1631
Το χωριό Βαμβακού βρίσκεται σε υψόμετρο 900 μέτρων στις πλαγιές του Πάρνωνα, στη Λακωνία | Vamvakou Revival

Πίσω στο χωριό τώρα! Το πείραμα της Βαμβακούς

Αστερόπη Λαζαρίδου Αστερόπη Λαζαρίδου 23 Απριλίου 2019, 08:30
Το χωριό Βαμβακού βρίσκεται σε υψόμετρο 900 μέτρων στις πλαγιές του Πάρνωνα, στη Λακωνία
|Vamvakou Revival

Πίσω στο χωριό τώρα! Το πείραμα της Βαμβακούς

Αστερόπη Λαζαρίδου Αστερόπη Λαζαρίδου 23 Απριλίου 2019, 08:30

Οπως κάθε Πάσχα έτσι και εφέτος, οι πόλεις παραδοσιακά θα αδειάσουν και τα χωριά θα γεμίσουν. Ολοι θα προσπαθήσουν να χαλαρώσουν, να αποτινάξουν το άγχος της αστικής καθημερινότητας, να αναπνεύσουν καθαρό αέρα, να κάνουν βόλτες στη φύση. Και όταν τελειώσει αυτό το ευχάριστο διάλειμμα, θα επιστρέψουν στην πιεστική ρουτίνα. Θα μπορούσαν άραγε τα πράγματα να είναι αλλιώς; Αν για παράδειγμα όσοι πήγαιναν στο χωριό τους για ολιγοήμερες διακοπές, ξαφνικά αποφάσιζαν να μείνουν εκεί μόνιμα και να κάνουν μία νέα αρχή;

Αυτό ακριβώς αποφάσισαν και τόλμησαν πέντε νέοι άνθρωποι ηλικίας 30-40 ετών, πέντε φίλοι, με ρίζες και δεσμούς στη Βαμβακού, ένα όμορφο και γραφικό χωριό μόλις εννέα μόνιμων κατοίκων, που βρίσκεται σε υψόμετρο 900 μέτρων, στις πλαγιές του Πάρνωνα, στη Λακωνία. Οι Χάρης Βασιλάκος, Ανάργυρος Βερδήλος, Ελένη Μάμη, Τάσος Μάρκος και Παναγιώτης Σουλιμιώτης σύστησαν την Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση «Vamvakou Revival» (Η Αναβίωση της Βαμβακούς) και αποφάσισαν να κάνουν το πρώτο γενναίο βήμα, μετακομίζοντας μόνιμα στον τόπο καταγωγής τους.

Τα μέλη της ομάδας Vamvakou Revival. Από αριστερά: Ανάργυρος Βερδήλος, Ελένη Μάμη, Χάρης Βασιλάκος, Παναγιώτης Σουλιμιώτης, Τάσος Μάρκος

Η ομάδα απευθύνθηκε και βρήκε άμεση ανταπόκριση από το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΙΣΝ) που στηρίζει ηθικά και οικονομικά την προσπάθεια, καθώς η Βαμβακού, ως τόπος καταγωγής του Σταύρου Νιάρχου, έχει ιδιαίτερη συμβολική και συναισθηματική σημασία για τον Οργανισμό.

Οπως επισημαίνει και ο πρόεδρος του ΙΣΝ, Ανδρέας Δρακόπουλος: «Η αναβίωση της Βαμβακούς αποτελεί ένα ιδιαίτερα φιλόδοξο έργο που εκφράζει, θεωρούμε, μία συλλογική ανάγκη, σήμερα ίσως περισσότερο από ποτέ, για επιστροφή στις ρίζες μας με σεβασμό αλλά και με ελπίδα. Οι δικές μας ρίζες τυχαίνει να βρίσκονται στη Βαμβακού, καθώς πρόκειται για το χωριό από όπου κατάγεται ο θείος μου και ιδρυτής μας, Σταύρος Νιάρχος. Σεβόμενοι την παράδοση και ιστορία της, ευελπιστούμε σταδιακά η Βαμβακού να ξαναγεμίσει ζωή, να εξελιχθεί σε χωριό-πρότυπο, χαράζοντας έναν νέο δρόμο, με την προσδοκία να ακολουθήσουν και άλλοι παρόμοιοι τόποι στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς».

