803
| CreativeProtagon

Μικρέ μου ήρωα, Νικ Καλάθη

Sportscaster Sportscaster 7 Ιουλίου 2020, 20:43
|CreativeProtagon

Μικρέ μου ήρωα, Νικ Καλάθη

Sportscaster Sportscaster 7 Ιουλίου 2020, 20:43

Ο επίλογος της εποχής Καλάθη στον Παναθηναϊκό γράφτηκε την Παρασκευή, με την ΚΑΕ να ευχαριστεί τον πρώην αρχηγό του «Εξάστερου» για τις υπηρεσίες του, επί οκτώ χρόνια στο σύνολο, και τον Νικ να απαντά μέσω Instagram: «Μια φορά πράσινος, για πάντα πράσινος».

Ο ελληνοαμερικανός γκαρντ αγάπησε τον Παναθηναϊκό και -ακόμη περισσότερο- την Ελλάδα, στην οποία θα ήθελε να συνεχίσει να ζει. Εδώ έβγαλε εκατομμύρια (πάνω από 10 την τελευταία πενταετία), εδώ άκουσε ένα ολόκληρο γήπεδο να φωνάζει ρυθμικά το όνομά του, εδώ κατέκτησε τρόπαια και ατομικά βραβεία. Αλλά εδώ αποδοκιμάστηκε κιόλας, λοιδωρήθηκε, έγινε ανέκδοτο και κατασπαράχτηκε από τα ανθρωποφάγα πληκτρολόγια των social media. Αποχωρεί με αντιφατικά συναισθήματα, σαν κι αυτά που αφήνει πίσω του, στους οπαδούς του Παναθηναϊκού. Κάποιοι τον λάτρεψαν. Αλλοι του χρέωναν την ευθύνη για κάθε αποτυχία. Για τους περισσότερους, ήταν «ήρωας» τη μια μέρα και «μαύρο πρόβατο» την άλλη!

View this post on Instagram

It’s with a heavy heart I announce my departure from Panathinaikos. I want to first and foremost thank @dpg7000 and the Giannakopoulos family for giving me this opportunity and believing in me. These 8 seasons have been unforgettable and without them none of this would have been possible. I wanna thank my teammates and coaches as well! I have built friendships with you guys for the rest of my life! To Gate 13 and the rest of the fans, you are the best in Europe and thank you for always supporting me. I tried to give everything i had in my heart when I stepped on the floor with the Pao Jersey. I’m excited for what the future holds! But Once a Green always a Green!!! ☘️☘️☘️

A post shared by Nick Calathes (@ncalathes) on

Μας συστήθηκε το 2009, 20χρονο παιδί, όταν ήρθε κατευθείαν από το κολέγιο (Φλόριντα Στέιτ) για να αποτελέσει ένα γρανάζι στη φοβερή μηχανή του Ζέλικο Ομπράντοβιτς, που διέθετε δυο κορυφαίους γκαρντ, τον Δημήτρη Διαμαντίδη και τον Βασίλη Σπανούλη, και κυριαρχούσε στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Κατέκτησε δύο πρωταθλήματα Ελλάδας και το τρόπαιο της Euroleague (2011), προτού αποχωρήσει εκείνο το καλοκαίρι της μεγάλης φυγής (2012), που ο Παναθηναϊκός άλλαξε όλους τους παίκτες του εκτός από δύο.

Επέστρεψε στα 26 του (2015), πολύ πιο ώριμος, γεμάτος παραστάσεις υψηλού επιπέδου, έχοντας αγωνιστεί σε 138 ματς του ΝΒΑ (με τους Γκρίζλις), αλλά και στη Λοκομοτίβ Κουμπάν, με την οποία σήκωσε το Eurocup. Πλέον, ο ρόλος του θα ήταν εντελώς διαφορετικός. Ηγετικός. Θα διαδεχόταν τον Διαμαντίδη, που είχε αναγγείλει την αποχώρησή του από τη δράση στο τέλος εκείνης της σεζόν. Γι’ αυτό και οι ετήσιες αποδοχές του «άγγιζαν» τα δύο εκατομμύρια ευρώ. Εντελώς διαφορετικός, όμως, ήταν και ο Παναθηναϊκός. Μνημονιακός. Χωρίς Παύλο και Θανάση Γιαννακόπουλο, χωρίς «Ζοτς», χωρίς τους «παιχταράδες» της ένδοξης 11ετίας του Ομπράντοβιτς.

