526
Δότες πλάσματος που έχουν αναρρώσει από Covid-19 (φωτογραφία αρχείου από νοσοκομείο στο Νέο Δελχί) | REUTERS/Anushree Fadnavis

Θετικά αποτελέσματα από τη χορήγηση πλάσματος σε ασθενείς με Covid-19 στην Ελλάδα

Protagon Team Protagon Team 14 Ιουλίου 2020, 12:40
Δότες πλάσματος που έχουν αναρρώσει από Covid-19 (φωτογραφία αρχείου από νοσοκομείο στο Νέο Δελχί)
|REUTERS/Anushree Fadnavis

Θετικά αποτελέσματα από τη χορήγηση πλάσματος σε ασθενείς με Covid-19 στην Ελλάδα

Protagon Team Protagon Team 14 Ιουλίου 2020, 12:40

Η χορήγηση πλάσματος από αναρρώσαντες ασθενείς από Covid-19, σε ασθενείς με κορονοϊό αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές θεραπευτικές επιλογές για την αντιμετώπιση της λοίμωξης από τον κορονοϊό SARS-CoV-2, σύμφωνα με τα πρώτα αποτελέσματα της κλινικής μελέτης που γίνεται στην Ελλάδα.

Οι καθηγητές της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ Ευάγγελος Τέρπος, Μαριάννα Πολίτου και Βασιλική Παππά, αναφέρουν ότι μέχρι σήμερα έχουν ελεγχθεί για την ύπαρξη αντισωμάτων έναντι του κορονοϊού 261 εθελοντές δότες πλάσματος, με θετική δοκιμασία PCR για τον SARS-CoV-2.

Οι εθελοντές είτε ήταν ασυμπτωματικοί, είτε είχαν συμπτώματα και είχαν παραμείνει στο σπίτι τους ή είχαν νοσηλευθεί. Το 88% αυτών βρέθηκε να έχουν αντισώματα έναντι του ιού με μεθοδολογία που έγινε στο Ινστιτούτο Παστέρ.

Οι 82 υγιείς δότες έχουν ήδη δωρίσει το πλάσμα τους για χορήγηση σε ασθενείς που νοσηλεύονται.

«Δέκα ασθενείς έχουν λάβει τη θεραπεία αυτή στη χώρα μας και όλοι είχαν βελτίωση της νόσου. Η μελέτη προβλέπει τη χορήγηση πλάσματος σε 100 ασθενείς με Covid-19», όπως αναφέρεται σε ανακοίνωση του ΕΚΠΑ.

Στην Ελλάδα, βρίσκεται σε εξέλιξη από την 28 Απριλίου πολυκεντρική μελέτης φάσης 2, που αφορά τη χορήγηση πλάσματος ιαθέντων από τη νόσο Covid-19 σε σοβαρά νοσούντες και πραγματοποιείται σε επτά νοσοκομεία της χώρας, με κύριο ερευνητή τον πρύτανη του ΕΚΠΑ Θάνο Δημόπουλο και συμμετέχοντες 22 ακόμη ερευνητές υπό την έγκριση του ΕΟΔΥ.

Τα νοσοκομεία, ερευνητικά ιδρύματα και οι συμμετέχοντες ερευνητές είναι:

1. Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο «Αττικόν» (Β. Παππά, Α. Αντωνιάδου, Α. Αρμαγανίδης, Α. Μπάμιας, Σ. Παπαγεωργίου, Α. Τσαντές, Σ. Τσιόδρας)

2. Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο «Αρεταίειο» (Μ. Πολίτου)

3. Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «ο Ευαγγελισμός» (Σ. Ζακυνθινός, Α. Κοτανίδου, Μ. Παγώνη, Σ. Σαριδάκης)

4. Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών (Χ. Γώγος)

5. Γενικό Νοσοκομείο Νοσημάτων Θώρακος Αθηνών «Η Σωτηρία» (Ν. Κουλούρης, Α. Κουτσούκου, Α. Πεφάνης)

6. Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Αλεξάνδρα» (Μ. Α. Δημόπουλος, Ε. Τέρπος, Χ.Ματσούκα)

7. Αντικαρκινικό Ογκολογικό Νοσοκομείο Αθηνών «Ο Αγιος Σάββας» (Ε. Γρουζή)

8. Ινστιτούτο Παστέρ (Α. Μεντής)

9. Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας (Κ. Σταμούλης)

10. National Cancer Institute USA (Γ. Παυλάκης)

Οι λεπτομέρειες της μελέτης

Στη μελέτη που θα διαρκέσει 20 μήνες, το πρωταρχικό στοιχείο που θα καθορίσει την επιτυχία αυτής της προσέγγισης, είναι η επιβίωση των ασθενών στις τρεις εβδομάδες, στον ένα μήνα, και στους δύο μήνες από την ένταξη στη μελέτη.

Αρχικά ελέγχονται εθελοντικά ασθενείς που νόσησαν από τον SARS-CoV-2 για την ύπαρξη αντισωμάτων έναντι του ιού.

Εφόσον ανιχνευθούν τα αντισώματα αυτά και οι υγιείς, πλέον, δότες πληρούν τα κριτήρια της αιμοδοσίας ακολουθεί το δεύτερο στάδιο, που είναι η συλλογή πλάσματος.

Το πλάσμα περιλαμβάνει τα αντισώματα έναντι του ιού. Το πλάσμα συλλέγεται με τη διαδικασία που ονομάζεται πλασμαφαίρεση, στοχεύοντας σε όγκο 600-700ml ανά συνεδρία αφαίρεσης. Ο όγκος που συλλέγεται μετά από μια πλασμαφαίρεση θα χωριστεί σε 3 θεραπευτικές μονάδες όγκου 200-233 ml. Κάθε ασθενής λαμβάνει συνολικά 3 μονάδες διαδοχικά, με απόσταση δύο ημερών μεταξύ τους. Επομένως, η αναλογία είναι ένας δότης ανά έναν ασθενή. Ωστόσο, πολλαπλές συνεδρίες αφαίρεσης ανά δότη είναι εφικτές, και άρα ένας δότης μπορεί να παρέχει πλάσμα για παραπάνω από έναν ασθενή.

Σημαντικό στοιχείο της μελέτης είναι και η συλλογή πληροφοριών για την κινητική των αντισωμάτων στους υγιείς δότες που είχαν νοσήσει από τον SARS-CoV-2. Ετσι όσοι είχαν αντισώματα θα επανεξετασθούν 3, 6 και 12 μήνες μετά την πρώτη ανίχνευση αντισωμάτων, ώστε να φανεί αν η παρουσία των αντισωμάτων παραμένει στον οργανισμό τους και για πόσο χρονικό διάστημα.