5092
|

Κυκλοφορεί: «Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Η βιογραφία του», Τζέραλντ Μάρτιν (Μικρή Άρκτος)

protagon.import 5 Ιανουαρίου 2014, 00:05

Κυκλοφορεί: «Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Η βιογραφία του», Τζέραλντ Μάρτιν (Μικρή Άρκτος)

protagon.import 5 Ιανουαρίου 2014, 00:05

Συγγραφέας των κλασικών έργων Εκατό Χρόνια Μοναξιά και Ο Έρωτας στα Χρόνια της Χολέρας, ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες είναι αναμφισβήτητα ένας από τους πιο δημοφιλείς συγγραφείς του εικοστού αιώνα.

Ο συγγραφέας του βιβλίου, Τζέραλντ Μάρτιν, αφηγείται τη συναρπαστική πορεία του Γκαρσία Μάρκες προς την επιτυχία και τη διεθνή αναγνώριση, αποκαλύπτοντας τις πολύπλοκες σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στην καταξίωση και την αξία, στην πολιτική θέση και τη συγγραφική αποστολή, στην εξουσία και τη σύνδεσή της με την αγάπη και τη μοναξιά.

Το υλικό του συγγραφέα συνθέτουν 300 και πλέον συνεντεύξεις από σημαίνοντα πρόσωπα. Ανάμεσά τους, ο Φιντέλ Κάστρο, ο Φελίπε Γκονζάλες, ο Κάρλος Φουέντες ο Μάριο Βάργκας Γιόσα, μέλη της μεγάλης οικογένειας του Μάρκες και βέβαια οΓκάμπο αυτοπροσώπως.

Ο Μάρτιν βυθίζεται στον κόσμο του Μάρκες δημιουργώντας έτσι την απόλυτη βιογραφία: τολμηρή και αποκαλυπτική, όπως ακριβώς η δημοσιογραφία του Μάρτιν, πολυεπίπεδη και γεμάτη πάθος, όπως η γραφή του Μάρκες.

Η περιπέτεια της συγγραφής της Βιογραφίας κράτησε 17 ολόκληρα χρόνια, κι όπως εξομολογείται ο ίδιος ο Μάρτιν στην εισαγωγή της : «αν ποτέ υπήρχε ένα θέμα για το οποίο άξιζε να αφιερωθεί το ένα τέταρτο της ζωής κάποιου ανθρώπου, τότε αυτό αναμφισβήτητα θα ήταν η εξαιρετική ζωή και η πορεία του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.»

Ίσως αξιολογώντας αυτή την αφοσίωση και αυταπάρνηση ο ίδιος ο Μάρκες, με δήλωση του το 2006, τον ανήγγειλε στον διεθνή τύπο ως επίσημο βιογράφο του.

Εισαγωγή

O Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες γεννήθηκε στην Κολομβία το 1927. Είναι ο πιο γνωστός συγγραφέας που έχει αναδείξει ο Τρίτος Κόσμος καθώς και ο πιο γνωστός εκφραστής του λογοτεχνικού ύφους του μαγικού ρεαλισμού, το οποίο έχει αποδειχθεί εκπληκτικά παραγωγικό σε άλλες αναπτυσσόμενες χώρες καθώς και μεταξύ μυθιστοριογράφων που αναφέρονται σε αυτές· όπως ο Σάλμαν Ράσντι, για να μνημονεύσω ένα προφανές παράδειγμα. Ο Γκαρσία Μάρκες είναι ίσως ο πιο δημοφιλής και ο πιο αντιπροσωπευτικός μυθιστοριογράφος της Λατινικής Αμερικής όλων των εποχών, στο εσωτερικό της ίδιας της Λατινικής Αμερικής· ακόμη και στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε μια εποχή όπου οι διεθνώς αναγνωρισμένοι σπουδαίοι συγγραφείς είναι δυσεύρετοι, η φήμη του κατά τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες είναι αξεπέραστη.

​Πράγματι, αν εξετάσουμε το σύνολο των μυθιστοριογράφων του εικοστού αιώνα, θα διαπιστώσουμε ότι τα περισσότερα από τα μεγάλα ονόματα έδρασαν κατά τα πρώτα σαράντα χρόνια του αιώνα (Τζόυς, Προυστ, Κάφκα, Φώκνερ, Γουλφ), ενώ στο δεύτερο μισό του αιώνα ίσως μόνο ο Γκαρσία Μάρκες έχει κερδίσει πραγματικά την ομοφωνία των κριτικών. Το αριστούργημά του, Εκατό Χρόνια Μοναξιά, που εκδόθηκε το 1967, ένα βιβλίο το οποίο εμφανίστηκε στο σημείο της μετάβασης από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα μυθιστοριογραφία, ίσως είναι το μοναδικό μυθιστόρημα ανάμεσα στο 1950 και στο 2000, που αξίωσε τέτοιο πλήθος από ενθουσιώδεις αναγνώστες σχεδόν σε κάθε χώρα και πολιτισμό του κόσμου. Υπό αυτή την έννοια, όσον αφορά τόσο το αντικείμενο που πραγματεύεται –σε γενικές γραμμές, η σύγκρουση μεταξύ παράδοσης και νεωτερικότητας–όσο και την υποδοχή του, πιθανόν να μην είναι υπερβολή να ισχυριστεί κάποιος ότι αποτέλεσε το πρώτο πραγματικά «παγκόσμιο» μυθιστόρημα.

​Ωστόσο, και με άλλα κριτήρια επίσης ο Γκαρσία Μάρκες αποτελεί ένα σπάνιο φαινόμενο. Πρόκειται για έναν σοβαρό αλλά δημοφιλή συγγραφέα, όπως ο Ντίκενς, ο Ουγκώ ή ο Χεμινγουέι, ο οποίος εκδίδει εκατομμύρια τόμους και η διασημότητα του οποίου είναι ανάλογη αθλητών, μουσικών ή αστέρων του κινηματογράφου. Το 1982 υπήρξε ο πιο δημοφιλής νικητής του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας της σύγχρονης εποχής. Στη Λατινική Αμερική, μια περιοχή του κόσμου που άλλαξε οριστικά πρόσωπο από τότε που ο Γκαρσία Μάρκες επινόησε τη μικρή κοινότητα του Μακόντο, είναι γνωστός παντού με το προσωνύμιο Γκάμπο, κάτι σαν τον Σαρλώ του βωβού κινηματογράφου ή τον Πελέ στο ποδόσφαιρο. Παρά το γεγονός ότι είναι μία από τις τέσσερις ή πέντε μεγαλύτερες προσωπικότητες του εικοστού αιώνα στην ήπειρό του, γεννήθηκε στη μέση του πουθενά, σε μια πόλη με λιγότερους από δέκα χιλιάδες –κυρίως αναλφάβητους– κατοίκους, με κακοτράχαλους δρόμους, ανύπαρκτο σύστημα αποχέτευσης και το όνομα Αρακατάκα ή αλλιώς Μακόντο, που όποιος το ακούει για πρώτη φορά βάζει τα γέλια (αν και η ηχητική ομοιότητά του με το Άμπρα Κατάμπρα θα έπρεπε να τον κάνει πιο επιφυλακτικό). Ελάχιστοι διάσημοι συγγραφείς σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου κατάγονται από μια τόσο μικρή πόλη, και ακόμη λιγότεροι είναι εκείνοι που έζησαν την εποχή τους, πολιτισμικά και πολιτικά, με τέτοια πληρότητα και ένταση όσο αυτός.

