1903
Ο Πούτιν «είναι ένας άνθρωπος που στον 21ο αιώνα κήρυξε ένα πόλεμο του 20ου αιώνα για να πετύχει στόχους του 19ου αιώνα». | Creative Protagon / Reuters

Γιατί ο Πούτιν πρέπει να ηττηθεί στην Ουκρανία

Protagon Team Protagon Team 24 Ιουνίου 2022, 21:17
Ο Πούτιν «είναι ένας άνθρωπος που στον 21ο αιώνα κήρυξε ένα πόλεμο του 20ου αιώνα για να πετύχει στόχους του 19ου αιώνα».
|Creative Protagon / Reuters

Γιατί ο Πούτιν πρέπει να ηττηθεί στην Ουκρανία

Protagon Team Protagon Team 24 Ιουνίου 2022, 21:17

Το αφήγημα ή μάλλον η πρόταση είναι γνωστή εδώ και αρκετές εβδομάδες πλέον: οι Ουκρανοί υπερβάλλουν, η Δύση ρισκάρει πολλά, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός, πρέπει να βρεθεί μία όχι ατιμωτική διέξοδος για τον Πούτιν. Πιο ξεκάθαρα από όλους εκφράστηκε τον προηγούμενο μήνα, στο Νταβός, ο 99χρονος Χένρι Κίσινγκερ, δηλώνοντας πως η Ουκρανία πρέπει να αποδεχτεί να παραχωρήσει εδάφη της στη Ρωσία, εάν δεν επιθυμεί να διακινδυνεύσει έναν πόλεμο ανάμεσα στο ΝΑΤΟ και στη Ρωσία.   

Στη Γερμανία η κυβέρνηση Σολτς βραδυπορεί όσον αφορά την αποστολή στην Ουκρανία των υπεσχημένων όπλων, ενώ υπάρχει και ένα τμήμα του πολιτικού προσωπικού που έχει πειστεί ότι δεν είναι λύση η απεξάρτηση από τη ρωσική ενέργεια αλλά η εθελοτυφλία. Προτιμούν να διατηρήσουν τα πλεονεκτήματα που παρέχει το ρωσικό αέριο και πετρέλαιο,  παρότι αντιλαμβάνονται ότι οι συνέπειές τους σε βάθος χρόνου μπορεί να είναι καταστροφικές.

Οσον αφορά τη Γαλλία, ο Εμανουέλ Μακρόν υιοθέτησε την συγκεκριμένη άποψη, υποστηρίζοντας εκ νέου πως «δεν πρέπει να ταπεινωθεί η Ρωσία», πριν επιβιβαστεί στο τρένο, μαζί με τον Ολαφ Σολτς και τον Μάριο Ντράγκι, με προορισμό το Κίεβο.  

«Τι τραγικό λάθος! Και τι σημάδι αδυναμίας και έλλειψης στρατηγικού οράματος, που ο Βλαντιμίρ Πούτιν δεν θα διστάσει ούτε στιγμή να εκμεταλλευτεί με όλα τα διαθέσιμα μέσα», γράφει σε άρθρο του στην Corriere della Sera ο Τζόναθαν Λίτελ. Ο μεγαλωμένος και σπουδαγμένος στις ΗΠΑ και στη Γαλλία συγγραφέας, που το 2006 τιμήθηκε με το βραβείο Goncourt και Μεγάλο Βραβείο Μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας για το μυθιστόρημά του «Ευμενίδες», επικαλείται στο άρθρο του όλα όσα υποστήριξε πριν από μερικές ημέρες ένας ρώσος δισεκατομμυριούχος με προσβάσεις στο Κρεμλίνο, συνομιλώντας με την βρετανίδα δημοσιογράφο Κάθριν Μπέλτον: ο Πούτιν «είναι πεπεισμένος ότι η Δύση σύντομα θα κουραστεί… και ότι, μακροπρόθεσμα, η νίκη θα είναι δική του». 

