905
| CreativeProtagon

Ολοι τους αθάνατοι!

Στάθης Παναγιωτόπουλος Στάθης Παναγιωτόπουλος 25 Φεβρουαρίου 2018, 12:04

Ολοι τους αθάνατοι!

Στάθης Παναγιωτόπουλος Στάθης Παναγιωτόπουλος 25 Φεβρουαρίου 2018, 12:04

Από τότε που η μουσική βιομηχανία έβαλε τα χεράκια της κι έβγαλε τα ματάκια της, στη δεκαετία του ’90, ο κόσμος της μουσικής έχει γίνει πολύ ενδιαφέρων. Καταρχάς, το τέλος της δισκογραφίας με τα εκατομμύρια πωλήσεων, τους χρυσούς δίσκους, καταλόγους επιτυχιών, πλειάδες εκδόσεων και λοιπών φαινομένων αφθονίας, ήταν ασφαλώς αποτέλεσμα της απληστίας των δισκογραφικών εταιρειών, των μανατζαρέων αλλά και των καλλιτεχνών. Δεν προέβλεψαν όλοι αυτοί ότι το κοινό κάποτε θα κουραζόταν να αγοράζει το ίδιο πράγμα σε διαφορετικό περιτύλιγμα, χωρίς δυνατότητα επιλογής, και σε τιμές που άγγιζαν την αισχροκέρδεια.

Το κοινό, ως φυσιολογική και αναμενόμενη εξέλιξη, επέλεξε να καταναλώνει μόνο τα τραγούδια που ήθελε, και να μην πληρώνει φράγκο γι αυτά. Το νεότερο δε σε ηλικία κοινό, θεώρησε ότι αυτή είναι η φυσική κατάσταση των πραγμάτων. Που δεν είναι, διότι πολύ απλά, ο καλλιτέχνης πρέπει να πληρώνεται για το έργο του – όχι 20 ευρώ για ένα CD που κοστίζει ένα, αλλά πάντως κάτι. Εφόσον όμως αυτή η κατάσταση παγιώθηκε και κανείς πλέον δεν πουλάει δίσκους, έπρεπε να βρεθεί ένας τρόπος να ισοσκελιστεί η απώλεια.

Θα λαϊκίσω αστειευόμενος, λέγοντας ότι οι Bentley καίνε πολλή βενζίνη, η συντήρηση της βίλας στο Μπέβερλι Χιλς ή στη Νότια Γαλλία κοστίζει πολύ και η καλή κόκα πιάνει 100 ευρώ το γραμμάριο. Λαϊκίζω διότι ο ανερχόμενος καλλιτέχνης δεν έχει όλο αυτό το φορτίο, και θα έπρεπε να αμείβεται για τη δουλειά του, αν μη τι άλλο για να μπορεί να συνεχίσει να δημιουργεί.

Από πού θα «βγουν» τα έσοδα; Από τη δεκαετία του 2000 και εντεύθεν, οι τιμές των εισιτηρίων των συναυλιών μεσοσταθμικά τριπλασιάστηκαν. Κι αυτό διότι η βιομηχανία κατάλαβε ότι μπορείς να βρεις το MP3 δωρεάν, η εμπειρία της ζωντανής μουσικής όμως δεν υποκαθίσταται και, το κυριότερο, μπορεί να ελεγχθεί.

Κι επειδή είναι γενικώς αποδεκτό ότι οι παλιότεροι καλλιτέχνες δίνουν τις καλύτερες συναυλίες (περισσότερες επιτυχίες, καλύτερο παίξιμο, εμπειρία) αυτών κυρίως οι τιμές εκτοξεύτηκαν, ακριβώς επειδή η ζήτηση είναι πολύ ισχυρότερη. Ενας παράγων ισχυροποίησης της ζήτησης είναι ο θάνατος, αναπόφευκτος λόγω ηλικίας, που οδηγεί το κοινό να προσπαθεί να «ζήσει» όσους από τους παλιούς είναι ακόμη ενεργοί, όσο είναι ακόμη ενεργοί. Υπολογίζεται ότι 123 ροκ σταρ είναι μεγαλύτεροι από 70 χρονών – δεν είναι πολλοί, και, ας είμαστε ειλικρινείς, δεν τους έχει μείνει και πολύς καιρός. Το κοινό το γνωρίζει, γι’ αυτό και οι υψηλότατες πωλήσεις εισιτηρίων αυτών των μουσικών, γι’ αυτό επίσης η αφθονία «αποχαιρετιστήριων» περιοδειών – με ή χωρίς εισαγωγικά.

Στην περίπτωση των συγκροτημάτων, θα έχετε παρατηρήσει πως όλα τα παλιά συγκροτήματα υπάρχουν ακόμη και λειτουργούν σε κυμαινόμενα επίπεδα επιτυχίας, έστω και με «εκπτώσεις» σε ό,τι αφορά τη σύνθεσή τους. Ελάχιστα, απειροελάχιστα είναι τα συγκροτήματα με δράση άνω των 20 ετών που δεν έχουν υποστεί ούτε μία αλλαγή στη σύνθεσή τους (αλήθεια, μπορεί κανείς να απαριθμήσει πάνω από πέντε τέτοιες περιπτώσεις;).

