Ο Ροβινσώνας Κρούσος ως πείραμα ανάπτυξης
Ο Ροβινσώνας Κρούσος ως πείραμα ανάπτυξης
Όταν ο Daniel Defoe έγραψε το 1719 τον «Ροβινσώνα Κρούσο», δεν φανταζόταν ότι ενέπνευσε, ίσως, τον πιο όμορφο ορισμό της οικονομικής ανάπτυξης. Ανάπτυξη, με απλά λόγια, είναι οι οικονομικές προσπάθειες που καταβάλουμε σήμερα προκειμένου να βελτιώσουμε τις συνθήκες της ζωής μας αύριο. Υπάρχει όμως μια κρίσιμη διάκριση που δεν φαίνεται ξεκάθαρα σε αυτόν τον ορισμό. Άλλο είναι η οικονομική ανάπτυξη που έρχεται ως φυσική διαδικασία, και άλλο η «επιταχυμένη ανάπτυξη» που έρχεται με «μέτρα αναπτυξιακής πολιτικής». Άλλο να αναπτύσσεσαι εσύ όπως θέλεις, και άλλο να «σε αναπτύσσει» κάποιος τρίτος, κατά πως νομίζει, με «αναπτυξιακά μέτρα». Και αυτά τα «μέτρα ανάπτυξης» κοστίζουν βαριά, και σε τιμή και σε συνέπειες. Ας γυρίσουμε όμως πρώτα, στο μυθιστόρημά μας.
Ο Ροβινσώνας Κρούσος ως πείραμα ανάπτυξης
Η ιστορία λέει πως ο Ροβινσώνας μετέχει σε μία οικονομία «του ενός ατόμου». Ο ίδιος θέτει οικονομικές προτεραιότητες και κατευθύνει τις προσπάθειές του για να καλύψει τις πιο άμεσες ανάγκες του. Σταδιακά βελτιώνει την εργασία του. Συνήθως ψαρεύει οχτώ ώρες για να πιάσει με καμάκι τα ψάρια μίας ημέρας. Ωστόσο, κάποια στιγμή αποφασίζει να ψαρέψει αντί για οχτώ, δώδεκα ώρες, επί δύο συνεχόμενες μέρες. «Αποταμιεύει» με τις «υπερωρίες» του τα ψάρια που θα φάει, και έτσι, τη τρίτη μέρα αντί να ψαρέψει, αφιερώνει το οχτάωρό του στη κατασκευή ενός διχτυού. Την επόμενη μέρα έχει συντελεστεί οικονομική ανάπτυξη. Πλέον χρειάζεται με το δίχτυ μόλις τέσσερις ώρες για να πιάσει τα ψάρια που άλλοτε έπιανε σε οχτώ με το καμάκι, και έχει επιπλέον τέσσερις διαθέσιμες εργάσιμες ώρες για να φτιάξει μία σκάλα ή κάποια άλλη κατασκευή. Αυτή η πολύ σπουδαία στην απλότητά της διαδικασία, συνεχίζεται προοδευτικά κάθε μέρα, έτσι που σε κάθε βήμα, ο ήρωάς μας αποταμιεύει και δημιουργεί το περιθώριο για πιο ολοκληρωμένους και αποτελεσματικούς κύκλους εργασιών που θα του βελτιώσουν τη διαβίωσή του αύριο.
Αυτό το «πρωτόγονο» οικονομικό σύστημα του Ροβινσώνα, μας δείχνει, απογυμνωμένες, τις τέσσερις θεμελιώδεις αρχές της ανάπτυξης: (1) η ανάπτυξη δεν είναι ποτέ δωρεάν αλλά κοστίζει πάντα σε εργασία και κεφάλαιο, (2) οι άμεσες ανάγκες μας είναι αυτές που υπαγορεύουν το πώς θα χρησιμοποιήσουμε τη διαθέσιμη εργασία και κεφάλαιο για να αναπτυχθούμε, (3) πρέπει να αποταμιεύουμε σήμερα για να δημιουργήσουμε περιθώριο δράσης για τη βελτίωση της παραγωγής μας αύριο, και (4) η ανάπτυξή μας, καθώς προϋποθέτει μία προσωπική οικονομική θυσία, αποτελεί και προσωπική μας επιλογή, αφού το πότε θα κάνουμε τη θυσία αφορά αποκλειστικά τις δυνατότητές μας και όχι κάποιον τρίτο.