​Σήμερα, ο Γκαρσία Μάρκες είναι ένας πλούσιος άνδρας, με επτά σπίτια σε ελκυστικές τοποθεσίες σε πέντε διαφορετικές χώρες. Εδώ και κάποιες δεκαετίες έχει την άνεση να απαιτεί (ή συνηθέστερα να αρνείται) 50.000 δολάρια για μια ημίωρη συνέντευξη. Έχει τη δυνατότητα να δημοσιοποιεί τα άρθρα του σε όλες σχεδόν τις εφημερίδες του κόσμου και να λαμβάνει γι’ αυτά τεράστια ποσά ως αμοιβή. Όπως και στην περίπτωση του Σαίξπηρ, οι τίτλοι των βιβλίων του εμφανίζονται σαν φαντάσματα στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων όλου του πλανήτη, είτε αυτούσιοι είτεπαραλλαγμένοι: Εκατό Ώρες Μοναξιά, Χρονικό ενός προαναγγελθέντος Θανάτου, Το Φθινόπωρο του Δικτάτορα, Ο Έρωτας στα Χρόνια του Χρήματος»). Έχει αναγκαστεί να αντιμετωπίσει και να υπομείνει έναν ασφυκτικό κλοιό διασημότητας για σχεδόν τη μισή του ζωή. Την εύνοια και τη φιλία του έχουν αναζητήσει πλούσιοι, διάσημοι και ισχυροί άνθρωποι, όπως ο Φρανσουά Μιττεράν, ο Φελίπε Γκονσάλες, ο Μπιλ Κλίντον, οι περισσότεροι από τους πρόσφατους προέδρους της Κολομβίας και του Μεξικού, και πλήθος άλλες προσωπικότητες. Ωστόσο, παρά την εκθαμβωτική καλλιτεχνική και οικονομική του επιτυχία, σε όλη του τη ζωή παρέμεινε ένας άνθρωπος της προοδευτικής Αριστεράς, υπερασπιστής των αγαθών σκοπών και ιδρυτής επιχειρήσεων με θετικό αντίκτυπο, ανάμεσα στις οποίες ινστιτούτα δημοσιογραφίας και κινηματογράφου με μεγάλη επιρροή παγκοσμίως. Ταυτόχρονα, η στενή φιλία του με έναν άλλο πολιτικό ηγέτη, τον Φιντέλ Κάστρο, έχει δώσει τροφή για έριδες και επικρίσεις επί περισσότερο από τριάντα χρόνια.

​Ασχολούμαι με αυτήν τη βιογραφία εδώ και δεκαεπτά χρόνια. Σε αντίθεση με ό,τι με παρότρυναν οι συνομιλητές μου τις πρώτες ημέρες («δεν πρόκειται ποτέ να τον συναντήσεις και, αν το πετύχεις, δεν πρόκειται να συνεργαστεί»), κατάφερα να τον συναντήσω λίγους μήνες αφότου είχα ξεκινήσει την αναζήτηση και, αν και δεν θα έλεγα ότι ήταν γεμάτος ενθουσιασμό («γιατί θες να γράψεις μια βιογραφία; βιογραφία σημαίνει θάνατος»), ήταν ωστόσο φιλικός, φιλόξενος και ανεκτικός μαζί μου. Πράγματι, όταν με ρωτούν αν η βιογραφία μου έχει την εξουσιοδότησή του, απαντώ πάντα με τον ίδιο τρόπο: «Όχι, δεν έχει την εξουσιοδότησή του, έχει την ανοχή του». Ωστόσο, προς μεγάλη μου έκπληξη και ευγνωμοσύνη, το 2006 ο ίδιος ο Γκαρσία Μάρκες ανήγγειλε στον παγκόσμιο Τύπο ότι είμαι ο επίσημος βιογράφος του. Μάλλον αυτό –σκέφτομαι– με καθιστά τον μοναδικό επισήμως ανεκτό βιογράφο του! Νιώθω εξαιρετικά προνομιούχος γι’ αυτό. Είναι γνωστό ότι η σχέση μεταξύ βιογράφου και βιογραφούμενου είναι πάντα δύσκολη, αλλά εγώ στάθηκα πολύ τυχερός. Ως επαγγελματίας δημοσιογράφος και συγγραφέας, ο οποίος και ο ίδιος χρησιμοποιεί τις ζωές όσων έχει γνωρίσει πλέκοντας τη μυθοπλασία του, ο Γκαρσία Μάρκες υπήρξε, το λιγότερο, μακρόθυμος. Όταν τον πρωτογνώρισα στην Αβάνα, τον Δεκέμβριο του 1990, δήλωσε ότι θα συμφωνούσε με την πρότασή μου υπό έναν όρο: «Μη με βάλεις να κάνω εγώ τη δουλειά σου». Νομίζω ότι τελικά θα συμφωνούσε πως δεν έκανε εκείνος τη δική μου δουλειά, αλλά θα προσέθετε πως με βοήθησε όποτε πραγματικά τον χρειάστηκα. Πήρα περίπου τριακόσιες συνεντεύξεις προκειμένου να γράψω αυτή τη βιογραφία, πολλές από τις οποίες με σημαντικούς συνομιλητές που δεν βρίσκονται πλέον στη ζωή, αλλά γνωρίζω ότι ο Φιντέλ Κάστρο και ο Φελίπε Γκονσάλες ίσως δεν θα συμπεριλαμβάνονταν στον κατάλογο αν ο Γκάμπο δεν τους είχε καθησυχάσει ότι είμαι εντάξει τύπος. Ελπίζω ακόμη και τώρα, που μπορεί να διαβάσει το βιβλίο, να πιστεύει ότι είμαι εντάξει. Ανέκαθεν αρνιόταν να μου ανοίξει την καρδιά του, αναπόφευκτο όνειρο κάθε βιογράφου, θεωρώντας μια τέτοια σχέση άσεμνη, ωστόσο συνολικά πρέπει να έχουμε περάσει έναν ολόκληρο μήνα μαζί, σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και σε διαφορετικούς τόπους κατά τα τελευταία δεκαεπτά χρόνια, σε ιδιωτικές και δημόσιες συναντήσεις, και πιστεύω ότι λίγοι είναι εκείνοι που έχουν ακούσει κάποια από τα πράγματα που μου έχει κατά καιρούς εκμυστηρευτεί. Παρ’ όλ’ αυτά, ποτέ δεν προσπάθησε να με επηρεάσει με οποιονδήποτε τρόπο και πάντοτε έλεγε, συνδυάζοντας ηθική και κυνισμό, όπως κάθε ευφυής δημοσιογράφος: «Γράψε απλώς ό,τι βλέπεις· ό,τι γράψεις, αυτό θα είμαι». Η βιογραφία αυτή έχει ισπανικές ρίζες, όλα τα έργα διαβάστηκαν στα ισπανικά, οι περισσότερες από τις συνεντεύξεις ειπώθηκαν στα ισπανικά, αλλά συγγράφηκε και εκδόθηκε στα αγγλικά (η ισπανική μετάφραση κυκλοφόρησε το 2009). Επιπλέον, δεν χρειάζεται να προσθέσω ότι η πιο συνήθης διαδικασία σύνθεσης μιας βιογραφίας –ιδίως της πρώτης ολοκληρωμένης βιογραφίας– προϋποθέτει ο συγγραφέας να είναι συμπατριώτης που γνωρίζει τη χώρα προέλευσης καθώς και τον ίδιο τον ήρωα και καταλαβαίνει ακόμη και τις πιο λεπτές αποχρώσεις κάθε επικοινωνίας. Αυτό δεν συμβαίνει με τη δική μου περίπτωση –εξάλλου ο Γκαρσία Μάρκες είναι μια διεθνής προσωπικότητα, όχι απλώς ένας διάσημος Κολομβιανός– αλλά, όπως κι ο ίδιος είπε κάποτε αναστενάζοντας, όταν αναφέρθηκε το όνομά μου, ίσως όχι εν απολύτω ειλικρινεία: «Ε, τι να γίνει, υποθέτω ότι κάθε συγγραφέας που σέβεται τον εαυτό του πρέπει να έχει έναν Άγγλο βιογράφο». Υποψιάζομαι ότι κατά την άποψή του η μόνη μου αρετή ήταν η διά βίου αγάπη μου και η ενασχόλησή μου με την ήπειρο στην οποία γεννήθηκε.