Για να επιτύχει και να επισπεύσει τη συνθηκολόγηση της Δύσης, ο Πούτιν δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα που διαθέτει: διακόπτει την προμήθεια φυσικού αερίου, απειλεί να αποσταθεροποιήσει τα Βαλκάνια, να οδηγήσει στον λιμό την Αφρική και να κατακλύσει την Ευρώπη με πρόσφυγες ενώ δεν διστάζει να τρομάζει ολόκληρη την ανθρωπότητα, επικαλούμενος την πυρηνική ισχύ της Ρωσίας. Και όλα αυτά στο όνομα των προσωπικών του φιλοδοξιών και της επιβίωσής του.

Τα ψέματα και οι ψευδαισθήσεις

Εχοντας υπερνικήσει το αρχικό σοκ της άμεσης και συντονισμένης αντίδρασης της Δύσης στην εισβολή των στρατευμάτων του στην Ουκρανία, «σήμερα ο Πούτιν ποντάρει ξανά μακροπρόθεσμα, στις διαιρέσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, αλλά κυρίως στην αδυναμία κατανόησης, τουλάχιστον στη Δυτική Ευρώπη, όσον αφορά το ρωσικό αυτοκρατορικό φαντασιακό», γράφει ο Τζόναθαν Λίτελ.  

Υποστηρίζει πως το ψέμα αποτελεί ένα από τα θεμέλια της διάπλασης και του ρώσου προέδρου και του Σεργκέι Λαβρόφ, του υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας, αλλά και βασικό εργαλείο τους. Το Κρεμλίνο χρησιμοποιεί τον διάλογο αποκλειστικά για να κερδίσει χρόνο, «ούτως ώστε να μετακινεί τα πιόνια του, πριν επιστρέψει στην ωμή βία την κατάλληλη στιγμή. Μια διαπραγμάτευση ή μια συμφωνία – όπως αυτή που υπεγράφη στο Μινσκ το 2015 και υποτίθετο ότι θα τερμάτιζε τη σύγκρουση στο Ντονμπάς – δεν είναι τίποτα άλλο από ένα τέχνασμα για να εδραιώσει μια κατάκτηση, αναμένοντας μια νέα καίρια στιγμή για να προβεί σε νέες κατακτήσεις. Ετσι λειτουργεί», υποστηρίζει ο συγγραφέας.

Το να φανταζόμαστε, μαζί με τον Κίσινγκερ, πως ο πόλεμος θα μπορούσε να τερματιστεί επιστρέφοντας στο στάτους κβο που ίσχυε έως την 24η Φεβρουαρίου, «είναι μια ξεκάθαρη και απλή παρέκκλιση». Το να σκεφτόμαστε ότι μπορούμε να πείσουμε τον Πούτιν να καθίσει καλόπιστα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και πως είναι διατεθειμένος να σεβαστεί τους όρους της όποια συμφωνίας «είναι μία υπόθεση εντελώς γελοία». 

Σύμφωνα με το Λίτελ εάν η Δύση δεν είχε αποδειχθεί «τόσο αδύναμη, τόσο φοβισμένη, τόσο τυφλή», εάν είχε αρχίσει να εξοπλίζει την Ουκρανία από το 2015 ή εάν είχε αποστείλει στη χώρα στρατεύματα ή και μόνο στρατιωτικούς συμβούλους του ΝΑΤΟ, «ο Πούτιν – ο οποίος σέβεται μόνον έναν νόμο, εκείνον του ισχυρότερου – δεν θα είχε ρισκάρει αυτόν τον πόλεμο. Εάν του επιτραπεί να ωφεληθεί έστω και ελάχιστα από την τρέχουσα σύγκρουση, το μόνο που θα καταφέρουμε θα είναι να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για την επόμενη», προειδοποιεί.

