929
Καλοκαιρινό τραπέζι με παραδοσιακές ελληνικές γεύσεις -από αυτές που δεν ξεχνιούνται τόσο εύκολα όσο της πίτσας | Shutterstock

Ποιος θα μιλήσει στην Αννα;

Χριστίνα Πουτέτση Χριστίνα Πουτέτση 21 Αυγούστου 2019, 15:05
Καλοκαιρινό τραπέζι με παραδοσιακές ελληνικές γεύσεις -από αυτές που δεν ξεχνιούνται τόσο εύκολα όσο της πίτσας
|Shutterstock

Ποιος θα μιλήσει στην Αννα;

Χριστίνα Πουτέτση Χριστίνα Πουτέτση 21 Αυγούστου 2019, 15:05

Η Αννα μαγειρεύει πολύ ωραία. Σαν τη μητέρα της. Από εκείνη το έμαθε. Κάθε μέρα ο πάγκος της είναι στολισμένος με ταψιά από φαγητά. Γεύσεις και μυρωδιές του καλοκαιριού. Αυτές που θυμόμαστε από τα παιδικά μας χρόνια. Όταν το ταψί ετοιμαζόταν στο σπίτι και πήγαινε από το πρωί στον φούρνο του χωριού για να «μελώσει».

Η Αννα ζει σε ένα κυκλαδίτικο νησί. Δημοφιλές. Σε έναν οικισμό από εκείνους που έχουν διατηρήσει τη γραφικότητα και τη νησιώτικη αύρα. Όπου οι καμπύλες των σπιτιών είναι ατελείς, αλλά σμιλεμένες με πέτρα, στο χέρι. Οπου περπατάς και αισθάνεσαι τη γλυκύτητα του τόπου, παρότι είναι τόσο εκτεθειμένος στον αέρα και στην ανοιχτή θάλασσα.

Σε αυτόν τον οικισμό οι ξένοι ταξιδιώτες – κυρίως Γάλλοι και Ιταλοί – κινούνται σχεδόν ευλαβικά. Τους παρατηρείς να απολαμβάνουν αυτή την αγνότητα. Με σεβασμό. Να πηγαίνουν περπατώντας στην παραλία το πρωί, στα αλμυρίκια ή στις λίγες ομπρέλες του μικρού ξενοδοχείου. Και το σούρουπο να κάθονται στα ταβερνάκια πάνω στη θάλασσα, ή στο μπαράκι με τις καρέκλες σκηνοθέτη παραδίπλα. Με αυτά γεμίζουν τις αποσκευές τους.

Και με τις γεύσεις της Αννας. Μεσημέρι και βράδυ η Αννα είναι κυρίαρχη. Στο μαγειρείο της γίνεται το αδιαχώρητο. Κόσμος έρχεται και φεύγει, με πακέτα παραγεμισμένα από τις λιχουδιές που έχουν τα ζεστά ταψιά. Χρόνια τώρα. Κάθε καλοκαίρι η Αννα και παλαιότερα η μητέρα της, ταΐζουν όλη τη γύρω περιοχή. Το ξέρουν ότι έχουν ζήτηση και γι’ αυτό συνεχίζουν.

Tαψιά από φαγητά της Αννας: οι γεύσεις και οι μυρωδιές του καλοκαιριού (Tripadvisor)

Τα τελευταία χρόνια, στο νησί όπου ζει η Αννα, άρχισαν να έρχονται ακόμα περισσότεροι ξένοι. Ο κόσμος αυξήθηκε. Πλοία, αεροπλάνα, πολλά και καθημερινά. Φέτος το καλοκαίρι έγινε το αδιαχώρητο. Σπίτια και ξενοδοχεία γεμάτα. Ομως παρά τον κόσμο, δεν ήταν λίγοι αυτοί που παραπονέθηκαν ότι όλος αυτός ο κόσμος δεν ξοδεύει. Εμπορικά καταστήματα και εστιατόρια είδαν τον τζίρο τους να πέφτει σε σχέση με πέρυσι. Εκτός από τα σούπερ μάρκετ.

Η Αννα δεν είχε πρόβλημα. Σταθερή ποιότητα, πολλά χρόνια. Εχει δική της πελατεία και αποκτά και νέα, από στόμα σε στόμα. Μοσχοπουλάει. Θέλει όμως να κάνει ένα βήμα για να εξελιχθεί. Ισως και για να πάρει περισσότερη πελατεία. Η ιδέα της είναι του χρόνου να βάλει πίτσα και σουβλάκια.