​Δεν μου ήταν εύκολο να περιπλανηθώ μέσα στις πάμπολλες εκδοχές που έχει δώσει ο Γκαρσία Μάρκες σε όλες σχεδόν τις σημαντικές στιγμές της ζωής του. Όπως και ο Μαρκ Τουέην, με τον οποίο μπορεί να συγκριθεί, λατρεύει τις ωραίες ιστορίες, πόσω μάλλον τις απίθανες ιστορίες, και του αρέσει μια ιστορία να είναι πλήρης από κάθε άποψη, συνεπώς και τα καθοριστικά γεγονότα που συνθέτουν την ιστορία της δικής του ζωής· ταυτόχρονα, η διάθεσή του είναι παιχνιδιάρικη, αντιπαθεί τον ακαδημαϊσμό και λοξοδρομεί προς τη μυθοποίηση και τη σκανδαλιά όταν πρόκειται να παραπλανήσει δημοσιογράφους ή καθηγητές. Αυτό αποτελεί μέρος του επονομαζόμενου μαμαγαγίσμο του (περισσότερες λεπτομέρειες γι’ αυτό αργότερα· προς το παρόν θα μπορούσαμε να το μεταφράσουμε διακριτικά ως αστειάκι). Ακόμα και όταν είσαι σίγουρος ότι κάποια συγκεκριμένη ανέκδοτη ιστορία βασίζεται σε κάτι που όντως συνέβη, είναι δύσκολο να το προσδιορίσεις απολύτως, διότι καταλαβαίνεις ότι τις περισσότερες από τις γνωστές ιστορίες για τη ζωή του τις έχει αφηγηθεί με πολλές διαφορετικές εκδοχές, οι οποίες έχουν όλες τουλάχιστον ένα στοιχείο αλήθειας. Έχω προσωπική πείρα αυτής της μυθομανίας, με την οποία κι εγώ έχω ευτυχώς προσβληθεί (στη δική μου ζωή· ελπίζω όμως όχι σε αυτό το βιβλίο). Η οικογένεια του Γκαρσία Μάρκες πάντα έδειχνε να εντυπωσιάζεται από την επιμονή και την ετοιμότητά μου να εντρυφώ στο είδος της έρευνας το οποίο μόνο παράφρονες και Άγγλοι θα επιχειρούσαν. Έτσι, μου ήταν εντελώς αδύνατον να σκοτώσω τον μύθο που ο ίδιος ο Γκαρσία Μάρκες έπλασε και προφανώς τον πιστεύει, μέχρι που –και αυτό είναι προφανώς χαρακτηριστικό της εμμονής μου– πέρασα μια βροχερή νύχτα σε ένα παγκάκι, σε μια πλατεία στην Αρακατάκα, προσπαθώντας να ρουφήξω την ατμόσφαιρα της πόλης στην οποία φερόταν να έχει γεννηθεί ο άνθρωπος με τον οποίο είχα καταπιαστεί.

​Έπειτα από τόσα χρόνια μού φαίνεται σχεδόν απίστευτο ότι το βιβλίο είναι πια γεγονός και ότι αυτήν τη στιγμή συγγράφω τον πρόλογό του. Πολλοί βιογράφοι, απείρως πιο επιφανείς από εμένα, έκριναν ότι ο χρόνος και η προσπάθεια που επένδυσα σε ένα τέτοιο έργο δεν άξιζαν τον κόπο και ότι μόνο κάποιος ανόητος ή παραπλανημένος θα καταπιανόταν με ένα τέτοιο έργο, με σκοπό, ίσως, τη δυνατότητα επικοινωνίας και ταύτισης με τους σπουδαίους, τους άριστους ή απλώς τους διάσημους. Ίσως αυτό το συμπέρασμα να με έβρισκε σύμφωνο· αλλά αν ποτέ υπήρχε ένα θέμα για το οποίο άξιζε να αφιερωθεί το ένα τέταρτο της ζωής κάποιου ανθρώπου, τότε αυτό αναμφισβήτητα θα ήταν η εξαιρετική ζωή και η πορεία του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.

