483
. | Konstantinos Tsakalidis / SOOC

Αναμνήσεις από τη Χώρα των Ηττημένων (Μέρος 5ο)

Κωνσταντίνος Μούσσας 8 Αυγούστου 2018, 17:24
.
|Konstantinos Tsakalidis / SOOC

Αναμνήσεις από τη Χώρα των Ηττημένων (Μέρος 5ο)

Κωνσταντίνος Μούσσας 8 Αυγούστου 2018, 17:24

Οι πρώτοι αδειούχοι του δημοσίου φορτωμένοι την κούραση της χρονιάς, άχρηστες ανάγκες και μάταιες ελπίδες σπρώχνονται στις ουρές ανάμεσα σε αμέριμνους τουρίστες και ζευγαράκια που δοκιμάζουν για πρώτη φορά την αντοχή της ανήλικης σχέση τους στη σαρωτική δύναμη της καλοκαιριού. Προορισμοί κοντινοί, λιγότερο εξωτικοί λόγω κρίσης και διακοπές ολιγοήμερες αλλά πάντα πολλά υποσχόμενες.

Ιούλιος, του Ελύτη και του Ρίτσου. Τα θερινά σινεμά στις δόξες τους, με ταινίες ασπρόμαυρες, νοσταλγικές. Αρχαίες τραγωδίες στο Ηρώδειο, στην Επίδαυρο, στο Βεάκειο. Αντιγόνη, Ηλέκτρα, Αγαμέμνων. Επιστρέφουν, σκιές χλωμές και κουρασμένες από το  μακρινό ταξίδι στον καιρό και τη μνήμη. Ακούν οι ξαφνιασμένοι θεατές τον αιώνιο λόγο και κάποιοι υποψιάζονται την αλήθεια. Οι υπόλοιποι βγάζουν φωτογραφίες το φεγγάρι ή σέλφι για να δικαιολογήσουν την άγνοια και να νικήσουν τη λήθη.

Πέρασαν νωχελικά οι τρεις πρώτες Κυριακές του Ιουλίου και πιστέψαμε πως η τύχη μας άλλαξε, πως ο μήνας θα τελείωνε αδιάφορα, δίχως συγκινήσεις, δίχως τίποτα να ταράξει την βαριά νυχτερινή άπνοια, στα κενοτάφια των πολυκατοικιών του κέντρου και στους υπόγειους σταθμούς.

Κι όμως. Ξαφνικά ξεχείλισαν τα ραδιόφωνα από μαρκίζες, Κύθηρα κι αγιασμένα τραγούδια. Ο Μάνος των στίχων, με εκείνο το αιχμηρό βλέμμα χαμογέλασε ειρωνικά, φόρεσε τη μαύρη τραγιάσκα, άφησε στο γραφείο τα συρμάτινα, στρογγυλά γυαλάκια κι ανηφόρισε για τελευταία φορά προς την αγαπημένη του Άνω Σύρα. Πώς να πενθήσεις τη χαρά, το χάρισμα, την ευλογία του νου και της ψυχής; Ύστερα είναι και τα τραγούδια που νικούν σχεδόν πάντα την απουσία.

Κι ύστερα ήρθε η φωτιά και το αληθινό πένθος. Όχι το τριήμερο, εκείνο το τυπικό, με τις σημαίες μεσίστιες και θλιμμένες. Αυτό το πένθος, για τους δεκάδες νεκρούς, τους αγνοούμενους, τις σκηνές αποκάλυψης, βγαλμένες από ταινία κατά το δημοσιογραφικό κλισέ, δεν είναι ούτε παράπονο, ούτε θυμός, ούτε καν πόνος. Είναι μια αίσθηση παραίτησης και ντροπής διαλυτική και μοιραία περισσότερο κι από τις φλόγες που σε μερικά λεπτά κατέκαψαν μια ολόκληρη περιοχή και μαζί τις ζωές τόσων αθώων. Οι ευθύνες ως συνήθως ορφανές, οι αλληλοκατηγορίες, οι καταγγελίες, τα κατόπιν εορτής μέτρα, ο σχεδιασμός.  Εμπειρογνώμονες, αρμόδιοι, αρχές, αυτοδιοίκηση, εξουσίες αποκεντρωμένες κι ανύπαρκτες, όλοι στην θλιβερή εμποροπανήγυρη ψυχών, που χάθηκαν τόσο άδικα. Ψυχές δίδυμες και παιδικές κι άλλες μεγαλύτερες κι ανήμπορες. Είκοσι έξι αγκαλιασμένες ψυχές και μετά πενήντα κι ως τώρα ενενήντα απούσες από την καθημερινή μας καλημέρα. Και πόσες άλλες που θα ξεβράζονται κάθε μέρα σαν τα όνειρα και τις αναμνήσεις μας σ’ αυτή τη χώρα των ηττημένων. Το κακό είναι εδώ. Μας κυκλώνει χρόνια τώρα, όσο εμείς περιμένουμε παθητικά ελπίζοντας σε σωτήρες, προφήτες και ήρωες των δελτίων ειδήσεων.

Το ριζικό μας τραγικότερο κι από εκείνων των ηρώων των μεγάλων αρχαίων τραγωδών, μας πηγαίνει ολοένα βαθύτερα στο μάτι της καταιγίδας. Και δεν ακούγεται πια τίποτα άλλο στην ερημιά της καμένης πόλης, παρά εκείνο το μοναχικό τραγούδι του Ελευθερίου:

[…]Αν κάτι κάποτε σωθεί
και που γι’ αυτό κάποιος μιλήσει
Μόνο αυτός θα εξηγήσει
Πως πήγε ανάποδα η ζωή
Πως έγινε κι οι τζογαδόροι
Πήραν στα χέρια το σχοινί
Και παίξαν πάνω στη σκηνή
Το ρόλο πρωταγωνιστή

Αν κάτι κάποτε σωθεί
και που γι’ αυτό κάποιος μιλήσει…