Ετσι λοιπόν, τα παλιά συγκροτήματα συνεχίζουν να περιοδεύουν με κάποια από τα αυθεντικά τους μέλη, ενίοτε και χωρίς κανένα. Είδα, για παράδειγμα, το 2014 στο Λονδίνο τους Platters χωρίς κανένα από τα αυθεντικά μέλη, και ήταν αριστούργημα. Εμοιαζαν, έπαιξαν όλες τις επιτυχίες, μια χαρά. Συγκροτήματα όπως οι Kiss ή οι Kraftwerk έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι μπορεί να υπάρχουν για πάντα, πολύ μετά από τον θάνατο του τελευταίο αυθεντικού μέλους, και να ερμηνεύουν τη μουσική υποδυόμενος τους χαρακτήρες που οι ίδιοι δημιούργησαν. Ο Iαν Αντερσον των Jethro Tull από τώρα, όσο είναι ακόμη ζωντανός και δραστήριος, παίζει υπό τον τίτλο «Ian Anderson Plays the Music of Jethro Tull», υπονοώντας ότι αύριο-μεθαύριο η μουσική του συγκροτήματος θα συνεχίσει να ερμηνεύεται ζωντανά, όταν ο ίδιος θα είναι παρελθόν.

Και πού είναι το περίεργο; Η Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου παίζει με μανία, και μπορούμε με ασφάλεια να διαπιστώσουμε ότι δεν έχει κανένα από τα αυθεντικά της μέλη – το αντίθετο θα ήταν παράξενο, δεδομένου ότι σχηματίστηκε το 1904. Το λογικό αντεπιχείρημα, βεβαίως, είναι ότι η LSO δεν γράφει τη μουσική που ερμηνεύει.

Σε ό,τι αφορά τους σόλο καλλιτέχνες τα πράγματα είναι απλούστερα και, ταυτόχρονα, πιο περίπλοκα. Υπάρχει μόνο ένας Ελτον Τζον, μόνο ένας Μπίλι Τζοέλ, μόνο ένας Μπρους Σπρίνγκστιν κ.ο.κ. – και όταν πεθάνουν, θα χαθούν. Ή μήπως όχι;

Εδώ υπεισέρχεται η ψηφιακή τεχνολογία. Ήδη από τη δεκαετία του ’80, οι μουσικοί που συνόδευαν τον Ελβις περιόδευαν μαζί με μια οθόνη στην οποίαν προβαλλόταν συγχρονισμένα με το ζωντανό τους παίξιμο φιλμ του Ελβις, ως «Elvis In Concert» ή κάτι παρόμοιο. Και οι αίθουσες ήταν (είναι!) πάντα γεμάτες!

Τελευταία λέξη, το διαβόητο ολόγραμμα. Μεγάλη φασαρία έγινε για την απόφαση της χήρας του Ρόνι Τζέιμς Ντίο να δημιουργήσει ένα τρισδιάστατο ολόγραμμα του άντρα της και να το βγάλει σε περιοδεία με τη συνοδεία μουσικών που έπαιζαν μαζί του όσο ζούσε. Και δεν ήταν ο πρώτος, ούτε θα είναι ο τελευταίος. Είχαν προηγηθεί ολογράμματα του Μάικλ Τζάκσον και του Τουπάκ Σακούρ, ενώ ετοιμάζεται να επιστρέψει ο Ρόι Oρμπισον και πολλοί άλλοι.

Μακάβριο; Ισως. Κακόγουστο; Εξαρτάται από την εκτέλεση, και στο φινάλε καθαρά υποκειμενικό. Η ουσία είναι πως το κοινό δείχνει να «αγκαλιάζει» το ολόγραμμα – άλλωστε, είναι ό,τι πλησιέστερο σε κάτι που δεν πρόκειται να δεις ποτέ.

Ετσι, τα συγκροτήματα όλα υπάρχουν, και οι σόλο καλλιτέχνες θα παίζουν για πάντα. Ούτε ο θάνατος μπορεί να τους σταματήσει. Στο μέλλον, όλο και περισσότεροι θα επιστρέφουν από τα θυμαράκια και θα γεμίζουν θέατρα-αρένες-στάδια.

Οσο για τη μουσική βιομηχανία; Υποψιάζομαι ότι προτιμά το ολόγραμμα. Το ολόγραμμα δεν πρόκειται ποτέ να ζητήσει σαμπάνια στο καμαρίνι του, ποτέ δεν θα διαπραγματευτεί το συμβόλαιό του, άσε που δεν οδηγεί Bentley, το ενοίκιο ενός σκληρού δίσκου είναι πολύ χαμηλότερο από αυτό της έπαυλης στο Μπέβερλι Χιλς, και η κόκα μένει άθικτη για τον ντράμερ.