Τζέραλντ Μάρτιν, Ιούλιος 2008

 

Πρόλογος

Από ρίζες σκοτεινές

1800-1899

Ένα ζεστό πνιγηρό πρωινό στις αρχές της δεκαετίας του 1930, στην τροπική παράκτια περιοχή της Βόρειας Κολομβίας, μια νεαρή γυναίκα αγνάντευε από το παράθυρο του τρένου τής United Fruit Company τις μπανανοφυτείες που διαδέχονταν η μια την άλλη. Αλλεπάλληλες σειρές από μπανανιές τρεμόφεγγαν καθώς το φως του ήλιου εναλλασσόταν με τη σκιά. Είχε επιβιβαστεί στο βραδινό ατμόπλοιο που διέσχιζε, πολιορκημένο από κουνούπια, το μεγάλο έλος Σιέναγα από την πόλη-λιμάνι Μπαρρανκίγια στην Καραϊβική και τώρα ταξίδευε προς τον Νότο μέσα από τη Ζώνη της Μπανάνας στη μικρή πόλη της Αρακατάκα, όπου, αρκετά χρόνια πριν, είχε αφήσει στους ηλικιωμένους γονείς της τον πρωτότοκο γιο της, τον Γκαμπριέλ, όταν ήταν ακόμα μωρό. Η Λουίσα Σαντιάγα Μάρκες Ιγουαράν δε Γκαρσία είχε αποκτήσει τρία ακόμη παιδιά από τότε, και αυτή ήταν η πρώτη φορά που επέστρεφε στην Αρακατάκα από τότε που ο σύζυγός της, ο Γκαμπριέλ Ελίχιο Γκαρσία, την πήρε μακριά στην Μπαρρανκίγια, αφήνοντας τον μικρό Γκαμπίτο στη φροντίδα των γονιών της μητέρας του, της Τρανκιλίνα Ιγουαράν Κότες δε Μάρκες και του συνταγματάρχη Νικολάς Μάρκες Μεχία. Ο συνταγματάρχης Μάρκες ήταν βετεράνος του οδυνηρού Πολέμου των Χιλίων Ημερών, ο οποίος διεξήχθη στις αρχές του αιώνα, διά βίου οπαδός τουφιλελεύθερου κόμματος της Κολομβίας και, αργότερα, ταμίας του δήμου της Αρακατάκα.

​ Ο συνταγματάρχης και η δόνια Τρανκιλίνα αποδοκίμαζαν έντονα τον δεσμό της Λουίσα Σαντιάγα με τον όμορφο Γκαρσία. Δεν ήταν μόνο φτωχός και ξένος, αλλά και νόθος και, ίσως το χειρότερο από όλα, ένθερμος οπαδός του μισητού συντηρητικού κόμματος.Παρότι λίγες μέρες μόνο στη θέση του τηλεγραφητή της Αρακατάκα, ο έρωτάς του για τη Λουίσα, μια από τις πιο ελκυστικές νέες γυναίκες στην πόλη, υπήρξε κεραυνοβόλος. Οι γονείς της την έστειλαν να μείνει με συγγενείς για σχεδόν έναν χρόνο, για να της ξεριζώσουν από το μυαλό το ξελόγιασμα με τον σαγηνευτικό άνδρα· αλλά χωρίς επιτυχία. Όσο για τον ίδιο τον Γκαρσία, αν έλπιζε ότι ένας γάμος με την κόρη του συνταγματάρχη θα του έφτιαχνε την τύχη, τότε απλώς ματαιοπονούσε. Οι γονείς της νύφης αρνήθηκαν να παρευρεθούν στον γάμο που τελικά κατάφερε να οργανώσει στην πρωτεύουσα της περιφέρειας Σάντα Μάρτα και, έτσι, έχασε τη θέση του στην Αρακατάκα.

​Τι να σκεφτόταν η Λουίσα άραγε καθώς κοίταζε έξω από το παράθυρο του τρένου; Ίσως να είχε ξεχάσει πόσο άβολο επρόκειτο να είναι αυτό το ταξίδι. Μήπως άραγε η σκέψη της έτρεχε στο σπίτι όπου είχε περάσει τα παιδικά και τα νεανικά της χρόνια; Πώς θα αντιδρούσαν στον γυρισμό οι γονείς της; Οι θείες της; Τα δύο παιδιά που είχε να δει τόσο πολύ καιρό; Ο Γκαμπίτο, ο μεγαλύτερος, και η Μαργαρίτα, η μικρότερη αδελφή του, που κι αυτή τώρα ζούσε με τους παππούδες της; Το τρένο σφύριξε καθώς διέσχιζε τη μικρή μπανανοφυτεία που ονομάζεται Μακόντο την οποία θυμόταν από τα παιδικά της χρόνια. Έπειτα από λίγο, πρόβαλε η Αρακατάκα. Ναι, εκεί βρισκόταν ο πατέρας της ο συνταγματάρχης, περιμένοντας στη σκιά. Πώς θα την υποδεχόταν άραγε;

​Κανείς δεν ξέρει τι είπαν μεταξύ τους. Ξέρουμε όμως τι συνέβη μετά.1 Στο παλιό Μεγάλο Σπίτι του συνταγματάρχη, οι γυναίκες ετοίμαζαν τον μικρό Γκαμπίτο για μια μέρα που δεν θα την ξεχνούσε ποτέ: «Έφτασε, ήρθε η μητέρα σου, Γκαμπίτο. Είναι εδώ. Η μητέρα σου. Δεν ακούς το τρένο;». Ο ήχος της σφυρίχτρας ακούστηκε και πάλι από τον κοντινό σταθμό. Ο Γκαμπίτο αργότερα θα εξομολογηθεί ότι τη μητέρα του δεν τη θυμόταν καθόλου. Τον είχε αφήσει προτού μπορέσει να συγκρατήσει την παραμικρή ανάμνηση από αυτή. Και αν ένιωθε κάτι τώρα, ήταν μια ξαφνική απουσία που ποτέ δεν του εξήγησαν πραγματικά οι παππούδες του, ένα άγχος, σαν κάτι να μην πήγαινε καλά. Με τον ίδιο, ίσως. Ο παππούς πού ήταν; Με τον παππού του όλα τα μυστήρια ξεδιαλύνονταν. Αλλά ο παππούς του είχε βγει έξω.

