584
|

Σας βλέπω κι εγώ!

Σας βλέπω κι εγώ!

Photo: Λίλα Σωτηρίου

Οι προθέσεις μου ήταν αγαθές. Εσκόπευα να αποσύρω τα τελευταία υπολείμματα των καταθέσεων μου, και να τα αποστείλω κατ ευθείαν στην νεοεκλεγμένη μας κυβέρνηση. Σκέφτηκα δηλαδή –έμπλεως εθνικών αισθημάτων- ότι οι μισθωτοί θα πληρώσουν και πάλι το διαρκές έλλειμμα και τις σπατάλες. Γιατί λοιπόν να μην διευκολύνω μόνος μου το οικονομικό επιτελείο, γιατί να μην συμμερισθώ έμπρακτα την αγωνία του;

Με την υπερηφάνεια λοιπόν του πολίτη, που γνωρίζει το χρέος του, έφτασα σε μια μεγάλη Τράπεζα του Κολωνακίου –εκεί, που οι γιατροί εξετάζουν δωρεάν τους ασθενείς- και δοκίμασα να ανοίξω την πόρτα. Μάταιος κόπος! Έπρεπε πρώτα να πατήσω ένα κουμπί, να ανάψει ένα φωτάκι πράσινο, για να βρεθώ σε ένα κλειστοφοβικό χώρο που έμοιαζε με τηλεφωνικό θάλαμο. Εκεί όμως αισθάνθηκα πανικό: Μια φωνή από το υπερπέραν, με διέταξε να κοιτάξω ένα άλλο φωτάκι, κόκκινο αυτήν την φορά, και να περιμένω πειθαρχικά. Ήταν πια αδύνατον να αποδράσω: Η πίσω πόρτα είχε κλείσει, η άλλη, που θα με έβαζε στο εσωτερικό της τράπεζας, δεν άνοιγε.

Καθώς όμως έψαχνα με αγωνία για διέξοδο, τα πράγματα χειροτέρεψαν. Διαπίστωσα ότι η φωνή ή το βλέμμα από το υπερπέραν, με παρακολουθούσε! Με έβλεπε! Σε πιο αυστηρό τόνο, με διέταξε τώρα να μην κινούμαι, να παραμείνω στο κέντρο ενός κύκλου που υπήρχε στο πάτωμα, και να προσηλωθώ στο κόκκινο φωτάκι. Υπάκουσα απολύτως –τι άλλο να έκανα; Ήταν φανερό ότι έβλεπαν τις κινήσεις μου, το πρόσωπο μου -πιθανόν να διάβαζαν και την σκέψη μου: Ότι εσκόπευα, έμπλεως εθνικής υπερηφανείας, να αποσύρω τα υπολείμματα των καταθέσεων μου• συν τους τόκους. Τα γόνατα μου είχαν λυγίσει, παρέμενα όμως πάντα στον κύκλο, με τα μάτια μου στραμμένα στο κόκκινο φωτάκι. Ήξερα πια ότι με έβλεπαν. Με έβλεπαν εκείνοι, από παντού.

Κάποια στιγμή- ω του θαύματος! Η φωνή από το υπερπέραν με πληροφόρησε ότι μπορώ να προχωρήσω, η πόρτα προς το εσωτερικό της τράπεζας άνοιξε. Βρέθηκα στον γνωστό μου παράδεισο: Επενδυτές και μικροκαταθέτες, δανειολήπτες και χρηματιστές, όλοι εκεί. Ο παράδεισος μου, ο παράδεισος μας.
Την εθνική μου όμως υπερηφάνεια είχε πια αντικαταστήσει μια εθνική καταισχύνη. Δεν τολμούσα να αποσύρω τις καταθέσεις μου –με έβλεπαν! Έτσι το οικονομικό μας επιτελείο θα έμενε μόνο και αβοήθητο. Εμπλεως τύψεων λοιπόν, άρχισα να βαδίζω προς την έξοδο, με την υποψία ότι ένα κόκκινο φωτάκι παρακολουθούσε πάλι τις κινήσεις μου.

Τότε μια υπερήφανη σκέψη φώτισε σαν αστραπή το κουρασμένο μου μυαλό. Εκείνοι με έβλεπαν -τους βλέπω όμως κι εγώ! Με έβλεπαν: Με κάμερες στους δρόμους και σε τράπεζες, σε σουπερμάρκετ και στα αεροδρόμια, με παρακολουθούν από δορυφόρους και κινητά. Τους βλέπω όμως και εγώ: Με ειδικά μάτια, που διαρκώς πολλαπλασιάζονται, που διεισδύουν πίσω από τοίχους και θωρακισμένα αυτοκίνητα. Τους βλέπω: Όσους με εκλιπαρούσαν να πάρω δάνεια και κάρτες πιστωτικές, τους άλλους, που εξαφάνισαν στο χρηματιστήριο τις καταθέσεις των ταπεινών -συν τους τόκους-, βλέπω με μάτια ατέρμονα και διεισδυτικά τους κήρυκες μιας οικονομίας, που έφερε παγκόσμια δυστυχία και ανασφάλεια. Βλέπω, -με μάτια διεισδυτικά, που προεκτείνονται στο διηνεκές- όσους με έφεραν εδώ, στον θάλαμο με το κόκκινο φωτάκι: Τους νόμιμους και τους ηθικούς, τους θρασείς και του κυνικούς, τους εμπόρους των ελπίδων και της ανάγκης. Βλέπω τις κινήσεις και τον φόβο τους, τα κέρδη και την άνυδρη ψυχή τους –βλέπω το ψεύτικο χαμόγελο, που συνοδεύει πάντα τις συναλλαγές τους.

Ήμουνα πια ήρεμος. Εγώ δεν είχα τίποτα να κρύψω. Μικρά μόνον πάθη και αδυναμίες -ας με έβλεπαν! Εκείνοι όμως έχουν να κρύψουν –από μάτια διεισδυτικά, που πολλαπλασιάζονται στο διηνεκές- ένα ολόκληρο εαυτό• και να απολογούνται, επίσης στο διηνεκές, επειδή οδήγησαν ένα ολόκληρο πολιτισμό στην ανεργία.