690
| CreativeProtagon

Λατρευτό μου τσιμέντο

Δημήτρης Ευθυμάκης Δημήτρης Ευθυμάκης 25 Οκτωβρίου 2019, 15:41
|CreativeProtagon

Λατρευτό μου τσιμέντο

Δημήτρης Ευθυμάκης Δημήτρης Ευθυμάκης 25 Οκτωβρίου 2019, 15:41

Σε τούτη την χώρα λατρέψαμε και μισήσαμε το τσιμέντο με όλη την δύναμη της ψυχής μας. Το οπλισμένο σκυρόδεμα αγαπήσαμε και σιχτιρίσαμε δηλαδή, αλλά άντε τώρα να εξηγήσεις στον μέσο Ελληνα την διαφορά τσιμέντου και σκυροδέματος. Για την οικονομία της συζήτησης λοιπόν, ας το πούμε τσιμέντο αυτό που από τις αρχές του 20ου αιώνα άρχισε να αλλάζει την μορφή των πόλεων παγκοσμίως, πρωτίστως όμως την μορφή της Ελλάδας.

Ο Ελληνας, πρωτοπόρος της ιδέας της ιδιόκτητης κατοικίας, απέκτησε αμέσως σχέση αγαλλίασης και μίσους με το καινούργιο υλικό. Λάτρεψε την ιδέα να γεμίσει τη δική του γη με τσιμέντο ώστε να βάλει το κεφάλι του από κάτω και παραλλήλως μίσησε την ιδέα να γεμίσει και η γη του γείτονα με το ίδιο υλικό, καθώς αυτό χαλούσε την εικόνα του περιβάλλοντος χώρου του και την ποιότητα της ζωής του.

«Τσιμεντώσαμε βουνά, παραλίες και δάση» φωνάζαμε όλοι μαζί όταν αναφερόμαστε στην αισθητική κατάντια της χώρας μας, πιστεύοντας ακραδάντως ότι είναι το τσιμέντο των συνελλήνων ή των δημοσίων έργων που μετέτρεψε την πατρίδα μας σε έναν συμπαγή βράχο σκυροδέματος, ποτέ αυτό που φυτέψαμε εμείς οι ίδιοι (συχνά δίχως καν άδεια) στο λειψό οικοπεδάκι μας.

Ως προαιώνιοι μάλιστα ιδιοκτήτες του μυθικού κέρατος της Αμάλθειας που ξερνά χρυσάφι στην αυλή μας δίχως να κουνάμε το δακτυλάκι μας, πέσαμε με τα μούτρα στην διαβόητη αντιπαροχή, την χείριστη οικιστική λύση που βρήκαν οι άθλιες μεταπολεμικές ελληνικές κυβερνήσεις. Η αντιπαροχή ήταν ο καρκίνος των ελληνικών πόλεων που έθαψε κάτω από τόνους τσιμέντου τα όμορφα ιστορικά τους κέντρα, δημιουργώντας παραλλήλως μια γενιά τεμπελχανάδων εισοδηματιών από ενοικιαζόμενα διαμερίσματα επειδή έτυχε να κληρονομήσουν ένα οικόπεδο μέσα σε πόλη.

Ως γνήσιοι Ελληνάρες που απεχθάνονται στον ορθό λόγο των αρχαίων προγόνων τους, αποδώσαμε επίσης στο (ξένο πάντα, όχι στο δικό μας) τσιμέντο μεταφυσικές ιδιότητες, θεωρώντας αυτό (και όχι εμάς που το διαφεντεύαμε) υπεύθυνο για την κατασκευή πυκνών οικιστικών εκτρωμάτων σαν την Κυψέλη, τα Πατήσια, τους Αμπελόκηπους ή το Κουκάκι, όπου δεν υπάρχει ίχνος ανοικτής γης και πρασίνου ανάμεσα στα τσιμεντένια μπλοκ. Την ίδια κατακραυγή υπέστη το τσιμέντο και για την κακή του συνήθεια να γεμίζει με αυθαίρετα ψευτοδωμάτια τις παραλίες και τα ρουμάνια μας.

Παρά ταύτα το τσιμέντο και όσοι έντυναν την ασχήμια του με ξύλο, πλακάκια ή αλουμίνια, έφτασε την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα να γεννά το 10% του ΑΕΠ μας. Πελώριες εναέριες γέφυρες και σήραγγες και στάδια και λεωφόροι έθρεψαν τον οικονομικό μεγαλοϊδεατισμό μας, πείθοντας μας ότι είμαστε πλούσιοι. Και αυτό το τσιμέντο των μεγάλων εθνικών έργων αγαπήσαμε παθιασμένα κι ας μισούσαμε την σχέση που αυτό ανέπτυξε με τον αλόγιστο τραπεζικό δανεισμό, την μίζα και την διαφθορά.

Μετά ήρθε η κρίση σαν τις μέλισσες. Οι θηριώδεις γερανοί κατέπεσαν στο έδαφος, οι μπετονιέρες έπαψαν να κυκλοφορούν στους δρόμους μας, οι πλακάδες έγιναν αγρότες στα χωριά τους και το συνδικάτο οικοδόμων, μπετατζήδων, αμμοκονιαστών και συναφών επαγγελμάτων που κάποτε μυρμήγκιαζε το κέντρο της Αθήνας έπαψε να έχει μέλη. Τότε ξεχάσαμε την φρίκη της τσιμεντωμένης Ελλάδας, της κατεστραμμένης παραλίας και του οικοπεδοφάγου που έκαιγε τα δάση για να τα τσιμεντώσει. Τότε ανακαλύψαμε την ερημιά του ρημαγμένου αθηναϊκού κέντρου, την βρωμιά των προσόψεων των παλιών πολυκατοικιών, την ασχήμια των μισοτελειωμένων τσιμεντένιων κουφαριών και την δυστυχία του άνεργου σοβατζή.

Κι αφού ξύσαμε τον πάτο του βαρελιού, άρχισε μετά δεκαετία να ανατέλλει αργά-αργά η ανάκαμψη. Και σύσσωμη η εκκλησία του Δήμου ανέκραξε υπέρ του τσιμέντου και η κυβέρνησή μας έκοψε με το μαχαίρι τον ΦΠΑ από τις καινούργιες οικοδομές που σηκωθούν από δω και στο εξής. Και χαμογέλασαν τα καινούργια ζευγάρια ελπίζοντας πως κάποια στιγμή θα βρουν επιτέλους σπίτι να στεγάσουν τον έρωτα τους, και αναστέναξαν ανακουφισμένοι οι άνεργοι τεχνίτες ελπίζοντας πως θα ξαναβρούν δουλειά για να θρέψουν τα παιδιά τους, και αρχίσαμε να βλέπουμε διαφημίσεις δομικών και στεγανωτικών υλικών στις τηλεοράσεις και επικροτήσαμε όλοι εμείς οι υπόλοιποι το κυβερνητικό μέτρο που θα ξαναζωντανέψει την πεθαμένη αγορά ακινήτων και κατασκευών.

Για να καρπωθούμε κι εμείς κάποια από τα οικονομικά οφέλη της γενικής ανάπτυξης, η οποία θα μας φέρει πέντε παραπάνω φράγκα στην τσέπη, για να μπορέσουμε επιτέλους να φτιάξουμε εκείνο το ημιπαράνομο τοιχίο στην βεράντα μας ή στην αυλή μας, που χρόνια περιμένει για να μεγαλώσει λίγο το πίσω δωμάτιο του σπιτιού. Κι έπειτα να αρχίσουμε πάλι να βρίζουμε για την αισθητική κατάντια της τσιμεντωμένης χώρας μας.