​Τότε ο Γκαμπίτο τούς άκουσε να καταφθάνουν στην άλλη πλευρά του σπιτιού. Μια από τις θείες του τον πλησίασε και τον πήρε από το χέρι. Όλα ήταν σαν όνειρο. «Η μαμά σου είναι μέσα» είπε η θεία. Έτσι, μπήκε μέσα και έπειτα από λίγο αντίκρισε μια άγνωστη γυναίκα στην άκρη του δωματίου να κάθεται με την πλάτη της γυρισμένη προς το παράθυρο με τα κλειστά παντζούρια. Ήταν μια όμορφη γυναίκα, με ένα ψάθινο καπέλο και ένα μακρύ αεράτο φόρεμα, με μανίκια που της έφταναν μέχρι τους καρπούς. Ανέπνεε βαριά μέσα στην κάψα του μεσημεριού. Ο Γκαμπίτο ένιωθε μια παράξενη σύγχυση καθώς η γυναίκα που έβλεπε μπροστά του του άρεσε στην όψη, αλλά κατάλαβε αμέσως ότι δεν την αγαπούσε με τον τρόπο που του είχαν πει ότι πρέπει κάποιος να αγαπά τη μητέρα του. Όχι όπως αγαπούσε τον παππού και τη γιαγιά του. Ούτε καν όπως αγαπούσε τις θείες του. Η γυναίκα ψιθύρισε: «Δεν θα αγκαλιάσεις τη μητέρα σου;». Και μετά τον τράβηξε πάνω της και τον έσφιξε στην αγκαλιά της. Τη μυρωδιά της δεν θα την ξεχνούσε ποτέ. Δεν είχε καν χρονίσει όταν τον άφησε η μητέρα του. Τώρα ήταν σχεδόν επτά ετών. Έτσι, σήμερα, αφού είχε πια επιστρέψει, κατάφερε να το συνειδητοποιήσει: η μητέρα του τον είχε εγκαταλείψει. Και ο Γκαμπίτο ποτέ δεν επρόκειτο να το ξεπεράσει, αν μη τι άλλο επειδή δεν θα μπορούσε ποτέ να αντιμετωπίσει τα αισθήματά του γι’ αυτό. Και μετά, πολύ σύντομα, τον εγκατέλειψε και πάλι.

Η Λουίσα Σαντιάγα, η δύστροπη κόρη του συνταγματάρχη και μητέρα του μικρού Γκαμπίτο, είχε γεννηθεί στις 25 Ιουλίου 1905 στη μικρή πόλη Μπαρράνκας, ανάμεσα στα άγρια εδάφη της Γουαχίρα και στην ορεινή επαρχία Παδίγια, στα ανατολικά της Σιέρρα Νεβάδα.2 Όταν γεννήθηκε η Λουίσα, ο πατέρας της ήταν μέλος ενός ηττημένου στρατού, του στρατού του κόμματος των φιλελευθέρων που είχε νικηθεί από τους συντηρητικούς στον μεγάλο εμφύλιο πόλεμο της Κολομβίας, τον Πόλεμο των Χιλίων Ημερών (1899-1902).

​ Ο Νικολάς Ρικάρντο Μάρκες Μεχία, ο παππούς τού Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου του 1864 στη Ριοχάτσα της Γουαχίρα, μια ηλιοκαμένη αλμυρή και σκονισμένη πόλη στη βόρεια ακτή της Κολομβίας, στον Ατλαντικό, τη μικροσκοπική πρωτεύουσα της πιο άγριας περιοχής, πατρίδα των τρομερών Ινδιάνων Γουαχίρο και λημέρι λαθρεμπόρων από την εποχή των αποικιών μέχρι σήμερα. Ελάχιστα είναι γνωστά για τα παιδικά χρόνια του Μάρκες, εκτός από το γεγονός ότι η εκπαίδευση που έλαβε ήταν στοιχειώδης, την οποία όμως αξιοποίησε στο έπακρο και ότι για κάμποσο καιρό τον έστειλαν στα δυτικά για να ζήσει με την εξαδέλφη του, τη Φρανσίσκα Σιμοδοσέα Μεχία, στην πόλη Ελ Κάρμεν δε Μπολίβαρ, νότια της μεγαλοπρεπούς αποικιακής πόλης Καρταχένα. Εκεί τα δύο ξαδέλφια μεγάλωσαν με τη γιαγιά του Νικολάς, από την πλευρά της μητέρας του, τη Χοσέφα Βιδάλ Φρανσίσκα. Αργότερα, αφού ο Νικολάς περιπλανήθηκε για μερικά χρόνια σε ολόκληρη την παράκτια περιοχή, η Φρανσίσκα ένωσε την οικογένειά του και έζησε κάτω από τη στέγη του, γεροντοκόρη, για το υπόλοιπο της ζωής της. Ο Νικολάς έζησε για λίγο στην Καμαρόνες, μια παράκτια πόλη στη Γουαχίρα, είκοσι περίπου χιλιόμετρα από τη Ριοχάτσα. Ο θρύλος τον θέλει να έχει πάρει μέρος από αρκετά νωρίς σε μία ή περισσότερες από τις εμφύλιες διαμάχες που σημάδεψαν τον δέκατο ένατο αιώνα την Κολομβία. Όταν επέστρεψε στη Ριοχάτσα σε ηλικία δεκαεπτά ετών, έγινε αργυροχόος, μαθητεύοντας στο πλευρό του πατέρα του, Νικολάς δελ Κάρμεν Μάρκες Ερνάνδες. Αυτή ήταν η παραδοσιακή ενασχόληση της οικογένειας. Ο Νικολάς είχε ολοκληρώσει την πρωτοβάθμια εκπαίδευσή του, αλλά, επειδή καταγόταν από οικογένεια μαστόρων, δεν διέθετε την οικονομική δυνατότητα να μορφωθεί περαιτέρω. Ο Νικολάς Μάρκες ήταν παραγωγικός με άλλους τρόπους: μέσα σε δύο χρόνια από την επιστροφή του στη Γουαχίρα, ο παράτολμος νέος έγινε πατέρας δύο νόθων παιδιών –στην Κολομβία αποκαλούνται φυσικά παιδιά– του Χοσέ Μαρία, το 1882, και του Κάρλος Αλμπέρτο, το 1884.3 Η μητέρα τους ήταν μια εκκεντρική γεροντοκόρη της Ριοχάτσα, ονόματι Αλταγράσια Βαλδεμπλάνκες, η οποία προερχόταν από μια ισχυρή οικογένεια συντηρητικών και ήταν πολύ μεγαλύτερη από τον ίδιο τον Νικολάς. Δεν γνωρίζουμε γιατί ο Νικολάς δεν την παντρεύτηκε. Και οι δύο γιοι πήραν το επώνυμο της μητέρας τους· και οι δύο ανατράφηκαν ως ένθερμοι καθολικοί και συντηρητικοί, παρά τον έντονο φιλελευθερισμό του Νικολάς. Δεδομένου ότι το έθιμο στην Κολομβία μέχρι πρόσφατα ήταν τα παιδιά να ακολουθούν την πολιτική τάση των γονέων τους και επειδή τα αγόρια ανατράφηκαν όχι από τον Νικολάς αλλά από την οικογένεια της μητέρας τους, επρόκειτο να αγωνιστούν και οι δύο κατά των φιλελευθέρων και συνεπώς κατά του πατέρα τους, στον Πόλεμο των Χιλίων Ημερών.

