969
Ο Φιντέλ Κάστρο το 2005. Ο θάνατός του προκάλεσε την παραδοσιακή θυελλώδη αντιπαράθεση στο ελληνικό Διαδίκτυο | REUTERS/Mariana Bazo/File Photo

Είναι όλοι οι δικτάτορες το ίδιο;

Γιάννης Μαύρος Γιάννης Μαύρος 28 Νοεμβρίου 2016, 08:59
Ο Φιντέλ Κάστρο το 2005. Ο θάνατός του προκάλεσε την παραδοσιακή θυελλώδη αντιπαράθεση στο ελληνικό Διαδίκτυο
|REUTERS/Mariana Bazo/File Photo

Είναι όλοι οι δικτάτορες το ίδιο;

Γιάννης Μαύρος Γιάννης Μαύρος 28 Νοεμβρίου 2016, 08:59

O θάνατος του Φιντέλ Κάστρο σε ηλικία 90 ετών σχεδόν μονοπώλησε το ενδιαφέρον των ελληνικών μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όπου εκτυλίχθηκαν οι εθιμοτυπικές θυελλώδεις αντιπαραθέσεις.
Ισως οι πιο ενδιαφέρουσες από αυτές τις διαδικτυακές συγκρούσεις διεξήχθησαν στον «μετριοπαθή» κεντρώο χώρο, το αυτοχαρακτηριζόμενο «μέτωπο της λογικής». Ξεχωρίζουν δύο βασικές προσεγγίσεις. Η πρώτη είναι μια μεσοβέζικη στάση «ναι μεν αλλά», της οποίας οι εκπρόσωποι συχνά αποκαλούνται και «ισαποστασάκηδες», μάλλον ανακριβώς. Η λέξη που κυριάρχησε ήταν το «αμφιλεγόμενο»: για τους «ναιμεναλλάδες» το καθεστώς Κάστρο ήταν «αμφιλεγόμενο». Ηταν μεν δικτατορικό και καταπιεστικό αλλά έχει να εμφανίσει και ορισμένα σημαντικά επιτεύγματα, ιδίως στο χώρο της δημόσιας υγείας και περίθαλψης, που δεν μπορούν να παραβλεφθούν.

Μια δεύτερη ομάδα «μετωπολογικάριων» επιτέθηκε με σφοδρότητα στους «ναιμεναλλάδες» και τον υποτιθέμενο σχετικισμό τους. Απαίτησαν την συνολική καταδίκη του Κάστρο ως προϋπόθεση κάθε περαιτέρω συζήτησης και όρθωσαν μια μονολιθική άρνηση εμβάθυνσης στη φύση και τα πεπραγμένα του καθεστώτος, τουλάχιστον μέχρις ότου επιτευχθεί ένα βασικό consensus για τον εγκληματικό και δαιμονικό χαρακτήρα του. Για να τεκμηριώσουν τη στάση τους οι «αντικαστρικοί» επικαλέστηκαν το σύστημα μεταφυσικής του Διαφωτισμού: τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα που ισχύουν καθολικώς, πάντα και παντού, σε κάθε εποχή και κάθε γεωγραφικές συντεταγμένες, έως τη συντέλεια των αιώνων.

