1240
Οι συντελεστές της γαλλικής σειράς «Dix Pour Cent», (στην Ελλάδα, «Πάρε τον μάνατζέρ μου») | Facebook/Dix pour cent

«Dix Pour Cent», «Πάρε τον μάνατζέρ μου», «10%»

Protagon Team Protagon Team 15 Μαΐου 2022, 22:05
Οι συντελεστές της γαλλικής σειράς «Dix Pour Cent», (στην Ελλάδα, «Πάρε τον μάνατζέρ μου»)
|Facebook/Dix pour cent

«Dix Pour Cent», «Πάρε τον μάνατζέρ μου», «10%»

Protagon Team Protagon Team 15 Μαΐου 2022, 22:05

Η τηλεόραση έχει μεγάλο ρίσκο. Από τη μια πλευρά, η παραγωγή σειρών και ταινιών είναι ακριβή υπόθεση, και από την άλλη, όπως έδειξαν οι πρόσφατες ειδήσεις για το Netflix, οι τηλεθεατές μπορεί να ακυρώσουν τις συνδρομές τους μέσα σε μια στιγμή. Το ρίσκο, δε, μεγαλώνει ακόμη περισσότερο, όταν πρόκειται για το ριμέικ μιας επιτυχημένης σειράς σε άλλη χώρα.

Καλώς ή κακώς, όταν μια σειρά τα πάει εξαιρετικά καλά στη δική της επικράτεια, τα στελέχη της τηλεόρασης αρχίζουν να την εποφθαλμιούν και να ψάχνουν τρόπους για να την αποκτήσουν. Στην πιο απλή περίπτωση τα δικαιώματα της σειράς αγοράζονται από ξένα δίκτυα, κάποιοι, όμως, μπορεί να έχουν αγαπήσει τόσο πολύ το concept, ώστε θέλουν να το αγοράσουν και να το διασκευάσουν οι ίδιοι.

Παραδείγματα, άλλα λιγότερο και άλλα περισσότερο επιτυχημένα, έχουμε δει πολλά με τελευταίο το «Dix Pour Cent» της France Télévisions, την καταπληκτική σειρά, που δείχνει τα ντεσού του σινεμά και γιαυτό τη λάτρεψαν οι σινεφίλ. Απίστευτα διασκεδαστική, με χιούμορ προβοκατόρικο και μπλαζέ -χαρακτηριστικά γαλλική- αντιμετώπιση της ζωής, η σειρά παρουσιάζει τον κόσμο των ατζέντηδων της showbusiness στο Παρίσι, έναν κόσμο γεμάτο κουτσομπολιά, παιχνίδια εξουσίας και ρομαντισμό. (Δείτε το trailer της σειράς)

Αφού έγινε επιτυχία στη Γαλλία, το «Dix Pour Cent» του παραγωγού και σεναριογράφου Ντομινίκ Μπεσνεάρ (είχε υπάρξει και ατζέντης στο παρελθόν) κατέκτησε στη συνέχεια τους σινεφίλ όλου του κόσμου. Οι βασικοί ήρωες είναι στελέχη του πρακτορείου ASK και καθώς η σειρά εξελίσσεται, παρακολουθούμε τις προσωπικές ιστορίες τους -ερωτικές σχέσεις, ανταγωνισμούς, δολοπλοκίες, ακόμα και μια απρόσμενη εγκυμοσύνη- διατυπωμένες με τρόπο συναρπαστικό και πολύ χαριτωμένο. Παράλληλα εμφανίζονται ως guest οι… πελάτες τους, ένας σε κάθε επεισόδιο. Διάσημοι ηθοποιοί, από τον Ζαν Ρενό και τον Ζαν Ντιζαρντέν μέχρι τη Μόνικα Μπελούτσι, την Ιζαμπέλ Ιπέρ και την Σιγκούρνεϊ Γουίβερ, αυτοσαρκάζονται με τόλμη, εκθέτοντας και σατιρίζοντας μια αληθινή πλευρά του χαρακτήρα τους.

Το Netflix αγόρασε τη σειρά το 2015, και άλλαξε τον γαλλικό τίτλο (που παραπέμπει στο ποσοστό 10% επί του μισθού ενός σταρ, το οποίο καταβάλλει στον ατζέντη του) σε «Πάρε τον μάνατζέρ μου» («Call My Agent!»). Και η επιτυχία της διεθνώς ήταν τόσο μεγάλη, που όπως αποκάλυψε ο Ντομινίκ Μπεσνεάρ, είναι ήδη στα σκαριά πάρα πολλά ριμέικ της σειράς.

