2299
| INTIMENEWS

Λαυρέντης Μαχαιρίτσας: «Αν δεν μιλήσουμε εμείς, ποιος θα μιλήσει;»

Γιώργος Μυζάλης Γιώργος Μυζάλης 3 Οκτωβρίου 2013, 00:51
|INTIMENEWS

Λαυρέντης Μαχαιρίτσας: «Αν δεν μιλήσουμε εμείς, ποιος θα μιλήσει;»

Γιώργος Μυζάλης Γιώργος Μυζάλης 3 Οκτωβρίου 2013, 00:51

Η συζήτηση με τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα έχει ένα βασικό χαρακτηριστικό: χωρίς να τον γνωρίζεις, νιώθεις ότι μιλάς με έναν φίλο σου. Με έναν δικό σου άνθρωπο. Με άλλα λόγια, ο συνομιλητής σου, ο Μαχαιρίτσας δηλαδή, «επιβάλλει» ένα κλίμα οικειότητας, μια ατμόσφαιρα που σου δίνει την εντύπωση ότι έχετε ξαναμιλήσει αρκετές φορές στο παρελθόν και θα ξαναμιλήσετε και στο μέλλον. Επιπλέον, ενώ μπορεί, αποφεύγει να χρησιμοποιεί διανοουμενίστικες εκφράσεις και λέξεις. Γίνεται, έτσι, απολύτως κατανοητός και, ταυτόχρονα, απλός. Αφορμή για τη συζήτησή μας στάθηκαν οι δύο επικείμενες εμφανίσεις του, σε ένα πρόγραμμα εφ’ όλης της ύλης, στη μουσική σκηνή του Passport τα Σάββατα 5 και 12 Οκτωβρίου. Ωστόσο, η συζήτησή μας δεν περιορίστηκε στα αμιγώς μουσικά. Δεν θα μπορούσε άλλωστε. Οι φίλοι (με την έννοια που περιγράφεται παραπάνω) δεν συζητούν μόνο για τα… επαγγελματικά τους.

Τι θα ακούσουμε, λοιπόν, στο Passport και τι διαφοροποιεί αυτές τις εμφανίσεις από προηγούμενες;
Να σου πω. Είναι παράσταση εφ’ όλης της ύλης. Παίζω πράγματα που δεν τα παίζω κάθε φορά. Ξέρεις, ο κόσμος θέλει να ακούσει συγκεκριμένα πράγματα. Τα ακούνε αυτά. Αλλά, πέραν αυτού, είναι ένα οδοιπορικό σε τραγούδια που έχω κάνει εδώ και είκοσι χρόνια. Τραγούδια και δικά μου αλλά και ανθρώπων με τους οποίους έχω συνεργαστεί όλα αυτά τα χρόνια. Είναι μια πολύ προσωπική παράσταση αυτή. Και βέβαια, την ίδια στιγμή που εγώ προσπαθώ να κάνω όλα αυτά που κάνω, έρχεται ο άλλος (ο Δημήτρης Σταρόβας) και τα ισοπεδώνει όλα κάνοντας μπούρδες (γέλια). Καταλαβαίνεις τώρα, έτσι;

Το καλοκαίρι εμφανιζόσαστε σε συναυλίες, το χειμώνα σε μαγαζιά. Προτιμάτε κάποιο από τα δύο και, αν ναι, για ποιον λόγο;
Άλλο πράγμα είναι η συναυλία το καλοκαίρι και άλλο πράγμα είναι το μαγαζί. Δεν είναι το ίδιο.