Τα μέτρα ανάπτυξης δεν είναι το «αντίθετο» των μέτρων εσωτερικής υποτίμησης
Αν θυμηθούμε τον δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα, θα διαπιστώσουμε ότι τα λεγόμενα «αναπτυξιακά μέτρα», που όλο αναγγέλλονται και ποτέ δεν έρχονται, θεωρούνται το «αντίθετο» των μέτρων εσωτερικής υποτίμησης, καθώς όλοι αφηνόμαστε να πιστεύουμε ότι ταυτίζονται με «λεφτά στην αγορά», «θέσεις εργασίας», «μείωση φόρων», «εύκολα δάνεια», «χαμηλά επιτόκια», κοκ. Κανείς δεν λέει όμως ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν είναι δωρεάν αγαθό, αλλά αγαθό με συνέπειες. Άλλωστε μέσα στη γενική απόγνωση, λίγοι κατανοούν ότι «δωρεάν είναι μόνο το τυρί στη φάκα, και, αυτό, μόνο για το δεύτερο ποντίκι».
Το λογικό ερώτημα που θα έθετε κάποιος είναι το εξής: Αν η οικονομική ανάπτυξη, σε αντίθεση με αυτό που μας λένε, επιφέρει τελικά κόστος και συνέπειες, μπορεί αυτό το κόστος, ή όποιο κόστος, να πληρωθεί από μία κοινωνία, σε τέτοιες συνθήκες ύφεσης και αστάθειας; Η απάντηση είναι ασφαλώς όχι, και δεν εκπλήσσει κανέναν. Αυτό που εκπλήσσει, είναι ότι το γεγονός πως δεν έχουμε «πολιτική οικονομικής ανάπτυξης», στην πράξη ευνοεί την πραγματική αγορά και δημιουργεί τις προϋποθέσεις πραγματικής οικονομικής ανάπτυξης. Για να το κατανοήσουμε αυτό το «πρωτάκουστο» επιχείρημα, θα χτίσουμε πάνω στις τέσσερις θεμελιακές αρχές που διδαχτήκαμε από τον Ροβινσώνα Κρούσο και θα δούμε πως επιτυγχάνεται ανάπτυξη σε μία αγορά, πλέον όχι ενός, αλλά χιλιάδων ή εκατομμυρίων ατόμων, χωρίς κρατική αναπτυξιακή πολιτική.
Ανάπτυξη χωρίς «μέτρα και πολιτική ανάπτυξης»
Είναι απίστευτα απλό. Πολλές φορές έχουμε πει ή ακούσει τη φράση: «έκανα αυτή την κίνηση επειδή είδα ή διάβασα την αγορά». Τι θα πει αυτό; Θα πει ότι η αγορά «μου έδωσε τη πληροφορία» να κάνω μία οικονομική επιλογή. Έχουν γραφτεί χιλιάδες μοντέλα ανάλυσης των αγορών, αλλά στην πράξη, τα πράγματα είναι πιο απλά από ό,τι λένε οι θεωρίες. Πρακτικά, η αγορά μας δίνει πάντα τρεις βασικές πληροφορίες: (α) το ύψος των τιμών, (β) ποιος κερδίζει και, (γ) το ύψος των επιτοκίων. Αυτές τις τρεις πληροφορίες πρέπει να κοιτάμε πάντα πριν κάνουμε οτιδήποτε. Η πρώτη μας δείχνει τι προϊόντα ζητά και προσφέρει η αγορά, η δεύτερη μας δίνει το κίνητρο να ανταποκριθούμε σε αυτή την προσφορά και ζήτηση, και η τρίτη μας δείχνει τη γενική τάση προς κατανάλωση ή αποταμίευση.
Όταν έχουμε αυτές τις τρεις πληροφορίες, σχεδόν ασυναίσθητα, μπαίνουμε σε μια διπλή νοητική διαδικασία: από τη μια υπολογίζουμε πώς και κατά πόσο μας συμφέρει να κινηθούμε (economic calculation) και από την άλλη πώς να συντονίσουμε τις προσπάθειές μας με αυτές της υπόλοιπης αγοράς ώστε να συμβαδίζουμε με τις ανάγκες της (economic coordination). Το αποτέλεσμα αυτής της διπλής διεργασίας, υπολογισμού και συντονισμού, είναι που προσδιορίζει τη θέση μας στην αγορά. Αν υπολογίσαμε σωστά, σημαίνει πως τοποθετήσαμε το κεφάλαιο και την εργασία μας με παραγωγικό τρόπο και επιτύχαμε κάποιο κέρδος. Συνολικά, όσο πιο καλός είναι ο οικονομικός υπολογισμός και συντονισμός από τους ανθρώπους της αγοράς, τόσο μεγαλύτερη η οικονομική ανάπτυξη. Επομένως, δεν χρειαζόμαστε καμία αναπτυξιακή πολιτική όσο η αγορά, ανεπηρέαστη, παρέχει σωστές πληροφορίες για τις ανάγκες της, τα κέρδη και τα επιτόκια. Το μόνο που χρειάζεται είναι να "αφήνεις ήσυχο τον πολίτη" να κάνει οικονομικό προγραμματισμό. Όμως, τον να τον "αφήνεις ήσυχο", δεν σημαίνει μόνο να μη τον κλέβεις φορολογώντας τον παράλογα, στερώντας του την ευκαιρία αποταμίευσης και μετά δράσης. Είναι και κάτι ακόμα για το οποίο δεν μιλάει κανείς.
