1112
Η ομάδα της Ουρουγουάης που ήταν... υπεύθυνη για την εθνική τραγωδία της Βραζιλίας | RDB/DUKAS/Universal Images Group via Getty Images

Η μέρα που έκλαψε όλη η Βραζιλία

Sportscaster Sportscaster 16 Ιουλίου 2025, 19:34
Η ομάδα της Ουρουγουάης που ήταν... υπεύθυνη για την εθνική τραγωδία της Βραζιλίας
|RDB/DUKAS/Universal Images Group via Getty Images

Η μέρα που έκλαψε όλη η Βραζιλία

Sportscaster Sportscaster 16 Ιουλίου 2025, 19:34

Το πρωί της 16ης Ιουλίου 1950 η εφημερίδα «O Mundo Sportivo» κυκλοφόρησε με τον πηχυαίο τίτλο «Brasil Campeao!» στην πρώτη της σελίδα. Ο τελικός του πρώτου Μουντιάλ που διεξήχθη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο θα άρχιζε σε μερικές ώρες, όμως όλοι -όχι μόνο οι Βραζιλιάνοι- ήταν βέβαιοι ότι η «Σελεσάο» θα στεφόταν παγκόσμια πρωταθλήτρια.

Εκείνη την εποχή η εθνική ομάδα της Βραζιλίας ήταν ακαταμάχητη, παίζοντας μάλιστα ένα ποδόσφαιρο εξωπραγματικό, πολύ διαφορετικό από το συνηθισμένο. Είχε φτάσει στο final-4 της διοργάνωσης με χαρακτηριστική ευκολία, έχοντας σημειώσει 13 τέρματα στα δύο προηγούμενα παιχνίδια της. Ο αρχισκόρερ της, Αντεμίρ, είχε ήδη πετύχει 8 γκολ στο τουρνουά (ένα ρεκόρ που κράτησε μέχρι το 2002), Διέθετε τον καλύτερο γκολκίπερ. Και αγωνιζόταν στη χώρα της, μπροστά στο φλογερό κοινό της. Πώς ήταν δυνατόν, να μη νικήσει την Ουρουγουάη, την οποία την προηγούμενη χρονιά (στο Κόπα Αμέρικα του 1949) είχε συντρίψει με 5-1 στο δρόμο προς την κατάκτηση του τροπαίου; Αλλωστε, της αρκούσε και η ισοπαλία για να σηκώσει το πρώτο της Παγκόσμιο Κύπελλο.

Ο πρόεδρος της FIFA (και εμπνευστής της διοργάνωσης), Ζιλ Ριμέ, είχε ετοιμάσει τον συγχαρητήριο λόγο του για τον θρίαμβο της Βραζιλίας, στα Πορτογαλικά. Μια μπάντα, παρατεταγμένη δίπλα από την πλάγια γραμμή του αγωνιστικού χώρου, βρισκόταν εκεί για να παίξει το «Βραζιλία, οι Νικητές» αμέσως μετά το σφύριγμα της λήξης. Ηταν γραμμένο, σε ρυθμό σάμπα, ειδικά για αυτή την περίσταση.

Στο νεότευκτο «Μαρακανά», το μεγαλύτερο στάδιο του Κόσμου, το οποίο χτίστηκε για τις ανάγκες της διοργάνωσης, οι εργασίες δεν είχαν ολοκληρωθεί ακόμη (υπήρχαν σκαλωσιές που στήριζαν τη στέγη), όμως οι Βραζιλιάνοι δεν άλλαξαν τα σχέδιά τους: η κορυφαία -μέχρι τότε- στιγμή του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου έπρεπε να συνδεθεί με το γήπεδο που κατασκευάστηκε για να αποτελέσει τον ναό του.