Στην πραγματικότητα οι δύο μερίδες, παρά τα φαρμακερά βέλη που αντάλλαξαν, δεν διαφέρουν και πολύ μεταξύ τους. Αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Από τη μια, νοσταλγία για ένα «σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο» και τύψεις για προδομένους ριζοσπαστισμούς της νιότης∙ σαν εκείνες που ταλαιπωρούσαν τον άνθρωπο με το καρπούζι στο διήγημα του Μάριου Χάκκα «Το ψαράκι της γυάλας». Παρότι κοροϊδευτικός, ο χαρακτηρισμός «ισαποστασάκηδες» τους περιποιεί εμμέσως μια τιμή που δεν τους πρέπει: «ίσες αποστάσεις» και «ουδετερότητα» τηρούν μόνο όταν πρόκειται για δικτατορικά καθεστώτα σοσιαλιστικού-προοδευτικού προσήμου∙ θα εξετάσουν ακριβοδίκαια την πολιτεία του Κάστρο, αποφεύγοντας τους εύκολους αφορισμούς και εντάσσοντας την στο ιστορικό της συγκείμενο, τους είναι ωστόσο αδιανόητο να προσέλθουν με την ίδια διάθεση ακριβοδικίας στην αποτίμηση μιας «μαύρης» δικτατορίας, ενός αντιδραστικού καθεστώτος εθνικιστικής κοπής. Εκεί δεν υπάρχει χώρος για λεπτολόγες διακρίσεις υπέρ και κατά, μόνο κάθετη καταδίκη.

Από την άλλη έχουμε την ηθικολογία της ισοπέδωσης: «όλες οι δικτατορίες είναι το ίδιο κακές, δεν έχουμε να πούμε κάτι παραπάνω για τον Κάστρο». Ρηχός ιδεαλισμός, βάναυση εξαπλούστευση, επιστημολογική αφέλεια, ζηλωτισμός της δικαιωματικής ορθοδοξίας, απώλεια κάθε αίσθησης ιστορικότητας∙ εν τέλει μια απολίτικη ανοησία, εφάμιλλη του «καταδικάζουμε τη βία από όπου και αν προέρχεται» και φοβική μπροστά στο ενδεχόμενο ενός υπαρξιακού διλήμματος. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, οι αξιολογικές διαβαθμίσεις των δικτατοριών πρέπει να απασχολούν μόνο ένα ιερατείο ειδικών που θα παράγει επιστημονικά πορίσματα προς αυτοκατανάλωση∙ οι «απλοί» θα δέχονται την αλήθεια από τους επαΐοντες ως εξ αποκαλύψεως, σε συσκευασία δώρου, συνθηματολογική και εύπεπτη.

Ενα εργαλείο για να αποκαλυφθεί αυτή η ατολμία και ο υφέρπων σνομπισμός όσων εγκατοικούν μακαρίως σε ένα ιδιωτικό moral high ground, είναι τα υποθετικά ερωτήματα που μας ζητούν να επιλέξουμε μεταξύ μιας κόκκινης και μιας μαύρης δικτατορίας, στη λογική του «μη χείρον βέλτιστον» και με την προϋπόθεση ότι καμία τρίτη εναλλακτική δεν προσφέρεται. Παρά την εγγενή αυθαιρεσία τους, τέτοια πειράματα καταδεικνύουν το έλλειμμα πολιτικότητας και τις μανιχαϊκές διαθέσεις που χαρακτηρίζουν μεγάλο μέρος του κατά τα άλλα «μετριοπαθούς» φιλελεύθερου κέντρου.

Σήμερα το υποθετικό ερώτημα παίρνει τη μορφή «Μπατίστα ή Κάστρο»∙ τι θα επιλέγατε, εάν θεωρητικά είχατε τη δυνατότητα, ανάμεσα σε ένα διεφθαρμένο μαφιόζικο καθεστώς, δουλικό προς την καπιταλιστική υπερδύναμη, και έναν ανελεύθερο ροβεσπιερικό κομμουνισμό της καταναγκαστικής αρετής; Σε άλλες εκδοχές του το ερώτημα μπορεί να αφορά τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όπου φασίζοντα καθεστώτα του μεσοπολέμου μετατράπηκαν σε Λαϊκές Δημοκρατίες υπό το κράτος των σοβιετικών όπλων. Όταν φτάνουμε στην Ελλάδα το πράγμα γίνεται ιδιαιτέρως ακανθώδες καθώς το υποθετικό ερώτημα συγκεκριμενοποιείται είτε ως προς την επταετία –π.χ. κατά πόσον ήταν προτιμότερη από ένα πιθανό παπανδρεϊκό πραξικόπημα κανταφικού τύπου, με εκδίωξη του βασιλιά, μεγάλης κλίμακας κοινωνικοποιήσεις, αλλαγή γεωπολιτικού προσανατολισμού κλπ– είτε ως προς τον εμφύλιο, π.χ. στη μορφή «θα υποστηρίζατε μια δικτατορική εκτροπή σε περίπτωση που ο πόλεμος κατά των ανταρτών δεν μπορούσε να κερδηθεί με άλλο τρόπο;».