Ο εξευτελισμός της Ευρώπης

Κάνοντας λόγο για «ευρωπαϊκό εξευτελισμό» ο Λίτελ υπενθυμίζει καταρχάς πως εδώ και πολλές δεκαετίες, πολλά κράτη της Ευρώπης, με πρώτη τη Γερμανία, επέλεγαν να εμπιστεύονται την ενεργειακή τους ασφάλεια στη Μόσχα, αγνοώντας μακάρια τις προειδοποιήσεις των ειδικών για την κλιματική αλλαγή και απορρίπτοντας κάθε πρόταση περί σταδιακής αλλά οριστικής εγκατάλειψης των ορυκτών καυσίμων. Σημειώνει επίσης πως, από την έναρξη του πολέμου, η Ρωσία εισέπραξε 93 δισεκατομμύρια ευρώ από τις εξαγωγές φυσικού αερίου και πετρελαίου, κυρίως σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, την ώρα που οι ΗΠΑ υποσχέθηκαν στην Ουκρανία συνολική βοήθεια ύψους 37 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

«Και τώρα τραβάμε τα μαλλιά μας, γιατί οι τιμές στα πρατήρια ξεπερνούν τα δύο ευρώ το λίτρο και προσπαθούμε να βρούμε διεξόδους. Αυτό είναι ντροπή, είναι σκάνδαλο», γράφει ο Λίτελ. Και στην Ουκρανία η βενζίνη κοστίζει και οι ουρές των αυτοκινήτων είναι τεράστιες «αλλά κανένας δεν παραπονιέται. Αυτό που ζητούν οι Ουκρανοί δεν είναι φθηνά καύσιμα, αλλά όπλα και πυρομαχικά για να απωθήσουν τους εισβολείς, να απελευθερώσουν τις πόλεις τους και να πάρουν πίσω τα εδάφη τους. Και έχουν δίκιο», υποστηρίζει ο 54χρονος συγγραφέας.

Γιατί εισβάλλοντας στην Ουκρανία ο Βλαντίμιρ Πούτιν «έσπασε την σκακιέρα της παγκόσμιας τάξης πραγμάτων που καθιερώθηκε το 1945, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι μάταιο να ευελπιστούμε πως θα μπορέσουμε να κολλήσουμε τα κομμάτια. Μπροστά στον κόσμο ο Πούτιν και οι συνεργοί του γρυλίζουν ασταμάτητα, έτσι λειτουργούν κανονικά, αλλά μεταξύ τους μελετούν τις ισορροπίες δυνάμεων, ούτως ώστε να ωφεληθούν στυγνά».

Επειτα από μια σειρά αποτυχιών (να καταλάβουν το Κίεβο, για παράδειγμα, ή το Μικολάιβ στη Μαύρη Θάλασσα), ο ρώσος πρόεδρος, έχοντας επίγνωση, πλέον, των περιορισμένων δυνατοτήτων των δυνάμεών του αλλά και της αποφασιστικότητας των Ουκρανών να συνεχίσουν να αντιστέκονται (και της Δύσης να τους στηρίζει), αναγκάστηκε να στρέψει όλες τις δυνάμεις του στο Ντονμπάς, «καταφεύγοντας στην αεροπορία και το βαρύ πυροβολικό για να ισοπεδώσει όλες τις πόλεις, τη μία μετά την άλλη. Αλλά και εδώ θα πρέπει να ακινητοποιηθεί, οριστικά, και να απωθηθεί».

Τα οπλικά συστήματα δεν επαρκούν

Η υπόσχεση Αμερικανών και Βρετανών να προμηθεύσουν το Κίεβο με ακόμη πιο σύγχρονα οπλικά συστήματα αποτελεί ένα πρώτο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση αλλά δεν επαρκεί σύμφωνα με τον Λίτελ. Διότι ο Πούτιν «είναι ένας άνθρωπος που στον 21ο αιώνα κήρυξε ένα πόλεμο του 20ου αιώνα για να πετύχει στόχους του 19ου αιώνα». Για τον ρώσο πρόεδρο, που αρέσκεται να συγκρίνεται με τον Μέγα Πέτρο, η πλήρης προσάρτηση της Ουκρανίας είναι ένα υπαρξιακό ζήτημα που δεν έχει καμία σχέση με τις κατηγορίες του κατά της Δύσης και του ΝΑΤΟ. Για αυτόν, η Ουκρανία δεν πρέπει να υπάρχει πλέον, τελεία και παύλα.

