532
|

«Το βιβλίο της Κατερίνας», Αύγουστος Κορτώ (Πατάκη)

Avatar protagon.import 15 Οκτωβρίου 2013, 00:35

«Το βιβλίο της Κατερίνας», Αύγουστος Κορτώ (Πατάκη)

Avatar protagon.import 15 Οκτωβρίου 2013, 00:35

Δεν ξέρω πώς να τ' ακουμπήσω.

Μ' ανήμπορα μέλη και την καρδιά να χάνεται πλησιάζοντάς το, σχεδόν ακρωτηριασμένη, οι ώρες περνούν και το βιβλίο μένει ανάποδα στο τραπέζι. Μια στις τόσες περνώ και το γυρίζω, την κοιτώ μόνο για λίγο, το πανέμορφο κοριτσάκι του εξωφύλλου μου χαμογελά και ύστερα με παίρνει το παράπονο (παλιό και παιδικό), την πλακώνω με άλλα χαρτιά και σημειώσεις και αλλάζω δωμάτιο.

Τώρα όμως που τα υλικά σου απλώθηκαν για τα καλά στο σπίτι, μπορώ, έστω με κάποια συστολή, να τα αγγίζω: λεπτά φύλλα καθαρού χρυσού φτιάξαν στοιβάδες ανάμεσα στα έπιπλα, φωτεινά ζαφείρια γίναν γραμμές στους τοίχους και ένα μεγάλο κατακόκκινο ρουμπίνι απ' τη λαβή του ξίφους του πυρήνα σου, σα κλειδί, κλέβει και ακτινοβολεί παντού το φως.

Στην αρχή ταξινόμησα τις πρώτες ύλες με βάση τα υλικά τους: πρώτα έρχονται τα λουλούδια -του πάθους, μια δέσμη μωβ βιολέτες δεμένες με φιόγκο, καλαμιές που χορεύουν με τη μουσική, φύλλο-φύλλο όλο το χρυσάφι. Μετά, μικρά κομμάτια από γυαλί γέμισαν τα πατώματα, και έτσι όπως λαμπυρίζουν κοφτερά μες τη μέρα, μια διαρκής απειλή απλώνεται μήπως γεμίσει αίματα το φως. Και ύστερα οι μυρωδιές: μωρού, ποτού και σπιτικής κρέμας.

Ο διακεκριμένος ξένος τα φρόντισε όλα. Και στην κορφή του σπιτιού πετά το μικρό χελιδόνι του χειμώνα.

Τώρα που φεύγεις, Κατερίνα, πάρε μαζί σου το παιδί και μάθε του να μελετά όλα τα δέντρα -ρίζες, κορμούς, φύλλα, ίνες και τους καρπούς τους- και μετά γύρισέ το πάλι στο φως να ζεσταθεί και να γυρίσει σε μας χελιδόνι.

Βάζω τα υλικά σου στη δικηγορική μου τσάντα και τα παίρνω μαζί κάτω στον δρόμο. Υποθηκοφυλακείο, πανεπιστήμιο, Paul, Ακαδημίας, Αιόλου. Έξω από ένα παλιομοδίτικο μαγαζί με ξεβαμμένα υφάσματα αναποδογυρίζω την τσάντα και όλα ξανά απλώνονται στο πεζοδρόμιο. Τώρα τα υλικά έχουν μπλεχτεί και το παιδί αεροπόρος πια, πετά με το παιδικό του αεροπλάνο σε μαγική πτήση, προς μια αγκαλιά που το περιμένει στον ανοικτό ουρανό. Δες, το κρατά για λίγο μέσα της και ύστερα σαν ανεμοδείκτης το στέλνει προς τον σωστό αέρα.

Δεν ξέρω πώς να σ' ακουμπήσω, κύριε Κορτώ, εσένα και την ιστορία σου λέω, που αξίζει τις τιμές όλες του κόσμου και έναν ξεχασμένο σεβασμό, τον πιο βαθύ και ειλικρινή του καθενός μας.

Γιατί είναι (και είσαι) γεμάτη (και γεμάτος) αρετές πολύ σπουδαίες, αιματοβαμμένες και γι' αυτό μεγαλειώδεις. Γιατί διδάσκει(ς) χωρίς να το επιζητεί(ς) το πιο σημαντικό νόημα στη ζωή και την ιστορία των ανθρώπων. Γιατί είναι αγαπησιάρικη και συ το σοφό παιδί της.

Δεν θέλω να βάλω λέξεις στη σκέψη μου που να αλλοιώσουν ή να περιγράψουν την ιστορία σου. Θέλω να σε βρίσκω μόνο στις σελίδες σου, φτιάχνοντας ήχους, αισθήσεις αφής, ακοής και όσφρησης, χρώματα και μυρωδιές από λουλούδια. Γιατί η ψυχή σου, κύριε Κορτώ, πουπουλένια κοιλίτσα μικρού χελιδονιού, ανήκει σε έναν άλλο κόσμο, που κατοικείται μόνο από χειμωνιάτικα φτερωτά χελιδόνια και χρυσούς κουρασμένους πρίγκιπες.

Αν είχα αδέρφια, κύριε Κορτώ (και επειδή δεν έχω, διαθέτω την πολυτέλεια να διαλέγω φανταστικά τα καλύτερα) εσένα θα διάλεγα, θα σου έστρωνα στο παιδικό μου δωμάτιο, θα σου έπλενα τα πόδια και μετά θα σου ζητούσα να μου πεις με τις δικές σου λέξεις μονάχα, ξανά το παραμύθι του Ευτυχισμένου Πρίγκιπα αντεστραμμένα από το τέλος προς την αρχή του, για εκείνο τον μολυβένιο μοναχικό άνθρωπο με τη χρυσή καρδιά και τη ματιά της μαμάς σου.