Η βρετανική εκδοχή έχει τίτλο «Ten Percent» και άρχισε μόλις να προβάλλεται στο Amazon Prime. Διαδραματίζεται στο Λονδίνο και προφανώς δεν θα κριθεί μόνο με βάση τα δικά της ατού· θα συγκριθεί επίσης με την πρωτότυπη σειρά στην οποία βασίζεται, όπως γράφει στην ιστοσελίδα του BBC ο Ραλφ Τζόουνς. Θα εκφραστεί άραγε το κωμικό της πνεύμα; Θα είναι πολύ γαλλικό; Πολύ αγγλικό; Μήπως όχι αρκετά αγγλικό ή μήπως όχι αρκετά γαλλικό; (Δείτε το trailer του βρετανικού ριμέικ)

Παρά τις παγίδες, που αποδειγμένα ενέχουν οι τηλεοπτικές κωμωδίες, υπάρχει ένας καλός λόγος για τα τόσο συχνά ριμέικ τους, παρατηρεί ο βρετανός δημοσιογράφος: «Η κωμωδία ήταν ανέκαθεν πολύ τοπική» και  είχε πάντα στενή σχέση με την κοινότητα μέσα στην οποία διαδραματίζεται, λέει στο BBC, ο βρετανός συγγραφέας κωμωδιών Τζόελ Μόρις. Και δίνει το παράδειγμα της καταπληκτικής  κωμικής σειράς «Fawlty Towers» (1975)  του Τζον Κλιζ των Μόντι Πάιθονς και της Κόνι Μπουθ, εξηγώντας ότι οι ΗΠΑ προσπάθησαν να την ξαναφτιάξουν, επειδή οι Αμερικανοί ήταν μάλλον απίθανο να παρακολουθήσουν μια βρετανική σειρά.

Η σειρά (διαθέσιμη μέχρι τις 16/05 στην πλατφόρμα ERTflix με τίτλο «Ενα τρελό, τρελό ξενοδοχείο») διαδραματίζεται σε ένα φανταστικό ξενοδοχείο στην αγγλική ριβιέρα με βασικούς ήρωες έναν νευρικό και αγενή ξενοδόχο (Τζιν Κλιζ), την αυταρχική σύζυγό του (Προυνέλα Σκέιλς) και την ειρηνοποιό καμαριέρα (Κόνι Μπουθ).

Επειδή, λοιπόν, το χιούμορ έχει τις περισσότερες φορές στενά τοπικό χαρακτήρα, τα ριμέικ τηλεοπτικών σειρών ενέχουν παραδοσιακά ένα πολύ παράξενο ρίσκο: οι θεατές σε άλλη χώρα είναι πιο πιθανό να παρακολουθήσουν το ριμέικ παρά το πρωτότυπο αριστούργημα.

Για παράδειγμνα, η σειρά «The Office» (ανέβηκε πέρσι στην πλατφόρμα ERTflix), αναμφισβήτητα η πιο επιτυχημένη βρετανική κωμωδία των τελευταίων 30 ετών, που ολοκληρώθηκε σε τρεις σεζόν, πήρε το ρίσκο του ριμέικ σε 11 χώρες, γράφει ο Ραλφ Τζόουνς στο BBC. Η διάρκειά τους ήταν μόνο μία σεζόν σε αντίθεση με τις τρεις σεζόν της πρωτότυπης σειράς. Υπήρξαν, ωστόσο, εξαιρέσεις: στη Γερμανία παίχτηκαν πέντε σεζόν, ενώ η επιτυχία της αμερικανικής εκδοχής ήταν τόσο μεγάλη, που άντεξε εννέα σεζόν. Η μαγεία του πρωτότυπου «The Office» οφείλεται στο φλεγματικό βρετανικό χιούμορ, στις κωμικές καταστάσεις, που διαδραματίζονται σε ένα θρυλικό γραφείο στο θλιβερό πουθενά του Σλάου, και σε ένα απίθανο καστ με πρωταγωνιστές τους Ρίκι Τζερβέις, Λούσι Ντέιβις, Μάρτιν Φρίμαν και Μακένζι Κουκ.

Ωστόσο, και το ριμέικ στις ΗΠΑ είχε τρομερή επιτυχία, όχι χάρη στην κοινή γλώσσα, όπως είχε αρχικά υποτεθεί, αλλά μάλλον επειδή το αμερικανικό σενάριο δεν έμεινε αυστηρά προσκολλημένο στην πρωτότυπη βρετανική εκδοχή.

Η πλοκή εκτυλίσσεται στα γραφεία της Dunder Mifflin στο Σκράντον, μια κωμόπολη της Πενσυλβάνια, όπου συμβαίνουν επικές φάρσες καθώς δέκα άνθρωποι προσπαθούν να πουλήσουν το χαρτί, που παράγει η εταιρεία. Και ο κεντρικός χαρακτήρας του προϊστάμενου βασίστηκε μεν στην ερμηνεία του Ρίκι Τζερβέις, που υποδύεται τον βρετανό προϊστάμενο Ντέιβιντ Μπρεντ, ωστόσο ως αμερικανός Μάικλ Σκοτ, τον οποίο ερμηνεύει ο Στιβ Καρέλ, έγινε λιγότερο γκροτέσκος.