Τελευταία, σας έχουμε δει και σε πιο λιτές παραστάσεις, όπως εκείνες με τον Νότη Μαυρουδή ή με τον Παναγιώτη Μάργαρη…
Μου αρέσει πάρα πολύ να κάνω διαφορετικά πράγματα γιατί, ξέρεις, από ένα σημείο και μετά κουράζεσαι. Οι καλοκαιρινές συναυλίες απευθύνονται σε περισσότερο κόσμο, έχουν μεγαλύτερη ένταση, ηλεκτρικό ήχο, καταλαβαίνεις. Κάποιες στιγμές έχεις την ανάγκη να κάνεις διαφορετικά πράγματα. Με τον Μαυρουδή έχω να παίξω χρόνια, αλλά παίζω με τον Μάργαρη. Στο Badminton παίξαμε Χατζιδάκι. Ήταν μια πολύ όμορφη στιγμή. Δυο βραδιές εξαιρετικές. Αυτό τώρα στο Passport είναι επίσης διαφορετικό. Παίζουμε πολύ πιο ακουστικά, παίζουμε κοντά στον κόσμο και θα παίξουμε και τραγούδια που δεν μου δίνεται συχνά η ευκαιρία να παίξω στο κοινό. Και μέσα σε όλα αυτά, βέβαια, παίζω και τα τραγούδια που θέλει να ακούσει όποιος/α έρθει εκεί. Λογικό είναι. Ξέρεις, ο άλλος που θα έρθει για να ακούσει το «Πεθαίνω για σένα», θα του φανεί κάπως περίεργο αν δεν το ακούσει. Κι εγώ το παθαίνω αυτό. Αν πάω σε μια συναυλία και δεν ακούσω από τον καλλιτέχνη τα τραγούδια που περιμένω να ακούσω, φρικάρω.

Πείτε μου ένα τραγούδι που θα παίξετε στο Passport και μπορεί να μην το περιμένει ο κόσμος. Εκτός αν προτιμάτε να το αφήσουμε για έκπληξη…
Δεν είναι κάτι το φοβερό. Ξεκινάω από τον πρώτο μου δίσκο μετά τους Τερμίτες. Παίζω βέβαια και μερικά τραγούδια από τους Τερμίτες. Παίζω και ένα – δυο τραγούδια από αυτά που δεν ακούστηκαν πολύ. Μην πάει το μυαλό σου ότι θα κάνω τίποτα αλχημείες. Θα παίξουμε τραγούδια που θέλει να ακούσει ο κόσμος. Τι άλλο να κάνουμε; Δηλαδή, τι να κάνουμε διαφορετικό; Να βγάλουμε μαστίγια να μαστιγωνόμαστε; (γέλια) Ο κόσμος θέλει να ακούσει τα τραγούδια που γουστάρει και κάποια άλλα που – πιθανώς – να του έχουνε διαφύγει. Θα παίξουμε και κάποια από μερικές συνεργασίες που έχω κάνει. Είναι μια πολύ προσωπική, εφ’ όλης της ύλης, παράσταση. Αυτό είναι. Δεν μου δίνεται συχνά η δυνατότητα για μια τέτοια παράσταση. Όταν παίζεις συνεχώς με πολλούς ανθρώπους δεν μπορείς να πεις περισσότερα από δέκα – δεκαπέντε τραγούδια. Περί αυτού πρόκειται λοιπόν. Αυτή είναι η διαφορά ετούτης της παράστασης από τις άλλες. Τραγουδάω εγώ. Ο κόσμος θέλει να ακούσει τα τραγούδια που έχω πει όλα αυτά τα χρόνια. Γιατί πάω να παίξω κάπου και έρχεται ο κόσμος και μου λέει: δεν είπατε την «Απουσία» ή το άλλο ή εκείνο. Εντάξει, εδώ τα λέω όλα, λοιπόν. Ή σχεδόν όλα.

Σε όλη σας την πορεία, ποτέ δεν γράψατε στίχους, αν δεν κάνω λάθος…
Ποτέ. Έχετε δίκιο. Δεν το έχω τολμήσει. Δεν το «έχω».

Δεν σας έχει «βγει» ποτέ αυτή η ανάγκη;
Ποτέ. Ίσως επειδή σαν άνθρωπος τα θέλω όλα έτοιμα και επειδή είμαι και τυχερός. Γιατί έρχονται άνθρωποι και μου φέρνουνε στίχους και είναι σαν να έχουμε την ίδια οπτική γωνία. Περιορίζομαι λοιπόν σε αυτό. Μου αρέσει έτσι.