​ Έναν χρόνο μόλις μετά τη γέννηση του Κάρλος Αλμπέρτο, ο Νικολάς, σε ηλικία εικοσιενός ετών, παντρεύτηκε μια κοπέλα της ηλικίας του, την Τρανκιλίνα Ιγουαράν Κότες, η οποία κι αυτή είχε γεννηθεί στη Ριοχάτσα στις 5 Ιουλίου 1863. Παρά το γεγονός ότι η Τρανκιλίνα γεννήθηκε νόθα, τα επώνυμά της ήταν συνδυασμός δύο κορυφαίων συντηρητικών οικογενειών της περιοχής. Τόσο ο Νικολάς όσο και η Τρανκιλίνα ήταν εμφανώς απόγονοι λευκών οικογενειών από την Ευρώπη και –μολονότι ο Νικολάς, ένας αδιόρθωτος Καζανόβας, ερωτοτροπούσε με γυναίκες κάθε φυλής και χρώματος– σε κάθε εκδήλωση της ζωής τους, εντός και εκτός του σπιτιού, τηρούνταν αυστηρά η απαραίτητη ιεραρχία του χρώματος, από το πιο ανοιχτόχρωμο μέχρι το πιο μελαψό. Και πολλά πράγματα καλώς παρέμεναν στο σκοτάδι. Έτσι αρχίζουμε να ψηλαφούμε τον δρόμο μας προς τα πίσω στους σκοτεινούς γενεαλογικούς λαβυρίνθους που είναι τόσο οικείοι στους αναγνώστες του γνωστότερου μυθιστορήματος του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Εκατό Χρόνια Μοναξιά. Σε αυτό το βιβλίο σκόπιμα παραλείπει να βοηθήσει τους αναγνώστες του με υπενθυμίσεις σχετικά με τις λεπτομέρειες που διέπουν τους οικογενειακούς δεσμούς: συνήθως δίνονται μόνο τα μικρά ονόματα και αυτά επαναλαμβάνονται συνεχώς στο διάβα των γενεών. Αυτό αποτελεί μέρος της άφατης πρόκλησης προς τον αναγνώστη, ωστόσο αναμφίβολα αναπαράγει τη σύγχυση και την ανησυχία που δοκίμασε ο συγγραφέας όταν, ως παιδί, προσπαθούσε να κατανοήσει τα περιπλεγμένα παρακλάδια της ιστορίας της οικογένειάς του.

​Ο Νικολάς, για παράδειγμα, παρόλο που δεν γεννήθηκε νόθος, δεν μεγάλωσε με τους γονείς του, αλλά με τη γιαγιά του. Φυσικά, κάτι τέτοιο δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστο σε μια τόσο ασφυκτικά περιορισμένη κοινωνία, η ακεραιότητα της οποίας διασφαλιζόταν από την έννοια της εκτεταμένης οικογένειας. Όπως είδαμε, απέκτησε δύο παράνομους γιους πριν από την ηλικία των είκοσι. Ούτε αυτό ήταν ασυνήθιστο. Αμέσως μετά παντρεύτηκε την Τρανκιλίνα, η οποία, όπως και η Αλταγράσια, ήταν μια γυναίκα από ανώτερη τάξη, αν και, εξισορροπώντας τα πράγματα, κι αυτή ήταν νόθα. Εξάλλου, ήταν επίσης πρώτη του ξαδέλφη· κι αυτό ήταν συνηθισμένο στην Κολομβία και εξακολουθεί να υπάρχει ως φαινόμενο πιο συχνά στη Λατινική Αμερική από ό,τι σε οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου· αν και φυσικά ακόμα στιγματίζεται κοινωνικά. Το ζευγάρι είχε την ίδια γιαγιά, τη Χουανίτα Ερνάνδες, η οποία ταξίδεψε από την Ισπανία στην Κολομβία κατά το 1820, και ο Νικολάς προερχόταν από τον αρχικό νόμιμο γάμο της, ενώ η Τρανκιλίνα από τη δεύτερη, παράνομη σχέση της, αφού χήρεψε, με έναν Κρεολό από τη Ριοχάτσα ονόματι Μπλας Ιγουαράν, ο οποίος ήταν δέκα χρόνια μικρότερός της. Και έτσι, μόνο δύο γενιές αργότερα, δύο από τα εγγόνια της Χουανίτα, ο Νικολάς Μάρκες Μεχία και η Τρανκιλίνα Ιγουαράν Κότες, πρώτα ξαδέλφια, παντρεύτηκαν στη Ριοχάτσα. Παρόλο που κανένα από τα επώνυμά τους δεν συνέπιπτε, το γεγονός ήταν ότι ο πατέρας του και η μητέρα της ήταν και τα δύο παιδιά –ετεροθαλής αδελφός και ετεροθαλής αδελφή– της ατρόμητης Χουανίτα. Ποτέ δεν μπορούσε κάποιος να είναι σίγουρος ποιον παντρευόταν. Και τέτοιο όνειδος μπορεί να επιφέρει την καταδίκη ή ακόμη χειρότερα –όπως τα μέλη της οικογένειας Μπουενδία φοβούνται στο Εκατό Χρόνια Μοναξιά– την κατάρα ότι θα γεννηθεί ένα παιδί με ουρά γουρουνιού που θα θέσει τέλος στη γενεαλογία της οικογένειας.

