράκ σε συνέντευξή του στην τηλεόραση της Deutsche Welle, αποσπάσματα της οποίας παρουσίασε η Haaretz.

    «Το Ισραήλ καλείται να επιλέξει: εάν συνεχίσουμε να ελέγχουμε ολόκληρη την περιοχή από τη Μεσόγειο έως το Ιορδάνη ποταμό, όπου ζουν περί τα 13 εκατομμύρια άνθρωποι – οχτώ εκατομμύρια Ισραηλινοί και πέντε εκατομμύρια Παλαιστίνιοι –εάν σ΄αυτήν την περιοχή κυριαρχεί μόνον το Ισραήλ, τότε η χώρα θα καταλήξει αναπόφευκτα»- και είναι αυτή η λέξη κλειδί σύμφωνα με την ισραηλινή εφημερίδα, «αναπόφευκτα» – «είτε μη εβραϊκή είτε μη δημοκρατική».

    Στην περίπτωση που αναγνωρίζονταν πλήρως τα δικαιώματα των Παλαιστίνιων που ζουν σε μια προσαρτημένη Δυτική Όχθη και τους επιτρεπόταν να ψηφίσουν, ο 74χρονος Μπαράκ θεωρεί πως το Ισραήλ θα γινόταν ένα δι-εθνικό κράτος όπου οι Άραβες θα αποτελούσαν πλειοψηφία και θα ξεσπούσε εμφύλιος πόλεμος.

    Η δεύτερη επιλογή είναι το απαρτχάιντ. Για τον λόγο αυτό είναι «επιτακτική ανάγκη» ν’ αλλάξει το Ισραήλ την πορεία της κυβέρνησής του, επιδιώκοντας τη λύση των δύο κρατών, δηλώνει ο πλέον παρασημοφορημένος στρατιωτικός της χώρας. «Εθνική Ευθύνη», είναι το όνομα της εταιρείας δημόσιου συμφέροντος που ίδρυσαν τον περασμένο Δεκέμβριο συγγενείς και συνεργάτες του και θα μπορούσε να αποτελέσει το εφαλτήριο για την επιστροφή του Εχούντ Μπαράκ στην πολιτική.

    Δύο κράτη για δύο λαούς. Φωτογραφία: Adi Cohen Zedek
  • Financial Times

    Γιατί η επάνοδος Μπερλουσκόνι δεν είναι καθόλου απίθανη

    «Πολλοί Ιταλοί εγκατέλειψαν την Kεντροδεξιά αφότου η τελευταία διακυβέρνησή της ολοκληρώθηκε με καταστροφικό τρόπο, το 2011, εν μέσω σεξουαλικών σκανδάλων, της κρίσης χρέους και της παραίτησης του Μπερλουσκόνι. Ενδέχεται, ωστόσο, οι αναμνήσεις αυτές να έχουν αρχίσει να σβήνουν».

    Μ’ αυτά τα λόγια ο Τζέιμς Πόλιτι των Financial Times θέτει το ζήτημα της επιστροφής στην πολιτική σκηνή της Ιταλίας ενός από τους ανθρώπους που αδιαμφισβήτητα καθόρισαν την πορεία της τα τελευταία χρόνια. Μια επιστροφή που θα μπορούσε να προκύψει εξαιτίας της σύγκρουσης ανάμεσα στο Δημοκρατικό Κόμμα και το Κίνημα 5 Αστέρων με τον Σίλβιο να βγαίνει κερδισμένος.

    «Όταν μαλώνουν δύο, ο τρίτος χαίρεται», λέει μια γερμανική παροιμία, και μετά το θετικό αποτέλεσμα για την κεντροδεξιά στον πρώτο γύρο των δημοτικών εκλογών, ο Πόλιτι εστιάζει στη Γένοβα: στην περίπτωση που επικρατήσει ο υποψήφιος του Μπερλουσκόνι, Μάρκο Μπούτσι, η ανασύνταξη των δυνάμεων του «Καβαλιέρε» θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη.

    «Για ένα σημαντικό μέρος του εκλογικού σώματος, ο Ρέντσι και το Δημοκρατικό Κόμμα αποτέλεσαν μια απογοήτευση ενώ εκείνοι του Κινήματος 5 Αστέρων φαίνονται ιδιαίτερα ριψοκίνδυνοι και ανίκανοι για να λάβουν την λαϊκή εντολή», υποστηρίζει ο ιταλοαμερικανός δημοσιογράφος.