Πρόσφατα, σε μια συνέντευξη, η Έλλη Πασπαλά, μου έλεγε ότι εντοπίζει ένα έλλειμμα καλού ελληνικού στίχου. Ήθελα να σας ρωτήσω αν συμφωνείτε με αυτή την άποψη, δεδομένου ότι, φαντάζομαι, σας βρίσκουν συνεχώς άνθρωποι και σας δίνουν στίχους…
Δεν ξέρω. Εγώ νομίζω ότι, αν έχει κάτι το ελληνικό τραγούδι, που το καθιστά πιο μπροστά από τα υπόλοιπα, αυτό είναι ο στίχος του. Δεν συμφωνώ, δηλαδή, ότι υπάρχει πρόβλημα στον στίχο. Κοίταξε, πλέον έχουμε να κάνουμε και με πάρα πολλά είδη τραγουδιού. Είναι μια συγκεχυμένη κατάσταση. Δεν ξέρεις πού ξεκινάει το ένα και πού τελειώνει το άλλο. Εγώ δεν μπορώ και αυτές τις κατηγορίες: τα έντεχνα, τα άτεχνα, τα έτσι, τα αλλιώς. Εμένα ή μου αρέσει ένα τραγούδι ή δεν μου αρέσει. Δεν χρειάζεται πάντοτε να έχεις μια σφραγίδα, σώνει και καλά. Το ελληνικό ροκ, το έντεχνο κ.λπ. Και συζητήσεις για το αν υπάρχει ελληνικό ροκ ή όχι και διάφορα άλλα τέτοια. Κάτι μπούρδες. Και βγαίνουν ορισμένοι ινστρούκτορες και δίνουνε κατά το δοκούν διπλώματα. Εγώ ξέρω ποια τραγούδια μου αρέσουν. Ορισμένα μου αρέσουν, ορισμένα δεν μου αρέσουν. Η συντριπτική πλειοψηφία δεν μου αρέσει. Γιατί έχουμε να κάνουμε και με μια τεράστια αγορά, η οποία βγάζει συνεχώς πράγματα, που δεν απευθύνονται και σε μεγάλο κοινό. Ποιος θα τα πρωτοπάρει κιόλας. Είναι και αυτό ένα θέμα.

Ναι, έχουμε μεγάλη προσφορά και μικρή ζήτηση…
Ναι, έτσι είναι. Είναι λίγο τρελό το θέμα. Έχει επικρατήσει μια κατάσταση lifestyle η οποία λειτουργεί και δεν χτυπιέται έτσι εύκολα. Είναι τα πράγματα ζόρικα. Από την άλλη, είναι ένα κλειστό κύκλωμα ενός πυρήνα, του λεγόμενου εντέχνου, που το υπερασπίζεται μετά μανίας και δεν μπορεί κανένας άλλος να εισχωρήσει. Και, ξέρεις, αυτό δεν έχει να κάνει με τους καλλιτέχνες, αλλά με κάποιους «ειδικούς» που το υπερασπίζονται μετά μανίας. Οι καλλιτέχνες είναι μια χαρά οι άνθρωποι. Για να καταλαβαινόμαστε. Έχει δημιουργηθεί ένα κύκλωμα κλειστό και δεν μπορείς να μπεις εκεί, απαγορεύεται. Δηλαδή, δεν μπορεί να παραδεχτεί κανείς – μόνο εκ των υστέρων και με την πάροδο του χρόνου – ότι ο μέγας Έλληνας ροκ σταρ, θέλοντας και μη, είτε τους αρέσει, είτε δεν τους αρέσει, ήταν και θα είναι ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου μέχρι να σταματήσει να τραγουδάει. Δεν θέλει να το δεχτεί κανένας από αυτούς τους «ειδικούς». Καταλαβαίνεις τι σου λέω τώρα, έτσι;

