782
| CreativeProtagon

Γιατί πρέπει να μαθαίνουμε αρχαία ελληνικά;

Γιάννης Μαύρος Γιάννης Μαύρος 8 Ιουνίου 2016, 13:00

Γιατί πρέπει να μαθαίνουμε αρχαία ελληνικά;

Γιάννης Μαύρος Γιάννης Μαύρος 8 Ιουνίου 2016, 13:00

Η καθαρευουσιάνικη συνεκφορά «παρά φύσιν» του υπουργού Παιδείας Νίκου Φίλη ήταν μια μάλλον τραβηγμένη και γραφική διατύπωση. Σε αυτή τη γραφικότητα βρήκαν πάτημα οι γνωστές μονταζιέρες των εκάστοτε αντιπολιτευόμενων μήντια (παραδοσιακών τε και κοινωνικών) και παραποίησαν το νόημα της δήλωσης. Ο Φίλης χαρακτήρισε παρά φύσιν το ότι τα Αρχαία διδάσκονται περισσότερες ώρες από τα Νέα στο γυμνάσιο· όχι την αρχαία γλώσσα per se ή γενικά τη διδασκαλία της, όπως ψευδώς διαδόθηκε. Ο ίδιος θα έπρεπε ίσως να είναι πιο προσεκτικός· αλλά ας μη ζητάμε πολλά. Σε κάθε περίπτωση η ειρωνεία του πράγματος παραμένει, μια δήλωση «κατά» των Αρχαίων με χρήση ενός καθαρεύοντος τύπου.

Ας περάσουμε όμως και στην ουσία της συζήτησης, η οποία για μια ακόμη φορά καλύφθηκε από τον κουρνιαχτό της μικροπολιτικής μωρίας. Ποιες δεξιότητες και πρακτικά εφόδια προσφέρουν τα αρχαία στους αυριανούς εργαζόμενους, που θα τους βοηθήσουν να επιβιώσουν σε ένα περιβάλλον ολοένα και σκληρότερου ανταγωνισμού; Ο σημερινός κόσμος απαιτεί άλλου είδους ικανότητες και άλλου τύπου γνώσεις από την εγκλιτική αντικατάσταση του ἑώρακα ή τα έξι είδη των υποθετικών λόγων. Προσωπικά, αν και λάτρης των κλασικών γλωσσών και απόφοιτος Φιλοσοφικής, δεν θα είχα πρόβλημα να μην διδάσκονται αρχαία από το πρωτότυπο ούτε στο Λύκειο – με την εξαίρεση φυσικά της θεωρητικής κατεύθυνσης. Οι περισσότεροι έλληνες μαθητές δεν αγαπούν το μάθημα λόγω της δυσκολίας του· αυτό είναι κάτι που οφείλουμε να αφουγκραστούμε και όχι να εξορκίζουμε ως απλή φυγοπονία και λογική της ήσσονος προσπάθειας.

Τα αρχαία, όπως συνήθως φορμαλιστικά διδάσκονται, αποτελούν σε μεγάλο βαθμό ένα είδος φρονηματισμού. Αυτό βασίζεται σε μια υπόρρητη αντίληψη για τον σκοπό της εκπαίδευσης: δεν προσφέρει μόνο χρήσιμες γνώσεις με άμεσο πρακτικό αντίκρισμα αλλά έχει επίσης φρονηματιστική και πειθαρχική λειτουργία, σαν στρατιωτικό καψόνι που «φτιάχνει χαρακτήρα» μέσα από φαινομενικά παράλογες βασάνους. Οσοι αγαπούν πραγματικά τα αρχαία ελληνικά και τις κλασικές γλώσσες στεναχωρούνται με αυτή την εργαλειοποίησή τους αλλά και τα λόγια απαξίωσης που καθημερινά βγαίνουν από το στόμα των παιδιών. Ας είναι τα αρχαία ελληνικά για λίγους, εκείνους που τα πονούν και θα τα διακονήσουν με αφοσίωση. Ας μην προσπαθούμε να τα μπήξουμε με το ζόρι στο μυαλό του αυριανού χειριστή μηχανημάτων ή της αυριανής σχεδιάστριας πολυμέσων.