​Φυσικά, το φάντασμα της αιμομειξίας το οποίο αναπόφευκτα απειλεί έναν γάμο όπως αυτός του Νικολάς και της Τρανκιλίνα, προσθέτει μια άλλη πολύ πιο σκοτεινή διάσταση στην έννοια της παρανομίας. Αργότερα ο Νικολάς έγινε πατέρας πολλών, ίσως και δεκάδων άλλων παράνομων παιδιών. Ωστόσο, ζούσε σε μια αυστηρά καθολική κοινωνία, με όλες τις παραδοσιακές ιεραρχίες και κενοδοξίες, όπου στην κατώτερη τάξη ανήκαν οι μαύροι ή οι Ινδιάνοι (με τους οποίους, φυσικά, καμία αξιοσέβαστη οικογένεια δεν επιθυμούσε να σχετίζεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο, παρά το γεγονός ότι στην Κολομβία σχεδόν όλες οι οικογένειες, συμπεριλαμβανομένων των πιο αξιοσέβαστων, διατηρούν τέτοιες σχέσεις). Αυτή η χαοτική μείξη φυλών και τάξεων, στην οποία υποβόσκουν τόσο πολλοί τρόποι για να γεννηθεί κάποιος νόθος, αλλά μόνο ένας δρόμος, στενός και ευθύς, οδηγεί στην αληθινή ευπρέπεια, είναι ο ίδιος κόσμος στον οποίο, πολλά χρόνια μετά, θα μεγάλωνε ο μικρός Γκαρσία Μάρκες, την πολυπλοκότητα και την υποκρισία του οποίου θα βίωνε από κοντά.

​ Λίγο μετά τον γάμο του με την Τρανκιλίνα Ιγουαράν, ο Νικολάς Μάρκες την άφησε έγκυο με περίσσιο πατριαρχικό στυλ –ανέκαθεν ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να εγκαταλείψει κάποιος μια γυναίκα– και έζησε μερικούς μήνες στον Παναμά, ο οποίος την εποχή εκείνη ανήκε ακόμη στην Κολομβία, δουλεύοντας με έναν θείο του, τον Χοσέ Μαρία Μεχία Βιδάλ. Εκεί απέκτησε ακόμη ένα νόθο παιδί, τη Μαρία Γρεγόρια Ρουίς, με τη γυναίκα που ίσως ήταν ο αληθινός έρωτας της ζωής του, την όμορφη Ισαμπέλ Ρουίς, προτού επιστρέψει στη Γουαχίρα λίγο μετά τη γέννηση του πρώτου νόμιμου γιου του, του Χουάν δε Διός, το έτος 1886.4 Ο Νικολάς και η Τρανκιλίνα απέκτησαν δύο ακόμα νόμιμα παιδιά: τη Μαργαρίτα, που γεννήθηκε το 1889, και τη Λουίσα Σαντιάγα, η οποία γεννήθηκε στη Μπαρράνκας, τον Ιούλιο του 1905, παρόλο που η ίδια θα επέμενε μέχρι σχεδόν το τέλος της ζωής της ότι και αυτή είχε γεννηθεί στη Ριοχάτσα, επειδή αισθανόταν ότι είχε κάτι να κρύψει, όπως θα φανεί αργότερα. Και αυτή θα παντρευτεί έναν νόθο σύζυγο και θα γεννήσει έναν νόμιμο γιο ονόματι Γκαμπριέλ Χοσέ Γκαρσία Μάρκες. Δεν είναι απορίας άξιον, λοιπόν, που η νοθογένεια αποτελεί μια εμμονή στη μυθοπλασία του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, όσο χιουμοριστική κι αν φαίνεται κάποτε.

​Τα νόθα παιδιά του Νικολάς δεν είχαν οδυνηρό θάνατο στους εμφυλίους πολέμους, όπως ο αγαπημένος εγγονός του συνταγματάρχη θα φανταζόταν αργότερα στο μυθιστόρημά του (στο οποίο δεκαεπτά χαρακτήρες πεθαίνουν με αυτόν τον τρόπο).5Για παράδειγμα, η Σάρα Νοριέγα ήταν η φυσική κόρη του Νικολάς και της Πάτσα Νοριέγα, και έγινε γνωστή ως λα Πάτσα Νοριέγα, παντρεύτηκε τον Γρεγόριο Μπονίγια και πήγε να ζήσει στη Φουντασιόν, τον επόμενο σταθμό του τρένου μετά την Αρακατάκα. Το 1993, η εγγονή της, η Ελίδα Νοριέγα, την οποία συνάντησα στην Μπαρράνκας, ήταν η μόνη στην πόλη που είχε ακόμα ένα από τα μικρά χρυσόψαρα που είχε φτιάξει ο Νικολάς Μάρκες. Η Άνα Ρίος, η κόρη της Αρσένια Καρρίγιο, η οποία παντρεύτηκε το 1917 τον ανιψιό του Νικολάς και στενό συνεργάτη του, τονΕουγένιο Ρίος (ο ίδιος σχετιζόταν με τη Φρανσίσκα Σιμοδοσέα Μεχία, η οποία έζησε με τον Νικολάς), μου ανέφερε ότι η Σάρα έμοιαζε πολύ με τη Λουίσα, «με δέρμα σαν πέταλο και ακαταμάχητη γλυκύτητα»· 6πέθανε γύρω στο 1988. Ο Εστέμπαν Καρρίγιο και η Ελβίρα Καρρίγιο ήταν νόθα δίδυμα που έφερε στον κόσμο η Σάρα Μανουέλα Καρρίγιο· η Ελβίρα, η αγαπημένη θεία Πα του Γκαμπίτο, αφού έζησε με τον Νικολάς στην Αρακατάκα, μετακόμισε τελικά στην Καρταχένα λίγο προτού πεθάνει, όπου η πολύ νεότερη ετεροθαλής αδελφή της, η νόμιμη Λουίσα Σαντιάγα, «θα την φρόντιζε ως το τέλος της ζωής της», σύμφωνα με την Άνα Ρίος. Ο Νικολάς Γκόμες ήταν ο γιος της Αμέλια Γκόμες και, σύμφωνα με μια άλλη πληροφορία, του Ουρμπάνο Σολάνο, μετέβη στη Φουντασιόν, όπως η Σάρα Νοριέγα.