Καταλαβαίνω…
Για να καταλαβαινόμαστε τώρα. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι αυτός ο άνθρωπος πήρε αυτό το πράγμα από τις κυριακάτικες συναυλίες των συγκροτημάτων στους σινεμάδες και το έκανε μεγάλο. Δηλαδή, αντί ο άλλος να περιμένει πώς και πώς πότε θα έρθουν οι Motorhead, πάει και βλέπει τον Παπακωνσταντίνου, φορώντας και μπλουζάκι Παπακωνσταντίνου. Αυτό, έδωσε ψωμί και σε εμάς και άνοιξε καινούριους δρόμους. Αν δεν είμαστε ανοιχτόμυαλοι να συζητάμε και να παραδεχόμαστε αυτά τα πράγματα, δεν γίνεται δουλειά.

Θέλω να σας ρωτήσω -και ας ακούγεται κλισέ το θέμα και η ερώτηση- ποιος είναι, κατά τη γνώμη σας, ο ρόλος της τέχνης, του τραγουδιού ή και του ίδιου του δημιουργού στην εποχή που διανύουμε, με όλα αυτά που συμβαίνουν;
Κοίταξε να δεις τώρα, ρε φίλε: η αλήθεια είναι ότι οι άνθρωποι που κάνουνε τέχνη – όλων των μορφών – αλλά περισσότερο εκείνοι που έχουν να κάνουν με τον λόγο (γιατί η ζωγραφική, για παράδειγμα, είναι πιο κλειστό πράγμα, πιο προσωπικό) είναι ευλογημένοι. Οι τέχνες είναι μια ευλογία για τον άνθρωπο που τις εξασκεί γιατί του παρέχουν ένα βήμα. Μπορεί, δηλαδή, να βγει και να πει, να μιλήσει, να αντιδράσει, να διαμαρτυρηθεί. Ο κόσμος ο πολύς θέλει να βγει και να διαμαρτυρηθεί και δεν βρίσκει διέξοδο, δεν βρίσκει βήμα. Θα σκάσει σαν μπαλόνι. Λοιπόν, εμείς που το έχουμε αυτό το πράγμα, δεν ξέρω πώς αποκτήσαμε, ας πούμε ότι έτυχε, αλλά το έχουμε, να μην το εκμεταλλευτούμε; Όχι να μην το εκμεταλλευτούμε, αλλά να το αφήσουμε να περάσει έτσι; Δηλαδή, αν δεν μιλήσουμε εμείς, ποιος θα μιλήσει; Βέβαια, άμα μιλάς, σου λένε: τι θες και κάνεις τον έξυπνο σε όλα; Άμα δεν μιλάς: γιατί δεν μιλάς; Και μετά πάμε σε αλλουνού παπά ευαγγέλιο. Πάντως, η ουσία του θέματος είναι ότι, εφόσον έχεις το βήμα, πρέπει να το μεταχειριστείς. Δεν μπορείς να αφήνεις τα πράγματα να περνάνε δίπλα σου και να τα κοιτάς σαν χαλβάς.

Έχει δώσει κάποτε μια πολύ ωραία απάντηση για αυτό το θέμα ο νομπελίστας συγγραφέας Χοσέ Σαραμάγκου. Τον είχε ρωτήσει ένας δημοσιογράφος αν είναι ο ρόλος του συγγραφέα να αντιμάχεται ή να κριτικάρει την εξουσία. Και είχε απαντήσει ο Σαραμάγκου ότι αυτός είναι ο ρόλος του πολίτη. Ο συγγραφέας, εφόσον είναι πολίτης, έχει και αυτόν τον ρόλο, αλλά όχι κατ’ αποκλειστικότητα. Πρωτίστως τον έχει επειδή είναι πολίτης και δευτερευόντως επειδή είναι συγγραφέας και έχει βήμα, όπως είπατε κι εσείς…
Ναι. Κατάλαβα.