Αν και «κόπηκαν» 173.850 εισιτήρια, οι θεατές που στριμώχτηκαν στις εξέδρες ήταν, περίπου, 200.000 – το 1/10 του πληθυσμού του Ρίο ντε Τζανέιρο. Χόρευαν, τραγουδούσαν και ανέμιζαν σημαίες της Βραζιλίας, ώρες πριν αρχίσει το ματς. Μόλις οι ομάδες βγήκαν στον αγωνιστικό χώρο, χιλιάδες πυροτεχνήματα και σύννεφα από κομφετί εκτοξεύτηκαν στο τερέν. Αλλά το πάρτι που όλοι περίμεναν, εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο κάζο που έχει καταγραφεί στην Ιστορία του ποδοσφαίρου. Εμεινε γνωστό ως «Μαρακανάσο», με τον όρο αυτόν να περιγράφει ακόμη και στις μέρες μας το ακραία αναπάντεχο αποτέλεσμα: την ήττα του φαβορί, ειδικά σε τελικό που διεξάγεται στην έδρα του.

Η Βραζιλία έχασε πολλές ευκαιρίες στο πρώτο 45λεπτο, προηγήθηκε στο σκορ στο 47’, όμως η Ουρουγουάη πέτυχε μια απίθανη ανατροπή σκοράροντας δύο γκολ μέσα σε 13 λεπτά. Το τέρμα του Αλσίδες Γκίτζια, που έγραψε το τελικό 2-1, έβαλε το γήπεδο… στη σίγαση. «Τρία άτομα έχουν κάνει το ‘’Μαρακανά’’ να σωπάσει: ο Σινάτρα, ο Πάπας κι εγώ», έχει πει ο ουρουγουανός εξτρέμ για αυτό το γκολ, ένα από τα πιο ιστορικά σε αυτό το σπορ.

Εκτοτε ο Γκίτζια επισκέφθηκε αρκετές φορές τη Βραζιλία (το 2014 είχε προσκληθεί στο Ρίο ντε Τζανέιρο για την κλήρωση των αγώνων του δεύτερου Μουντιάλ που φιλοξένησε η χώρα), και κανείς δεν έδειχνε να του κρατάει κακία, όπως έλεγε ο ίδιος. Αλλά και κανείς δεν είχε ξεχάσει. Ακόμη και μετά το 2002, όταν πλέον η «Σελεσάο» είχε κατακτήσει πέντε Παγκόσμια Κύπελλα, όλοι του μιλούσαν για εκείνο το γκολ που έριξε ένα ολόκληρο έθνος σε κατάθλιψη. Ο ποδοσφαιρικός ήρωας της Ουρουγουάης πέθανε στο Μοντεβιδέο στις 16 Ιουλίου 2015, ανήμερα της 65ης επετείου του μεγάλου του κατορθώματος.

Μόλις ο ρέφερι σφύριξε τη λήξη, αποκαλύφθηκε το μέγεθος της τραγωδίας. Σε εκείνον τον τελικό έχασαν τη ζωή τους πάνω από 90 θεατές. Κάποιοι αυτοκτόνησαν, πηδώντας στο κενό από τις κερκίδες του πανύψηλου σταδίου. Κάποιοι άλλοι υπέστησαν καρδιακή προσβολή. Οι γιατροί του γηπέδου χρειάστηκε να προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες σε εκατοντάδες ανθρώπους – πολλοί από αυτούς διακομίστηκαν σε νοσοκομείο. Οι πιο ψύχραιμοι παρέμειναν στις εξέδρες ακίνητοι για 10-15 λεπτά, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσουν τι είχε συμβεί.

Αξιωματούχοι της FIFA παρέδωσαν το τρόπαιο στους νικητές σχεδόν στα κρυφά, χωρίς να γίνει τελετή απονομής. Αλλωστε, κανείς δεν είχε σκεφθεί να προετοιμάσει έναν λόγο για την περίπτωση που θα κέρδιζε η Ουρουγουάη. Ο εκφωνητής του σταδίου σώπασε. Δημοσιογράφοι δεν επέστρεψαν στις εφημερίδες τους για να γράψουν το ρεπορτάζ. Πολλοί παραιτήθηκαν και άλλαξαν επάγγελμα. Οι φήμες ότι ο προπονητής της «Σελεσάο», Φλάβιο Κόστα, έφυγε από το γήπεδο μεταμφιεσμένος για να γλιτώσει από την οργή του πλήθους, έμειναν φήμες.