Πόσο δύσκολη είναι η επανάληψη της επιτυχίας;

Η λογική πίσω από την προσαρμογή τηλεοπτικών σειρών γίνεται όλο και πιο περίπλοκη. Οπως αναφέρει το Wired, έχοντας στη διάθεσή τους περισσότερα στατιστικά στοιχεία από ποτέ, πλατφόρμες όπως το Netflix μπορούν να πουν πού ακριβώς παρακολουθούνται τα προγράμματά τους και -ακολουθώντας τα δεδομένα- να επαναλάβουν κάποιες σειρές για συγκεκριμένες περιοχές. Ως εκ τούτου, γράφει ο Ραλφ Τζόουνς στο BBC, τώρα το ρίσκο του ριμέικ είναι ίσως μικρότερο ρίσκο από ποτέ. Γιατί, όμως, να μπουν στον κόπο να τις ξαναφτιάξουν εξ αρχής, όταν οι πρωτότυπες σειρές μπορούν πλέον να διατεθούν πολύ εύκολα σε πλατφόρμες ροής, μεταγλωττισμένες  ή με υπότιτλους;

Το βρετανικό «Ten Percent» του Τζον Μόρτον, εγείρει ακριβώς αυτό το ερώτημα. Με βάση τα δύο πρώτα επεισόδια, είναι ένα περίεργο δημιούργημα. Εκ πρώτης όψεως, είναι πιστό στη μητρική σειρά: ένας υπάλληλος απολύεται, μια σταρ πιέζεται να κάνει αισθητική επέμβαση, ο επικεφαλής του πρακτορείου πεθαίνει ενώ βρίσκεται μακριά. Από την άλλη, όμως, εφευρίσκει έναν χαρακτήρα, που δεν υπάρχει στο πρωτότυπο σενάριο –ο Τιμ Μακίνερνι είναι υπέροχος ως αποτυχημένος ηθοποιός– ενώ κάποιες μπερδεμένες επιλογές χάνουν την κωμική διάσταση της γαλλικής εκδοχής.

(Δείτε το trailer του ινδικού ριμέικ του «Πάρε τον μάνατζέρ μου» αλά Μπόλιγουντ)

Στο «Dix Pour Cent», ο επικεφαλής του πρακτορείου ASK καταπίνει μια σφήκα και πεθαίνει ενώ στο «Ten Percent» παθαίνει έμφραγμα. Στο πρωτότυπο ένας ατζέντης, αφού δείξει στην πελάτισσά του μια φωτογραφία της υποτιθέμενης  «συζύγου» του για να την καθησυχάσει ότι η αισθητική επέμβαση μπορεί να είναι πολύ διακριτική, φεύγοντας πετάει τη φωτογραφία: στην πραγματικότητα δείχνει μια πολύ νεότερη γυναίκα, με την οποία δεν είναι παντρεμένος. Στην αγγλική εκδοχή, ο ατζέντης δείχνει, επίσης, στην πελάτισσά του μια φωτογραφία της συζύγου του, χωρίς όμως να υπάρχει η ίδια εξέλιξη.

Η ακριβής αντιγραφή των αστείων του «Dix Pour Cent» μπορεί να μην είναι η πιο ευφάνταστη επιλογή, ωστόσο η περικοπή αστείων από μια κωμωδία μπορεί να αποβεί μοιραία, ενώ δεν λύνει το πρόβλημα που δημιουργεί το –αναμφισβήτητο- γεγονός ότι το βρετανικό χιούμορ είναι διαφορετικό από το γαλλικό.

Ο Γουίλιαμ Γκρέγκορι, μεταφραστής ισπανικών έργων για βρετανικά θέατρα όπως το Royal Court και το Old Vic, στέκεται με καχυποψία απέναντι την άποψη ότι το χιούμορ δεν διαπερνά τις διαφορετικές κουλτούρες. Πιστεύει ότι οι δυσκολίες της μετάφρασης μπορεί να έχουν υπερεκτιμηθεί, πράγμα που, ωστόσο, δεν κάνει πιο εύκολη τη μεταφορά μιας κωμικής σειράς από μια κουλτούρα σε μια άλλη.

Θα προκαλέσει άραγε το βρετανικό «Ten Percent» το ενδιαφέρον του κοινού ή θα πατώσει όπως έχει συμβεί και με άλλες αποτυχημένες προσπάθειες ριμέικ σειρών στο παρελθόν; Είναι θέμα χρόνου να φανεί.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News