Η εξαναγκαστική επαφή με την αττική γλώσσα δεν αποσκοπεί τόσο στην άρτια εκμάθησή της όσο στην συναρμολόγηση μιας ταυτότητας. Προσφέρει μια σχηματική απάντηση σε ένα υπαρξιακό αίτημα αυτογνωσίας

Αλλωστε η σχολική μορφή των αρχαίων –εν πολλοίς και η πανεπιστημιακή– περιορίζεται στην εκμάθηση της αττικής διαλέκτου, ενός πολύ μικρού κλάσματος της εκπληκτικής ποικιλομορφίας των ελληνικών διαμέσου των αιώνων. Είναι κοινός τόπος ο διαλεκτικός πλούτος της αρχαίας γλώσσας, για να μην αναφερθούμε σε βυζαντινές και εκκλησιαστικές μορφές μεσαιωνικής ελληνικής. Η ουσιαστική κατανόηση και αξιοποίηση αυτού του πλούτου απαιτεί κοπιαστική εμβάθυνση και εξειδικευμένες γνώσεις π.χ. επιγραφικής, παπυρολογίας, παλαιογραφίας, συγκριτικής γλωσσολογίας.

Πολλοί εξ αριστερών θα κατηγορήσουν αυτή την προσέγγιση για ελιτισμό και έμμεση εισαγωγή ταξικών διακρίσεων. Είναι η αιώνια αμφιθυμία της Αριστεράς προς την τεχνική εκπαίδευση. Αφενός η τεχνική εκπαίδευση θα συμβάλει στην προαγωγή των παραγωγικών μέσων και την καπιταλιστική συσσώρευση που θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για το πέρασμα στον σοσιαλισμό. Αφετέρου ο ωφελιμοκεντρισμός και η έμφαση στη χρησιμότητα των γνώσεων παράγουν άμορφη ύλη, αποϊδεολογικοποιημένες ανθρωπομάζες που θα προσφέρουν μοντέρνους σκλάβους στο παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο. Αντ’ αυτού προτείνεται ένα πιο ουμανιστικό και ολιστικό πρότυπο διδασκαλίας που θα αποσκοπεί στην ολόπλευρη ανάπτυξη ενός οιονεί αναγεννησιακού ανθρώπου. Στο σημείο αυτό η Αριστερά εφάπτεται με το ελληνοχριστιανικό όραμα της παραδοσιοκρατικής Δεξιάς, που βλέπει στην εκπαίδευση το όχημα της εθνικοποίησης των μαζών, ένα όργανο εθνικής κατήχησης στο οποίο τα αρχαία παίζουν κομβικό ρόλο.

Ο λόγος λοιπόν που οι αντιδράσεις στην τοποθέτηση Φίλη παίρνουν μορφή υστερίας δεν είναι μόνο το συγκυριακό αντισυριζαϊκό πάθος. Το πράγμα πάει πολύ βαθύτερα και αφορά το καταστατικό αφήγημα του κράτους που ιδρύθηκε με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830: ο φιλελληνικός μύθος της καταγωγής των Νεοελλήνων από τους Αρχαίους, η πρώτη από τις τρεις μεγάλες συγκροτητικές στιγμές της εθνικής αυτοβιογραφίας (οι άλλες δύο είναι η συνέχεια και η αυθεντικότητα). Με βάση αυτό δομήθηκε μια παιδεία ασφυκτικά κλασικιστική και εθνοκεντρική και τυπολατρική, που αποθεώνει τις ελευθέριες τέχνες εις βάρος των μηχανικών τεχνών. Η εξαναγκαστική επαφή με την αττική γλώσσα δεν αποσκοπεί τόσο στην άρτια εκμάθησή της όσο στην συναρμολόγηση μιας ταυτότητας. Προσφέρει μια σχηματική απάντηση σε ένα υπαρξιακό αίτημα αυτογνωσίας.

Θα πει όμως κάποιος: «Και γιατί είναι κακό να μαθαίνουν τα παιδιά μας αρχαία ελληνικά; Ποιον ενοχλούμε;» Κακό δεν είναι. Είναι επιθυμητό και όμορφο. Oμως ο διδακτικός χρόνος είναι πεπερασμένος, όχι άπειρος. Μακάρι όλοι να είχαμε πολλές ζωές να μαθαίναμε τα πάντα. Όμως πρέπει να θέσουμε προτεραιότητες. Να ιεραρχήσουμε τις ανάγκες μας. Στη θέση των σχολικών αρχαίων θα μπορούσαν να εισαχθούν μαθήματα με άμεσο αντίκρισμα στις λειτουργίες του σύγχρονου κόσμου: βασικές γνώσεις οικονομίας και διοίκησης, βασικές γνώσεις νομικών και πολιτικής επιστήμης, περισσότερη πληροφορική, περισσότερες ξένες γλώσσες· πολύτιμα σύνεργα για το δύσκολο μέλλον που καταφτάνει.