Τα δύο επόμενα χρόνια η εθνική ομάδα της Βραζιλίας δεν έδωσε ούτε έναν αγώνα. Για να ξαναπαίξει στο «Μαρακανά», πέρασε μια τετραετία. Τις λευκές εμφανίσεις με τις μπλε λεπτομέρειες, τις ξαναφόρεσε έπειτα από 69 ολόκληρα χρόνια – έτσι καθιέρωσε την κίτρινη φανέλα, με την οποία τη γνώρισαν οι νεότεροι φίλαθλοι.

Το 1950 ο Πελέ ήταν εννέα ετών. Παρακολούθησε το Μουντιάλ από το ραδιόφωνο. Οπως εκμυστηρεύθηκε πολλά χρόνια αργότερα, ήταν η πρώτη φορά που είδε τον πατέρα του να κλαίει. Δεν ήταν ο μόνος – εκείνη τη μέρα έκλαψε όλη η Βραζιλία. Βυθίστηκε στο πένθος για πολύ καιρό. Πολλοί είχαν πιστέψει ότι, έπειτα από αυτό, δεν θα ένιωθαν χαρούμενοι ποτέ ξανά. «Η δική μας καταστροφή, η δική μας Χιροσίμα, ήταν η ήττα από την Ουρουγουάη το 1950», υποστήριξε ο βραζιλιάνος σκηνοθέτης, Νέλσον Ροντρίγκες.

Για τους Βραζιλιάνους, το ποδόσφαιρο είναι τρόπος ζωής. Κομμάτι της κουλτούρας τους, και κάτι περισσότερο: θρησκεία. Αλλά υπήρχαν κι άλλοι λόγοι, για τους οποίους πήραν αυτή την αποτυχία τόσο κατάκαρδα. Σε εκείνη τη διοργάνωση, που παρακολουθούσε όλος ο κόσμος, ήθελαν να καταπλήξουν με το ποδοσφαιρικό τους ταλέντο, να κερδίσουν τον σεβασμό και τον θαυμασμό, να δείξουν ότι είναι μια ανερχόμενη δύναμη.

Επιπλέον, ένας θρίαμβος θα τους ένωνε ως έθνος. Η Βραζιλία υπήρξε η τελευταία χώρα του δυτικού ημισφαιρίου που κατήργησε τη δουλεία (1888), και στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα οι φυλετικές διακρίσεις ήταν έντονες ακόμη. Ενας θρίαμβος της εθνικής τους ομάδας, που θα ήταν αποτέλεσμα της αρμονικής συνεργασίας λευκών και μαύρων, θα αποτελούσε μια πρώτης τάξεως κοινωνική κόλλα.

Σε κάθε εθνική τραγωδία πρέπει να υπάρχει ένας φταίχτης. Για το «Μαρακανάσο», το εξιλαστήριο θύμα βρέθηκε στο πρόσωπο του γκολκίπερ, Μοασίρ Μπαρμπόσα, ο οποίος στη συλλογική συνείδηση κρίθηκε ένοχος χωρίς ελαφρυντικά για την αδυναμία του να αποτρέψει το νικητήριο γκολ της Ουρουγουάης. «Εκείνη τη στιγμή», είχε πει, «είχα την αίσθηση πως 200.000 ζευγάρια μάτια είχαν στραφεί σε μένα και με ήθελαν νεκρό».

Τις δύο πρώτες μέρες μετά τον τελικό κρυβόταν σε φιλικό σπίτι, καθώς φοβόταν για τη ζωή του. Στη συνέχεια, όλοι τον απέφευγαν, ακόμη και δικοί του άνθρωποι. Η καριέρα του καταστράφηκε μέσα σε ένα λεπτό. Εγινε εργάτης στο «Μαρακανά». Οταν, 44 χρόνια μετά, θέλησε να επισκεφθεί το προπονητικό κέντρο της Βραζιλίας, πριν από το Μουντιάλ του 1994, του το απαγόρευσαν για να μη φέρει κακοτυχία στην ομάδα.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ζούσε φιλοξενούμενος στο σπίτι της κουνιάδας του, με μόνο εισόδημα μια μικρή σύνταξη. Λίγο πριν ξεψυχήσει, στις 7 Απριλίου 2000, ψέλλισε για τελευταία φορά το μεγάλο του παράπονο: «Δεν έφταιγα εγώ, δεν έπαιζα μόνος μου, ήμασταν 11».

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News

Διαβάστε ακόμη...

Διαβάστε ακόμη...