Η επόμενη ερώτησή μου έχει να κάνει με την κατάρρευση της δισκογραφίας…
Ποια δισκογραφία; Δεν υπάρχει πια η δισκογραφία. Πόσους δίσκους ξέρεις εσύ, φετινούς;

Λίγους. Και προσπαθώ να τους παρακολουθώ κιόλας…
Έτσι. Και είσαι και της δουλειάς. Ποια δισκογραφία; Καταρχήν, έρχονται παιδιά σε διάφορες συναυλίες και μου φέρνουν cd. Τυπωμένα, κανονικά. Ανεξάρτητες παραγωγές, δικές τους. Ο καθένας κάθεται στο σπίτι του, στο computer του και φτιάχνει και ένα cd. Έχει μπλέξει το θέμα. Δεν ξέρεις πού ξεκινάει το ερασιτεχνικό, πού πάει το επαγγελματικό, χάνεται το θέμα. Αλλά δεν έχει να κάνει και με αυτό. Το θέμα είναι το καλό και το κακό. Αλλά άντε βρες το. Πού θα το βρεις;

Αυτό είναι το πρόβλημα…
Όλο το πράγμα, λοιπόν, πλανάται και πλέει μέσα στο διαδίκτυο. Εκεί μπαίνεις και ακούς. Από καλά μέχρι ό,τι χαζομάρα θες. Από αριστουργήματα μέχρι βλακείες. Τώρα, αν είσαι τυχερός και αν ακούσεις κάτι και αν… Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις; Τη διπλή ζωή της Βερόνικα. Τη μισή μέρα να ζεις τη ζωή σου και την άλλη μισή να κάθεσαι και να παρακολουθείς στο διαδίκτυο. Έτσι, χάθηκε το τραίνο. Δεν θα ζήσουμε εκατό ζωές.

Η αλήθεια είναι αυτή: μία είναι η ζωή…
Κατάλαβες, λοιπόν; Τα μέσα που μεταδίδουν το τραγούδι, στο αυτοκίνητο, στον δρόμο, στο ραδιόφωνο κ.λπ, δεν περιλαμβάνουν τη δισκογραφία, τη νέα μουσική. Κάνω εγώ ένα τραγούδι, πώς θα το μάθει ο απέναντι, ο γείτονας, που δεν παίζει στο διαδίκτυο; Πώς θα γίνουν γνωστά τα καινούργια καθημερινά λαϊκά τραγούδια; Μόνο αυτοί που πηγαίνουν στα σκυλάδικα της παραλίας θα τα ξέρουν; Πώς θα ξαναβγεί ένα τραγούδι σαν το «πού θα πάει, πού θα βγει, θα γυρίσεις και για μας, παλιοζωή»; Μου ήρθε αυτό το τραγούδι στο μυαλό. Ή το «Στην Ελευσίνα μια φορά». Ένα τέτοιο τραγούδι πώς θα ακουστεί; Πώς θα βγει στον κόσμο; Πώς θα γίνει επιτυχία, όπως τότε; Είναι τρελό. Είναι μια κατάσταση συγκεχυμένη. Δεν ξέρεις κατά πού να κάνεις. Ξέρεις τι μου είπε ο Καζούλης μια φορά; Μου λέει: ρε συ, έχω κάνει δεκαπέντε δίσκους και είναι σα να έχει σταματήσει ο χρόνος στο «Άννα, δεν ήμουνα εγώ για αεροπλάνα». Έχω κάνει άλλους εφτά δίσκους – μου λέει – μετά από αυτό και δεν έχει ακουστεί ούτε ένας. Και δεν ήξερα τι να του πω.