Το κόστος και οι συνέπειες της «αναπτυξιακής πολιτικής»
Όταν το κράτος θα παρέμβει με δημοσιονομικά ή μονεταριστικά μέτρα για να επιταχύνει, υποτίθεται, με πολλαπλασιαστές, τη διαδικασία ανάπτυξης, ουσιαστικά δεν προκαλεί ανάπτυξη αλλά στρεβλώνει τις παραπάνω πληροφορίες που παίρνουμε μέσω της αγοράς. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, όλοι όσοι έχουν «προνομιακή σχέση» και «μπίζνες» με το κράτος, μιλάνε μόνο για τη μείωση φόρων και για τίποτα άλλο. Η μείωση φόρων ασφαλώς βοηθάει την αγορά να αποταμιεύσει, αλλά δεν παρέχει πληροφορίες για το πώς να κινηθεί ώστε να επιτύχει την καλύτερη τοποθέτηση κεφαλαίου και εργασίας για την κάλυψη των πραγματικά άμεσων αναγκών της, όπως απαιτεί η δεύτερη αρχή του Ροβινσώνα.
Όλα ξεκινάνε με το χρήμα. Η μονεταριστική πολιτική θα έπρεπε να ελέγχει τον πληθωρισμό αφήνοντας μόνο το πραγματικό χρήμα στην αγορά και ποτέ περισσότερο, και να επιτρέπει στα επιτόκια να κινούνται ελεύθερα. Όμως πάντα συμβαίνει το αντίθετο. Τα επιτόκια πιέζονται προς ένα benchmark (ας πούμε 2%) με την πρόφαση της «σταθερότητας των τιμών», σε μία περίοδο όμως που για τους πιο αδύναμους οικονομικά, οι τιμές πρέπει να πέσουν. Κάποιοι σταδιακά αποκτούν πρόσβαση σε τραπεζικό ρευστό. Αρχίζει να βελτιώνεται η «ψυχολογία και οι προσδοκίες», αλλά στην πράξη αυτή η «ψυχολογία» αλλάζει εξαιτίας λανθασμένων πληροφοριών, που πλέον λαμβάνουμε από το στρεβλά διαμορφωμένο ύψος των επιτοκίων, τη μεγαλύτερη ποσότητα διαθέσιμου χρήματος, και τη λάθος εκτίμηση που αυτή η πληροφορία προκαλεί στον υπολογισμό του κλάσματος «κατανάλωση προς αποταμίευση».
Αυτό οδηγεί σε λανθασμένες επενδυτικές επιλογές (information loops), καθώς οι επιχειρηματίες επενδύουν σε κινήσεις που φαίνονται πιο ελκυστικές, και όχι σε κινήσεις που ανταποκρίνονται στις άμεσες και πραγματικές ανάγκες της αγοράς. Η γενική «ευφορία» οδηγεί καταναλωτές και επενδυτές να αγοράζουν προϊόντα και υπηρεσίες που δεν είναι άμεσα αναγκαίες (π.χ. χαλαρώνουμε και αγοράζουμε ένα λίγο πιο ακριβό αυτοκίνητο ή νοικιάζουμε ένα πιο μεγάλο σπίτι). Αυτό ανεβάζει τις τιμές σε επίπεδα που δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές συνθήκες της οικονομίας και δημιουργούνται περισσότερες ψευδαισθήσεις, καθώς, το κίνητρο του κέρδους, επιτείνει τη συσσώρευση κεφαλαίων και εργασιών σε τομείς που δεν θα έπρεπε να ενισχυθούν. Αυτό είναι φυσικό καθώς οι επενδύσεις δεν είναι προϊόν πραγματικής αποταμίευσης, όπως λέει η τρίτη αρχή του Ροβινσώνα, αλλά εύκολου χρήματος. Αυτό όχι μόνο επιταχύνει τις στρεβλώσεις τις αγοράς με ψευτο-ανάπτυξη, χρήσιμη μόνο για «παραμύθιασμα της κοινής γνώμης» και «εσωτερική πολιτική κατανάλωση», αλλά, ακόμα χειρότερα, όταν το «party» τελειώσει, γιατί τελειώνει, και μάλιστα γρηγορότερα απ’ όσο πιστεύουμε αν τα σημάδια μίας κρίσης είναι ακόμα νωπά, η αγορά δεν θα έχει βγει ζημιωμένη μόνο από τη σταδιακή οικονομική καθίζηση που πάλι ακολουθεί, αλλά ακόμα χειρότερα, θα έχει βγει τελείως άοπλη και εκτεθειμένη, καθώς θα έχει ξοδέψει, μέσα σε αυτή τη φρενίτιδα των στρεβλών πληροφοριών και εντυπώσεων, τα λιγοστά αποθέματά της σε εργασιακή ικανότητα, κεφάλαια και πραγματικό χρήμα.