Για αυτό ο Λίτελ υποστηρίζει πως «καμία παραχώρηση, κανένα διπλωματικό άνοιγμα, κανένας “εύλογος” συμβιβασμός από την πλευρά μας» δεν πρόκειται να τον εμποδίσει να επιδιώξει να επιτύχει τους στόχους του ή να διαφυλάξει την εδαφική, πολιτική και οικονομική ακεραιότητα της Ουκρανίας ή του ευρωπαϊκού της μέλλοντος. «Ζητώντας από τους Ουκρανούς να καταθέσουν τα όπλα τους και να διαπραγματευτούν ένα Μινσκ 3, 4 ή 5 είναι σαν να τους ζητάμε να προετοιμάσουν το έδαφος για μια νέα εισβολή στην Ουκρανία σε λίγα χρόνια, δίνοντας στον Πούτιν τον χρόνο να αναδιοργανώσει τον στρατό του και να συγκεντρώσει εκ νέου άνδρες, όπλα και πυρομαχικά. Και εάν στο μεταξύ πεθάνει, αλλά το καθεστώς του επιζήσει, ο διάδοχός του θα ακολουθήσει τα βήματά του».  

Επικαλούμενος εκ νέου τον Εμανουέλ Μακρόν, ο Λίτελ υπενθυμίζει πως την 9η Μαΐου στο Στρασβούργο ο γάλλος πρόεδρος αναφέρθηκε στη Συνθήκη των Βερσαλλιών το 1919, η οποία μέσω της ταπείνωσης της Γερμανίας, κατέληξε να υπονομεύσει την ειρήνη, και αυτό είναι αλήθεια όσον αφορά τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, η οποία αποτέλεσε ένα πραγματικά δημοκρατικό εγχείρημα. Αλλά σύμφωνα με τον γαλλοτραφή συγγραφέα φαίνεται πως ο γάλλος πρόεδρος δεν κατανοεί πλήρως την παρούσα ιστορική στιγμή.

«Εάν υπήρξε ένα 1919 για τη Μόσχα, ήταν το 1991. Αργότερα, όπως στη Γερμανία μετά την κατάρρευση της Βαϊμάρης τη δεκαετία του ’30, η φασιστική και ρεβανσιστική, και σε μεγάλο βαθμό βαθιά διεφθαρμένη, εξουσία, εγκαταστάθηκε οριστικά στη Ρωσία, συντρίβοντας την κοινωνία των πολιτών και τις ζωτικές της δυνάμεις, οικειοποιούμενη ολόκληρη την οικονομία της χώρας προς αποκλειστικό της όφελος και αμφισβητώντας τον δημοκρατικό κόσμο και την τάξη πάνω στην οποία βασίζεται η συλλογική ειρήνη και ασφάλεια», εξηγεί ο Λίτελ.

Σήμερα, όμως, δεν είναι το 1919 αλλά το 1939 και, όπως συνέβη με το Γ’ Ράιχ του Χίτλερ, «ο δρόμος προς την ειρήνη αργά ή γρήγορα θα απαιτήσει την ολική ανατροπή του καθεστώτος του Πούτιν, το οποίο δεν αντιπροσωπεύει καθόλου τη Ρωσία και τον λαό της, παρά τα όσα νομίζει η “συλλογική Δύση”. Μόνο μια ελεύθερη, δημοκρατική Ρωσία που θα κυβερνάται από τους πολίτες της, όχι από μια μαφιόζικη κλίκα μεθυσμένη από μεσσιανικά ιδεώδη, θα μπορέσει να επανέλθει στην κοινωνία των εθνών και να καταστεί πλήρες μέλος της διεθνούς κοινότητας, όπως κατάφεραν μετά το 1945 η Γερμανία και η Ιαπωνία». 