Οταν έστειλα e-mail στη μοναδική κυρία της παρέας, την Ελένη Μάμη για να μιλήσουμε για τη φιλόδοξη αυτή αποκέντρωση, η απάντησή της ήταν άμεση και αστειευτήκαμε για το πόσο… καλό wi-fi έχει η Βαμβακού. Μιλήσαμε για το πώς είναι να αφήνεις πίσω τη ζωή στην πόλη και για τα σχέδια που υπάρχουν, προκειμένου αυτό το γραφικό χωριό με τις καστανιές να ξαναμπεί δυναμικά στον χάρτη.

«Αποφάσισα να έρθω στη Βαμβακού με τον σύντροφό μου, ο οποίος κατάγεται από εκεί. Είμαστε μία δεμένη παρέα και πριν από δυόμισι χρόνια είχαμε την ιδέα να δούμε το χωριό να ζωντανεύει ξανά, να έχει κόσμο και τον χειμώνα» εξηγεί η κυρία Μάμη, η οποία ζει πλέον στη Βαμβακού από τον Φεβρουάριο του 2019.

Συνάντηση για να συζητηθούν τρόποι αναβίωσης της Βαμβακούς

Το πρώτο στάδιο της αναβίωσης, έχει να κάνει με τον αγροτουρισμό. Το καλοκαίρι θα είναι έτοιμες οι πρώτες δομές: ένα εστιατόριο-καφέ και παραδοσιακός ξενώνας που θα υποδεχθεί τους πρώτους επισκέπτες. Παράλληλα, θα οργανωθούν υπαίθριες δραστηριότητες, όπως πεζοπορία σε μονοπάτια, ποδηλατικές διαδρομές, ξεναγήσεις και δωρεάν δράσεις δημιουργικής απασχόλησης για παιδιά. Απώτερος στόχος είναι, σε μερικά χρόνια, στη Βαμβακού να ζουν νέοι, οικογένειες και παιδιά. «Θα είμαστε σίγουροι ότι αυτό το κοινωνικό πείραμα έχει πετύχει, όταν ανοίξει ξανά το σχολείο του χωριού, που είναι κλειστό από το 2008. Τότε θα καταλάβουμε ότι κάτι αρχίζει να γεννιέται απ’ την αρχή» λέει χαρακτηριστικά η 30χρονη γυναίκα που προτού πάρει την απόφαση της αποκέντρωσης ζούσε στο πολύβουο κέντρο της Αθήνας, και συγκεκριμένα στα άκρως ταλαιπωρημένα Εξάρχεια.

Ενα φιλόξενο «Καλώς ήρθατε» έχει μείνει γραμμένο με κιμωλία στον πίνακα του σχολείου που είναι κλειστό από το 2008. Το «θαύμα» θα επιτευχθεί όταν ξαναγεμίσει με παιδιά

Η Βαμβακού χτίστηκε στα μέσα του 15ου αιώνα. Απέχει 36 χιλιόμετρα από τη Σπάρτη και 210 χιλιόμετρα από την Αθήνα. Δημογραφικά χτυπήθηκε από την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τη μετανάστευση και την αστυφιλία. Κυριότεροι προορισμοί των μεταναστών Βαμβακιτών ήταν οι ΗΠΑ, η Ρωσία και η Αφρική.

Σήμερα, οι κύριες ασχολίες των κατοίκων είναι η κτηνοτροφία και η αγροτική παραγωγή (πατάτες, καρύδια, κάστανα, κηπευτικά), ενώ η περιοχή είναι γνωστή για το μέλι, το αρωματικό τσάι του βουνού και τη ρίγανη.

Εξωτερική άποψη του σχολείου

«Θέλουμε να φτιάξουμε ένα σύγχρονο χωριό, όχι μουσείο, ούτε «τουριστικό». Να είναι αυτόνομο και βιώσιμο όλους τους μήνες του χρόνου, με τις δικές μας επιχειρήσεις, που θα φέρουν πίσω νέο κόσμο» τονίζει η Ελένη Μάμη.