    Όλα θα εξαρτηθούν από τις διαπραγματευτικές ικανότητες του 80χρονου Μπερλουσκόνι -επισημαίνει- ο οποίος θα πρέπει να έρθει σε συμφωνία με τον 44χρονο Ματέο Σαλβίνι, της ξενοφοβικής Λέγκας του Βορρά, τον οποίο ο ιταλός πρώην πρωθυπουργός θα πρέπει να αντιμετωπίσει για πρώτη φορά ως ισότιμο εταίρο.

    «Εάν ο Μπερλουσκόνι διατηρήσει το χαμηλό προφίλ των τελευταίων μηνών, αποφεύγοντας τα ατυχήματα και αποπειρώμενος να αναδειχθεί ως γηραιός πολιτικός ηγέτης, το ενδεχόμενο της ενεργούς επιστροφής του στο κέντρο της ιταλικής πολιτικής σκηνής δεν μπορεί ν΄αποκλειστεί», καταλήγει.

    «Μπούνγκα Μπούνγκα» ξανά; Φωτογραφία:ΒΒC
  • Le Nouvel Observateur

    Πότε κάνει υπερβολική ζέστη για δουλειά;

    Δεν είναι μια ρητορική ερώτηση και σίγουρα δεν αποτελεί μια πρόκληση δημοσιογραφική. Ο τίτλος αναφέρεται σ’ ένα άρθρο του Nouvel Observateur  στο οποίο επισημαίνονται οι διατάξεις της γαλλικής νομοθεσίας όσον αφορά την εργασία και την κουφόβραση.

    Σίγουρα, η Γαλλία δεν είναι Ελλάδα ή Ιταλία, όσον αφορά τις κλιματολογικές συνθήκες, και στην 5η Δημοκρατία δεν υπάρχει κανένας νόμος που να ορίζει πως κάποιος δικαιούται να σταματά να δουλεύει πέρα από μια συγκεκριμένη θερμοκρασία. Αλλά υπάρχει μια διάταξη προς όφελος των εργαζόμενων: οι κανόνες δικαίου που ορίζουν τις εργασιακές συνθήκες στη Γαλλία, αναγνωρίζουν το δικαίωμα της απαλλαγής του εκάστοτε εργαζόμενου από τα καθήκοντά του σε περίπτωση που υφίσταται «σοβαρός και άμεσος κίνδυνος για την υγεία και τη ζωή».

    Η υπερβολική ζέστη, οπότε, θα μπορούσε να συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των λόγων για τους οποίους οι εργαζόμενοι της Γαλλίας δύνανται, πάντα σε συμφωνία με τους εκπροσώπους ή τους διευθυντές τους, να απαλλαχτούν –έστω και παροδικά– από τα καθήκοντά τους. Αλλά υπάρχουν και υποχρεώσεις που καλούνται να εκπληρώσουν οι εργοδότες, να διαθέτουν, τις απαραίτητες συσκευές που «επιτρέπουν στον ανθρώπινο οργανισμό να προσαρμοστεί στις μεταβολές της θερμοκρασίας» και να «προσφέρουν στους εργαζόμενους νερό, τουλάχιστον τρία λίτρα κατά κεφαλήν».

    Υπάρχει επίσης μια επισήμανση του Εθνικού Ινστιτούτου Ερευνών και Ασφαλείας όσον αφορά την πρόληψη ατυχημάτων και ασθενειών στους χώρους εργασίας που αναφέρει πως η ιδανική θερμοκρασία για δουλειά είναι μεταξύ των 15 και 17 βαθμών -για όσους υπάγονται σε βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα- και μεταξύ 18 και 20 βαθμών για όλους τους υπόλοιπους.

    Όταν το θερμόμετρο ξεπερνάει τους 28 βαθμούς, η ζέστη αποτελεί κίνδυνο για την υγεία των εργαζομένων. Πάντως στην Ελλάδα ο πρώτος καύσωνας είναι προ των πυλών με το θερμόμετρο να αγγίζει τους 40 βαθμούς κατά τις επόμενες ημέρες.

    Πολίτες των Παρισίων σε μια από τις τεχνητές πλαζ του Σηκουάνα. Φωτογραφία: Reuters 



text
  • Τελικά ο Μασκ θα αγοράσει το Τwitter. Και μας είχε φάει η αγωνία


    26 Μαΐου 2022, 14:09