Στην πενταετία της δεύτερης θητείας του Καλάθη ο Παναθηναϊκός κατέκτησε τέσσερα πρωταθλήματα και τρία Κύπελλα Ελλάδας, όμως δεν κατάφερε ούτε μια φορά να φτάσει σε Final-4. Η καλύτερή του στιγμή ήταν το 2017-2018, στη δεύτερη σεζόν του Τσάβι Πασκουάλ, όταν πέτυχε μια νίκη στα πλέι-οφ (επί της Ρεάλ). Εκείνη ήταν και η κορυφαία χρονιά του Νικ, αν πιστέψουμε τα στατιστικά στοιχεία. Για την ομάδα που είχε γνωρίσει μεγαλεία στην Ευρώπη, κανένας εγχώριος τίτλος δεν ήταν αρκετός. Στη συνείδηση των οπαδών, η ζυγαριά έγερνε πάντα προς την αποτυχία. Και ο μεγαλύτερος φταίχτης, μετά τον εκάστοτε προπονητή, ήταν ο Καλάθης. Επειδή έπαιρνε τα περισσότερα χρήματα απ’ όλους – κοντά στα 2,3 εκατ. ευρώ, με την αύξηση που του είχε γίνει.

Οχι πως δεν είχε τις αδυναμίες του. Η μεγαλύτερη ήταν τα σουτ. Το 28% στα τρίποντα και το 55,3% στις βολές ήταν τραγικά ποσοστά ευστοχίας, ιδίως για έναν παίκτη που κρατά την μπάλα στα χέρια του τόσο πολύ. Τον κατηγόρησαν για κάθε ήττα. Του έβγαλαν το κοροϊδευτικό παρατσούκλι «Νικ Στεφάνης». Του έριξαν το «ανάθεμα» για τη διαρκή απουσία από τα Final-4. Λίγοι αναλογίστηκαν, τι θα ήταν ο Παναθηναϊκός χωρίς εκείνον. Λίγοι εκτίμησαν την προσφορά του, όσο της άξιζε.

Ναι, ο Νικ δεν ήταν ο καλύτερος σουτέρ – ούτε θα γίνει τώρα πια, στα 31 του. Μιλάμε, όμως, για έναν παίκτη που διακρινόταν σε όλους τους υπόλοιπους τομείς με αξιοθαύμαστη συνέπεια. Σε 92 ευρωπαϊκά ματς του Παναθηναϊκού πέτυχε 32 «double-double» (διψήφιο αριθμό πόντων και ασίστ). Το 2017-2018 και το 2018-2019 συμπεριλήφθηκε στην κορυφαία πεντάδα της Ευρωλίγκας, πράγμα ασυνήθιστο για αθλητή ομάδας που δεν συμμετείχε στο Final-4. Δεν έπαψε, ποτέ, να είναι ο καλύτερος αμυντικός του «Τριφυλλιού», με εξαιρετικές επιδόσεις στη «βρώμικη δουλειά».

Ακόμη περισσότερο εντυπωσίασε ως πασέρ, χάρη σε αυτή τη φοβερή αίσθηση του γηπέδου που διαθέτει. Αρκετοί από τους προβληματικούς ψηλούς που πέρασαν όλα αυτά τα χρόνια από τον Παναθηναϊκό… του χρωστούν το μεροκάματό τους. Για πολλούς είναι ο κορυφαίος πλέι-μέικερ της Ευρώπης. Μα, πάνω απ’ όλα, ο Καλάθης ήταν ένας σπουδαίος μαχητής. Ενας βιονικός αθλητής, ο οποίος έβγαλε ολόκληρες σεζόν χωρίς ανάσα, με χρόνους συμμετοχής που ξεπερνούσαν τα 30 λεπτά ανά αγώνα. Ηταν ο μικρός ήρωας που σε κάθε ματς «τα έδινε όλα» για την ομάδα του, ξεπερνώντας την κόκκινη γραμμή της αντοχής του.

Ο Νικ κέρδισε πολλά από τον Παναθηναϊκό, αλλά ούτε σεντ παραπάνω απ’ όσα θα ήταν πρόθυμοι να πληρώσουν, για να τον έχουν στη δούλεψή τους, οι πιο μεγάλοι σύλλογοι της Ευρώπης. Κι αυτά τα χρήματα τα τίμησε, προσφέροντας, εκτός από το ταλέντο του, την καλύτερή του προσπάθεια. Ηταν μια έντιμη σχέση, από την οποία κανείς δεν βγήκε ζημιωμένος.

Ο μ.Γ. (μετά Γιαννακόπουλο) Παναθηναϊκός δεν είχε τη δυνατότητα να του δίνει τόσα λεφτά. Κι ο Νικ, από την πλευρά του, στο τελευταίο μεγάλο συμβόλαιο της καριέρας του, ήταν λογικό να τα αναζητήσει αλλού. Δεν δυσκολεύτηκε να τα βρει, στην Μπαρτσελόνα. Γιατί δεν υπάρχουν πολλοί γκαρντ στην Ευρώπη με την αξία του Καλάθη, και στην ηλικία στην οποία βρίσκεται ο Νικ. Οσο για τους οπαδούς του Παναθηναϊκού που δεν εκτίμησαν την παρουσία του στην ομάδα, μπορεί να το καταλάβουν τώρα -στην απουσία του- το πόσο πολύ τον αδίκησαν.