Πώς είναι λοιπόν μία τυπική ημέρα (και νύχτα) στη Βαμβακού; «Εγκατασταθήκαμε μέσα στην καρδιά του χειμώνα. Τις πρώτες ημέρες χιόνισε, έκανε και πολύ έντονες μπόρες, δεν μπορούσες να βγεις από το σπίτι. Ημουν προετοιμασμένη. Το είχα δουλέψει μέσα μου εδώ και δύο χρόνια. Ξέραμε πολύ καλά πού πάμε. Εξοπλιστήκαμε με κατάλληλα ρούχα και παπούτσια και όλα καλά. Ξυπνάμε το πρωί, ερχόμαστε στο γραφείο του οργανισμού που έχουμε ιδρύσει, κάνουμε επαφές και κινήσεις για τις ανακαινίσεις κτιρίων και για τα υπόλοιπα σχέδιά μας. Η κοντινότερη μεγάλη πόλη είναι η Σπάρτη και προμηθευόμαστε τα πάντα από εκεί. Πρέπει να κάνεις σωστό προγραμματισμό των προμηθειών σου. Στη Βαμβακού δεν υπάρχει περίπτερο, ούτε mini market για να πεις «ξέχασα να πάρω γάλα θα πεταχτώ να φέρω»».

Το εντυπωσιακό Σπηλαιομονάστηρο της Αγίας Κυριακής

Σχολιάζει επίσης το γεγονός ότι είναι η μόνη γυναίκα της ομάδας: «Εχω καταλάβει ότι οι γυναίκες πολύ πιο δύσκολα θα προτιμήσουν την επαρχία. Ισως έχει να κάνει με το ότι σκέφτονται πως θα απέχουν από τα μαγαζιά, τα ψώνια, την ποικιλία στον τρόπο διασκέδασης. Ολα είναι στο μυαλό όμως και η Σπάρτη έχει τα πάντα και είναι κοντά».

Οσο για τη ζωή που άφησε πίσω της, στην Αθήνα: «Σίγουρα δεν μου λείπει όλη αυτή η ένταση, η τρέλα, ότι όλοι μπαίνουν κατευθείαν στην τσίτα, οι κόρνες στο φανάρι. Οι φίλοι και η οικογένειά μου σίγουρα μου λείπουν, αλλά ευτυχώς έχουμε πολύ γρήγορο Ιντερνετ και έτσι διευκολύνεται η επικοινωνία. Εβαλαν νέα οπτική ίνα στο χωριό και είναι καλύτερο και από της Σπάρτης! Προτού φύγω για τη Βαμβακού, έκανα το διδακτορικό μου στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, κυκλοφορούσα πολύ στο κέντρο της Αθήνας. Τώρα κοιμάμαι καλύτερα τα βράδια, πιο ήσυχα. Μόνο και μόνο ότι η δουλειά σου είναι μέσα στη φύση, ακόμη και όταν κάτι δεν πάει καλά, ανοίγεις την πόρτα και βλέπεις ένα πανέμορφο δάσος γύρω σου. Παρατηρώ επίσης ότι οι ώρες εργασίας μου είναι πιο παραγωγικές, μέσα στην ησυχία και τη συγκέντρωση – δεν σε ρουφάει η ένταση της Αθήνας».

Τα πέτρινα κτίσματα αντέχουν στον χρόνο και περιμένουν νέους κατοίκους που θα αντέχουν να ζήσουν εκτός αστικών κέντρων

Το μοναδικό μαγαζί σε λειτουργία που υπάρχει στη Βαμβακού είναι ένα καφενείο. Και αυτό ανοίγει μόνο τα Σαββατοκύριακα. Η ζωή λοιπόν κυλά αργά, αλλά όχι βασανιστικά: «Μετά τη δουλειά, μαγειρεύεις, τρως, βλέπεις τηλεόραση, αν έχεις όρεξη πηγαίνεις και μέχρι τη Σπάρτη για ποτό. Οι φίλοι μας είναι ενθουσιασμένοι. Θέλουν να έρθουν και αυτοί εδώ. Προσωπικά νιώθω πως η ζωή μου στη Βαμβακού είναι πιο συναρπαστική απ’ ό,τι ήταν στην Αθήνα, όπου τα πάντα τα ζούσες μέσα σε κουτάκια και τα έκανες μηχανικά. Ηδη έχω μάθει πάρα πολλά πράγματα για τα καρύδια και για τα ζώα, για το άρμεγμα, το κούρεμα, τις γέννες τους. Υπάρχουν πρόβατα και κατσίκια. Από παιδί της πόλης έγινα παιδί της φύσης».