Η απαραίτητη ήττα    

Για τους Πολωνούς, τις δημοκρατίες της Βαλτική και τα κράτη της Κεντρικής Ευρώπης όλα τα παραπάνω είναι προφανή και αυτονόητα και δεν σταματούν να το επισημαίνουν οι ανώτατοι εκπρόσωποί τους. Οι ΗΠΑ μάλλον το κατάλαβαν και ενεργούν ανάλογα σε συνεργασία με τους Βρετανούς. Ακόμη και οι Σουηδοί και οι Φινλανδοί αποφάσισαν να θυσιάσουν την ιστορική ουδετερότητά τους στο όνομα της ασφάλειάς τους, καταθέτοντας αίτημα ένταξης στο ΝΑΤΟ. Αντιθέτως στη Δυτική Ευρώπη, όπου οι κυβερνώντες όχι μόνον παραμένουν δέσμιοι των ιδεολογιών τους αλλά έχουν επίσης καταστεί μαλθακοί, τόσο πνευματικά όσο και ηθικά, λόγω της μακροχρόνιας ειρήνης, εξακολουθούν να τείνουν προς τον συμβιβασμό.

«Συχνά ο συμβιβασμός είναι απαραίτητος, αλλά σε αυτήν την κατάσταση θα ήταν καταστροφή για το ευρωπαϊκό όνειρο και απλώς θα υποδαύλιζε ακόμη περισσότερο τις φιλοδοξίες του Πούτιν. Μόνο η πλήρης στρατιωτική ήττα των ρωσικών δυνάμεων στην Ουκρανία μπορεί να αποκαταστήσει μια αίσθηση ασφάλειας στην ήπειρο. Και μόνο στη βάση μιας ήττας της Ρωσίας θα καταστεί δυνατή η έναρξη διαπραγματεύσεων και η υπογραφή συμφωνιών που θα έχουν πιθανότητες να διαρκέσουν. Χωρίς μια ξεκάθαρη νίκη για την Ουκρανία, όλη η διπλωματία δεν θα παράγει παρά άχρηστες φλυαρίες ή θα οδηγήσει σε συνθηκολόγηση», καταλήγει ο Λίτελ.

Οσο περισσότερο προσπαθούν, εδώ και μία εικοσαετία, τα ισχυρά κράτη της Δυτικής Ευρώπης να κατευνάσουν, εάν όχι να ικανοποιήσουν, τη Ρωσία του Πούτιν, ή, έστω, να διαχειριστούν το δυνατόν ομαλότερα τις σχέσεις τους με το Κρεμλίνο, τόσο περισσότερο ο ρώσος πρόεδρος κατηγορεί τη Δύση ότι επιδιώκει να ταπεινώσει τη Ρωσία και τον ίδιο προσωπικά.

Ομως στην πραγματικότητα ο Πούτιν αυτοταπεινώνεται, «φιλοδοξώντας να καθίσει μεταξύ των ισχυρών του κόσμου χωρίς να σέβεται τους πιο στοιχειώδεις κανόνες. Περιφρονώντας και παραβιάζοντας τα δικαιώματα των λαών όταν πρόκειται για ωφεληθεί, όπως αποδείχτηκε στην Τσετσενία, στη Γεωργία, τη Συρία και σήμερα στην Ουκρανία, εξαπολύοντας έναν πόλεμο με έναν αξιολύπητο, ανίκανο, αρχαϊκό στρατό, που επιπρόσθετα λεηλατείται από τους στρατηγούς του και λιμοκτονεί. Εάν πραγματικά είναι θυμωμένος μαζί μας για όλα αυτά, εάν είναι εξοργισμένος μαζί μας, δεν είμαστε καθόλου υποχρεωμένοι να του ζητήσουμε συγγνώμη: αντίθετα οφείλουμε να του δώσουμε ένα καλό μάθημα και να τον στείλουμε πίσω στη θέση του, την οποία επέλεξε ο ίδιος με τη θέλησή του», σύμφωνα με τον Τζόναθαν Λίτελ πάντα.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News