Γιατί; Ισως γιατί έτσι νομίζει ότι προσεγγίζει τους νέους, αλλά και εκείνους που θέλουν να δώσουν μόνο δύο ή τρία ευρώ για να πάρουν ένα κομμάτι πίτσα ή ένα σουβλάκι και όχι έξι ή επτά, για μια μερίδα φαγητό. Ή, γιατί φαντάζεται ότι το βράδυ, όσοι κάθονται στο σπίτι και θέλουν να δουν ταινία, θα τη συνοδεύσουν με πίτσα. Όπως βλέπουμε στο σινεμά…

Ποιος λοιπόν θα μιλήσει στην Αννα; Ποιος θα της πει ότι αυτό που έκανε τόσα χρόνια, επειδή αυτό της έμαθε μητέρα της, έχει ίσως τη μεγαλύτερη αξία σήμερα; Οτι αυτό είναι ένα από τα πιο απολαυστικά κομμάτια του παζλ που παίρνει μαζί του ο ταξιδιώτης από τον τόπο της; Ελληνας και ξένος; Και ότι αυτό θα είναι ένας από τους λόγους που θα τον κάνουν να επιστρέψει;

Ποιος θα της πει ότι αυτό που κάνει – στην τόσο ανεπεξέργαστη μορφή – είναι αυτό που αναπαράγεται πλέον σε παρουσιάσεις, ομιλίες και στρατηγικές, ως ανάδειξη της «αυθεντικότητας»;

Αυτό που αναζητούμε κάθε φορά στα ταξίδια μας είναι η αγνότητα της παράδοσης (Ελένη Κατρακαλίδη)

Ποιος θα της πει ότι αυτό εννοούσε ο υπουργός Τουρισμού Χάρης Θεοχάρης όταν, στις προγραμματικές δηλώσεις του στη Βουλή έλεγε: «να ανοίξουμε την Ελλάδα στις πέντε αισθήσεις»;

Η Αννα λοιπόν χρειάζεται καθοδήγηση. Γιατί ήδη ικανοποιεί δύο αισθήσεις, τη γεύση και την όσφρηση.

Εκπροσωπεί επίσης ένα μέρος αυτού που λέμε «Ελλάδα» ως brand στον τουρισμό. Η Αννα και πολλές ακόμα «Αννες» σε όλη τη χώρα. Που κάνουν ό,τι κάνουν εμπειρικά ή ενστικτωδώς, με την αγνότητα της παράδοσης. Και που συνήθως, όταν η κλίμακα και οι ισορροπίες αλλάζουν, οι ιδέες για το «ένα βήμα παραπέρα» καταστρέφουν τον αρχικό πλούτο. Γιατί τον αντιλαμβάνονται ως κάτι παλιακό, ξεπερασμένο.

Όμως αυτή είναι η Ελλάδα των διακοπών που νοσταλγούμε. Αυτήν αναζητούμε κάθε φορά στα ταξίδια μας.

Η Αννα λοιπόν χρειάζεται κάποιον να της μιλήσει, να της εξηγήσει και να την πείσει. Οτι θα πρέπει να συνεχίσει στον δρόμο που της δίδαξε η μητέρα της. Οτι αν θέλει να επενδύσει περαιτέρω σε αυτό που κάνει, πρέπει να επενδύσει στις συνταγές, στην ποιότητα των υλικών, της υποδομής, του προσωπικού.

Και ότι αν θέλει να προσεγγίσει την πελατεία που αναζητά κάτι φθηνότερο, πρέπει να φτιάξει χειροποίητες πίτες – αντί πίτσες!

Ταβερνάκι στις Κυκλάδες. Σύμφωνα με τον υπουργό Τουρισμού Χάρη Θεοχάρη, «πρέπει να ανοίξουμε την Ελλάδα στις πέντε αισθήσεις» (Shutterstock)

Η Αννα χρειάζεται συνεπώς κάποιον να την υποστηρίξει σε αυτή την πορεία. Ηθικά αλλά και επαγγελματικά. Για να της φωτίζει το μονοπάτι. Γιατί τα ερεθίσματα γύρω είναι αυτά της ευκολίας, του «φασόν» και ξενικού – με τον σολωμό και την ταλιάτα να πηγαίνει «σύννεφο» στα Κυκλαδονήσια…

Ποιος λοιπόν θα είναι αυτός που θα μιλήσει στην Αννα; Ο υπουργός Τουρισμού λίγο δύσκολα μπορεί να προσεγγίσει όλες τις Αννες που είναι σε αυτό το σταυροδρόμι. Η ευθύνη και η υποχρέωση είναι στους τοπικούς φορείς. Της Αυτοδιοίκησης και των επαγγελματικών συλλόγων. Οι οποίοι με τη σειρά τους πρέπει να έχουν «μπολιαστεί» από τη στρατηγική για ανάδειξη της ποιότητας και της αυθεντικότητας, σε κεντρικό επίπεδο. Αλλά και να αντιληφθούν ότι, πέρα και πάνω απ’ όλα, θεμελιώδης υποχρέωσή τους είναι να κρατούν τον τόπο τους καθαρό και αξιοπρεπή.

Θα μιλήσει λοιπόν κάποιος στην Αννα; Γιατί οι ωραίες εικόνες στο Instagram εξαντλούνται, οι προσκεκλημένοι bloggers γράφουν τι ωραία περνάνε, αλλά η αλήθεια δεν αρκείται στην εικόνα.

Η εμπειρία είναι εκεί. Και δεν σηκώνει κανένα φίλτρο.