Κατσίκια κάνουν την καθιερωμένη βόλτα τους

Ευχή και στόχος της πενταμελούς ομάδας του «Vamvakou Revival» είναι να μεγαλώσει η παρέα: «Είμαστε ανοιχτοί σε ιδέες και προτάσεις και στο να δούμε τι μπορεί να χρειάζεται κάποιος για να ζήσει μόνιμα στη Βαμβακού. Δεν είναι απαραίτητο να κατάγεται από εκεί, απλά να αγαπήσει τον τόπο και να θέλει να τον αναδείξει. Αρχικά οι ντόπιοι μάς αντιμετώπισαν με επιφύλαξη και ήταν φυσικό, αφού εμφανιστήκαμε ξαφνικά σαν ουρανοκατέβατοι. Τώρα όμως που μας βλέπουν κάθε μέρα, πείστηκαν και μας δείχνουν εμπιστοσύνη. Εδώ ζουν και ηλικιωμένοι άνθρωποι, που θυμούνται το χωριό γεμάτο, πήγαιναν στο σχολείο, το οποίο μάλιστα, ήταν πρότυπο σχολείο. Το 1930 διέθετε δικό του κινηματογράφο, ενώ νωρίτερα, το 1912, τα παιδιά διδάσκονταν σκοποβολή κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων».

Αποψη της κεντρικής πλατείας

Οπως κλασικά συμβαίνει στη σύγχρονη Ελλάδα, η γραφειοκρατία που αντιμετώπισαν προκειμένου να αρχίσουν να υλοποιούν τα σχέδιά τους, ήταν τεράστια και συχνά έμοιαζε απροσπέλαστη: «Είχαμε να κάνουμε με το κτηματολόγιο… Οταν για παράδειγμα βρήκαμε κτίρια ιδανικά για ξενώνες, έπρεπε να ανακαλύψουμε σε ποιον ανήκει το κάθε σπίτι. Σε πολλές περιπτώσεις υπήρχε το φαινόμενο των πολλών κληρονόμων, που έκανε την κατάσταση ακόμη πιο περίπλοκη. Ακόμη και για τα δημοτικά κτίρια υπήρχαν πολύ χρονοβόρες διαδικασίες. Σαν να είχε σβηστεί η Βαμβακού από τον χάρτη και την ξαναβάλαμε εμείς».

Συνάντηση που πραγματοποίησε η ομάδα Vamvakou Revival τον Δεκέμβριο του 2018 στο καφενείο του χωριού με τους ανθρώπους που κατάγονται από τη Βαμβακού και περνούν συνήθως εκεί τα καλοκαίρια τους

Η Βαμβακού άλλωστε δεν είναι τόσο απομονωμένη όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως: «Το γειτονικό χωριό Καρυές διαθέτει σχολείο που λειτουργεί και μαγαζάκια και ταβέρνες. Και αν λαχταρούμε να πιούμε έναν καφέ εσπρέσο, έχουμε προμηθευτεί καφετιέρα. Δεν πρέπει να σκεφτόμαστε διαρκώς ότι δεν υπάρχει διέξοδος. Δεν είναι η μόνη λύση να φύγουμε στο εξωτερικό, όπως έκαναν κάποτε οι Βαμβακίτες και ερήμωσε το χωριό. Η ελληνική ύπαιθρος έχει τεράστιες δυνατότητες. Η ζωή δεν βρίσκεται μόνο στα αστικά κέντρα».

Η Βαμβακού είναι όμορφη όλες τις ώρες της ημέρας και όλες τις εποχές του χρόνου

Οσο για το Πάσχα στη Βαμβακού: «Εχουμε πολλές και όμορφες εκκλησίες, αλλά ο παπάς έρχεται από τα γειτονικά χωριά και κάνουμε Ανάσταση νωρίτερα. Ανάσταση κάνουμε το μεσημέρι. Και η περιφορά του Επιταφίου γίνεται στις 4 το απόγευμα! Είναι σαν να παίζεις σε σουρεάλ ταινία!»