Η ηθική της «αναπτυξιακής πολιτικής»
Αυτή η διαδικασία μας δείχνει ξεκάθαρα, ότι άλλο πράγμα είναι η οικονομική ανάπτυξη με αειφόρο ορίζοντα (το αποτέλεσμα δηλαδή της αποταμίευσης και της συνεχούς κατεύθυνσης των αποταμιευμένων πόρων στις άμεσες ανάγκες της αγοράς), και άλλο η «πολιτική οικονομικής ανάπτυξης», δηλαδή η επιτάχυνση της αγοράς πέρα από τις δυνατότητές της, η οποία οδηγεί σε στρεβλές πληροφορίες, σε στρεβλές επενδυτικές επιλογές, σε στρεβλές τιμές και τελικά σε επιτάχυνση της πορείας προς μία νέα περίοδο ύφεσης.
Το κόστος των «μέτρων ανάπτυξης», για το οποίο καταλαβαίνουμε πλέον γιατί δεν μιλά κανείς, είναι ουσιαστικά η επιτάχυνση προς μία νέα περίοδο αστάθειας, με την παρένθεση μίας «γερής αρπαχτής», που συνήθως ξέρουμε ποιος την κάνει. Ο Keynes, που εισηγήθηκε μία τέτοια πολιτική οικονομικής επίσπευσης, στη λογική του ανεύθυνου: “in the long – run we are all dead”, όχι μόνο δεν έλυσε το πρόβλημα, αλλά νομιμοποίησε μία επίσης ανεύθυνη οικονομική θεωρία, αυτή των Νέο-κεϋνσιανών διαδόχων του, που υποστηρίζουν πως «η οικονομική αστάθεια που προέρχεται από μία δαπανηρή πολιτική είναι το τίμημα που πρέπει οι κοινωνίες να πληρώσουν αν θέλουν να βγουν γρήγορα από την κρίση» (financial instability hypothesis). Δηλαδή, πάλι οι κοινωνίες θα πληρώσουν. Και εδώ τίθεται το ηθικό ερώτημα της τέταρτης αρχής του Ροβινσώνα. Τι συμβαίνει αν τα οικονομικά χαμηλότερα στρώματα, που πλήττονται περισσότερο από τη δυσπραγία της αγοράς, αρνηθούν να πληρώσουν το κόστος εξόδου από την οικονομική αστάθεια απορρίπτοντας τα «αναπτυξιακά μέτρα» μίας «φιλολαϊκής κυβέρνησης», που αργά ή γρήγορα οδηγούν σε νέα οικονομική αστάθεια με την παρένθεση μιας «αρπαχτής»;
Ένας «φιλολαϊκός πολιτικός», ασφαλώς δεν ενδιαφέρεται για αυτό το ερώτημα. Ξέρει ότι αυτό που μετράει πάντα σε περιόδους κρίσης και απόγνωσης είναι το «τυρί» της ανάπτυξης, όχι η «φάκα».
*Ο Δημήτρης Ψαρράκης είναι Οικονομολόγος. Σπούδασε Διεθνείς Σχέσεις και Χρηματοοικονομικά στο Harvard, καθώς και Ανάλυση Χρηματοοικονομικών Ρίσκων στα πανεπιστήμια Stanford και Columbia. Είναι αναλυτής διαχείρισης τραπεζικών κινδύνων στο Λουξεμβούργο και την Ολλανδία, ενώ κατά την περίοδο της κρίσης (2010-12) ήταν επιστημονικός συνεργάτης της Βουλής για θέματα οικονομικής πολιτικής.
Προηγούμενα άρθρα του Δημήτρη Ψαρράκη
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