Έχει δίκιο…
Κατάλαβες; Δεν έβγαλε άλλα καλά τραγούδια ο Καζούλης; Έπαθε εμπλοκή; Θα έβγαλε, δεν μπορεί να μην έβγαλε, αλλά δεν υπήρχε τρόπος να τα επικοινωνήσει. Το βλέπω κι από μένα. Μέχρι τον δίσκο «Το διάλειμμα κρατάει δυο ζωές», γινόντουσαν έξι – εφτά τραγούδια γνωστά. Όχι το σουξέ. Άσε το σουξέ. Το σουξέ είναι μια καταραμένη λέξη έτσι όπως την έχουμε εντάξει στο λεξιλόγιό μας. Έξι – εφτά τραγούδια γινόντουσαν γνωστά στο πανελλήνιο. Και ξαφνικά κάνω έναν δίσκο με τίτλο «Στο αφιερώνω», από όπου, μετά βίας, ακούστηκε ένα τραγούδι. Από εκεί και πέρα, για πέντε χρόνια, δεν γινόταν τίποτα. Έκανα το best και ακούστηκε, πολύ φυσιολογικά, και το μοναδικό καινούργιο τραγούδι που περιείχε, το «Τόσα χρόνια μια ανάσα». Και μετά το «Πεθαίνω για σένα». Έτσι, σκέφτεσαι: τι να κάνω; Να κάνω ένα τραγούδι κάθε τόσο και τίποτα άλλο; Σκέφτομαι τον τελευταίο μου δίσκο, για παράδειγμα: «Οι άγγελοι ζουν ακόμη στη Μεσόγειο». Που δεν είναι και δικά μου τα περισσότερα τραγούδια. Είναι τραγούδια που τα έχω διαλέξει με πολύ μεράκι και μεγάλη λαχτάρα. Τα θεωρώ αριστουργηματικά τραγούδια. Κάναμε, λοιπόν, τριάντα και περισσότερα τραγούδια και, είτε τα κάναμε, είτε δεν τα κάναμε, ένα και το αυτό. Σαν event έμεινε: οι άγγελοι ζουν ακόμη στη Μεσόγειο. Η συναυλία στο Καλλιμάρμαρο και τρία τραγούδια: το καφέ, το αμερικάνο και ο ταύρος, ας πούμε.

Έχει γίνει το cd κάτι σαν σουβενίρ, πια…
Ναι, σαν event. Αυτό που μόλις είπες, ναι. Και έχει μέσα τριάντα τραγούδια. Πάω στο Λονδίνο σε μια συναυλία που έπαιζα και είναι μια παρέα από κάτω και με ρωτάει γιατί δεν τα παίζω. Και τους ρωτάω αν τα ξέρουν. Και μου απαντούν καταφατικά, λέγοντάς μου ότι είναι μικρά διαμαντάκια. Τι να κάνω εγώ τώρα; Αφού ο υπόλοιπος κόσμος από κάτω περίμενε πότε θα παίξω το «Και τι ζητάω».

Είναι αυτό που λέγαμε στην αρχή για τα τραγούδια που θέλει να ακούσει ο κόσμος…
Κατάλαβες; Περί αυτού πρόκειται.

Τελευταία ερώτηση: εκτός σκηνής, εκτός δουλειάς, τραγουδάτε;
Οι ζαχαροπλάστες τρώνε γλυκά, νομίζεις;

Κάποια θα τρώνε, δεν μπορεί (γέλια). Ίσως όχι από το δικό τους μαγαζί, αλλά θα τρώνε…
Εγώ έχω μια ιδιαίτερη σχέση με τη μουσική. Η μουσική δεν μπορεί να αποτελεί για μένα κάτι συνοδευτικό. Αυτό είναι το πρόβλημά μου. Δεν μπορώ, δηλαδή, να κάνω κάτι άλλο, μια δουλειά, και να έχω τη μουσική σαν υπόκρουση, σαν «χαλί». Μόλις ακούσω κάτι, ή δεν μου αρέσει και αλλάζω σταθμό, ή αν μου αρέσει, με «τραβάει», προσηλώνομαι και κάθομαι και το ακούω. Συνεπώς, ή πρέπει να ακούω όταν οδηγάω, που όταν πάω ταξίδια, θέλοντας και μη, βάζω και ακούω τα πάντα, ή στο σπίτι μου κατεβαίνω σε ένα μικρό στουντιάκι που έχω, βάζω ακουστικά και ακούω μουσική. Είναι περίεργη η σχέση μου με τη μουσική.

Σας ευχαριστώ πολύ!
Εγώ σε ευχαριστώ, ρε φίλε. Σας περιμένουμε στο Passport. Πιστεύω ότι θα περάσουμε καλά.