Είναι προφανές ότι η μορφή με την οποία θα διατυπωθεί το ερώτημα και θα εκτεθούν οι δύο εναλλακτικές με τις παραμέτρους τους, δεν είναι αθώα αλλά προδικάζει σε μεγάλο βαθμό την απάντηση. Αντί όμως να επιμείνει στην αυθαιρεσία ενός ερωτήματος που εν πολλοίς λαμβάνει το ζητούμενο, ο ηθικολόγος κεντρώος πέφτει στην παγίδα. Χωρίς να αμφισβητεί τη νομιμότητα του διλήμματος καθαυτού, υπεκφεύγει λέγοντας ότι και οι δύο εναλλακτικές είναι εξίσου κακές. Αρνείται να πάρει θέση αλλά το κάνει για τους λάθος λόγους. Αντί να ζητήσει να διευκρινιστούν όσο γίνεται περισσότερο οι όροι του διλήμματος, βιάζεται να προβεί σε μια σαθρή πραγματολογικά εκτίμηση: ότι όλες οι δικτατορίες είναι ίδιες και ενέχουν την ίδια πολιτική απαξία, ανεξαρτήτως των πραγματώσεων τους, μόνο και μόνο επειδή καταπάτησαν την πανίερη αρχή του φιλελεύθερου κοινοβουλευτισμού.

Υπάρχει ένας ακόμη τρόπος να αμφισβητηθεί η νομιμότητα του ερωτήματος, ως πειράματος που διεξάγεται in vitro, σε συνθήκες εργαστηρίου, χωρίς εμπλοκή των ερωτηθέντων με τη συγκεκριμένη πραγματικότητα που αναπαριστά: να δείξουν ότι η επιλογή μεταξύ του κόκκινου και του μαύρου δεν μπορεί να γίνει με βάση αφηρημένες συνειδησιακές αρχές αλλά εξαρτάται από την υλική υπόσταση των υποκειμένων, δηλαδή τη θέση τους στην κοινωνική ιεραρχία και τη σχέση τους με τα μέσα παραγωγής. «Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει το Είναι τους, μα αντίθετα, το κοινωνικό Είναι που καθορίζει τη συνείδησή τους», η περίφημη φράση του Μαρξ από τον πρόλογο στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας. Αυτό το βήμα οι φιλελεύθεροι αδυνατούν να το κάνουν, διότι ανατρέπει ολόκληρο το οικοδόμημα της ιδεαλιστικής-ηθικολογικής αυτοκατανόησης τους.

Συμπερασματικά: οι δικτάτορες δεν μπορούν να μπουν όλοι στο ίδιο τσουβάλι, χωρίς εμπεριστατωμένη εξέταση του συνόλου των πεπραγμένων τους. Η φαινομενολογία της αντικοινοβουλευτικής διακυβέρνησης είναι αχανής και πολυσχιδής. Η συμπερίληψη ενός τεράστιου εύρους ιστορικών μορφών σε μια ενιαία «δικτατορική» κατηγορία νοείται μόνο ως προληπτικό μέτρο καθεστωτικής άμυνας εκ μέρους των φιλελεύθερων δημοκρατιών. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να ανάγεται σε επιστημολογικό αξίωμα που εκτοξεύεται ex cathedra για να αντικαταστήσει τον κριτικό στοχασμό με μονοδιάστατες βεβαιότητες.