​Ο μεγαλύτερος γιος του Νικολάς, ο παράνομος Χοσέ Μαρία Βαλδεμπλάνκες, υπήρξε το πιο επιτυχημένο από όλα του τα παιδιά, ήρωας πολέμου, πολιτικός και ιστορικός. Παντρεύτηκε τη Μανουέλα Μορέου πολύ νέος και απέκτησε έναν γιο και πέντε κόρες. Ο γιος μιας από αυτές, της Μάργκοτ, είναι ο συγγραφέας Χοσέ Λουίς Δίας-Γρανάδος.7

​Ο Νικολάς Μάρκες μετακόμισε από την άγονη παράκτια πρωτεύουσα Ριοχάτσα στην Μπαρράνκας πολύ προτού γίνει συνταγματάρχης, γιατί φιλοδοξία του ήταν να αποκτήσει γη, μιας και η γη ήταν και φθηνότερη και πιο εύφορη στους λόφους γύρω από την Μπαρράνκας. (Ο Γκαρσία Μάρκες, όχι πάντα αξιόπιστη πηγή όσον αφορά αυτά τα ζητήματα,αναφέρει ότι ο πατέρας του Νικολάς, τού άφησε κάποιες εκτάσεις γης εκεί.) Σύντομα αγόρασε ένα αγρόκτημα από έναν φίλο σε ένα μέρος που είναι γνωστό ως «Ελ Ποτρέρο» στις πλαγιές της Σιέρρα. Το αγρόκτημα ονομαζόταν «Ελ Γουάσιμο», από το όνομα ενός φρούτου της περιοχής, και εκεί ο Μάρκες άρχισε να καλλιεργεί ζαχαροκάλαμο από το οποίο έφτιαχνε κάτι σαν ρούμι που ονομάζεται τσιρίντσε σε ένα μικρό οικογενειακό αποστακτήριο· λέγεται ότι εμπορευόταν το ποτό παράνομα, όπως και οι περισσότεροι άλλοι γαιοκτήμονες της περιοχής. Αργότερα, αγόρασε ένα άλλο αγρόκτημα πιο κοντά στην πόλη, δίπλα στον ποταμό Ραντσερία. Το ονόμασε «Ελ Ίστμο» (Ισθμός),επειδή, από όποια πλευρά και αν το προσέγγιζες, έπρεπε να διασχίσεις νερό. Εκεί φύτεψε καπνό, καλαμπόκι, ζαχαρότευτλα, φασόλια, γιούκα, καφέ και μπανάνες. Το αγρόκτημα είναι ακόμη ανοιχτό σήμερα, μισοεγκαταλειμμένο, με ερειπωμένα και γκρεμισμένα κτίσματα, ένα γέρικο δέντρο μάνγκο που ακόμα στέκεται όρθιο σαν μια αποδυναμωμένη οικογένεια, ενώ όλο το τροπικό τοπίο λούζεται από κύματα μελαγχολίας και νοσταλγίας. Ίσως αυτή η εικόνα πλάθεται στη φαντασία του επισκέπτη, αφού γνωρίζει ότι ο συνταγματάρχης Μάρκες άφησε την Μπαρράνκας μέσα σε ένα σύννεφο, το οποίο φαίνεται ότι εξακολουθεί να αιωρείται πάνω από ολόκληρη την κοινότητα. Ωστόσο, πολύ προτού συμβούν όλα αυτά, την ήρεμη ζωή του συνταγματάρχη σκίασε ο πόλεμος.

Ακόμη πιο λίγα είναι γνωστά για τα πρώτα χρόνια της ζωής του πατέρα τού Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες σε σύγκριση με του παππού του. Ο Γκαμπριέλ Ελίχιο Γκαρσία γεννήθηκε στη Σινσέ, στο Μπολίβαρ, την 1ηΔεκεμβρίου 1901, πολύ πιο πέρα από τον μεγάλο βάλτο, μακρύτερα ακόμη και από τον ποταμό Μαγδαλένα, κατά τη διάρκεια του μεγάλου εμφύλιου πολέμου στον οποίο διακρίθηκε ο Νικολάς Μάρκες. Ο προπάππος του Γκαρσία ονομαζόταν απ’ ό,τι φαίνεται Πέδρο Γκαρσία Γορδόν και λέγεται ότι γεννήθηκε στη Μαδρίτη στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα. Δεν γνωρίζουμε πώς ή γιατί ο Γκαρσία Γορδόν κατέληξε στη Νέα Γρανάδα ή ποια παντρεύτηκε, αλλά το 1834 απέκτησε έναν γιο ονόματι Αμινάδαμπ Γκαρσία στο Καϊμίτο, στο Μπολίβαρ (νυν περιφέρεια Σούκρε). Σύμφωνα με τη Λίγια Γκαρσία Μάρκες, ο Αμινάδαμπ «παντρεύτηκε» τρεις διαφορετικές γυναίκες και απέκτησε συνολικά τρία παιδιά. Στη συνέχεια,«χήρος», γνώρισε τη Μαρία δε λος Άνχελες Πατερνίνα Μπουσταμάντε, η οποία είχε γεννηθεί το 1855 στη Σινσελέχο, εικοσιένα χρόνια νεότερή του· απέκτησαν τρία παιδιά, τον Ελιέσερ, τον Χάιμε και την Αρχεμίρα. Παρόλο που το ζευγάρι δεν παντρεύτηκε, ο Αμινάδαμπ αναγνώρισε τα παιδιά και τους έδωσε το όνομά του. Το κορίτσι, η Αρχεμίρα Γκαρσία Πατερνίνα, γεννήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1887, στο Καϊμίτο, γενέτειρα του πατέρα της. Απέκτησε τον Γκαμπριέλ Ελίχιο Γκαρσία στην ηλικία των δεκατεσσάρων και, κατά συνέπεια, ήταν γιαγιά τού συγγραφέα μας, του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, από την πλευρά του πατέρα του.8 Η Αρχεμίρα πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στη Σινσέ, περιοχή γνωστή για τα βοοειδή της. Ήταν αυτό που στον ισπανικό πολιτισμό συνήθως αποκαλείται γυναίκα του λαού. Ψηλή, αγαλματένια και με ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα, δεν παντρεύτηκε ποτέ, αλλά είχε σχέσεις με πολυάριθμους άνδρες και απέκτησε επτά νόθα παιδιά από τρεις άνδρες, τα περισσότερα από κάποιον ονόματι Μπεχαράνο.9 (Όλα της τα παιδιά έφεραν το δικό της επώνυμο: Γκαρσία.)Ο πρώτος της εραστής όμως υπήρξε ο Γκαμπριέλ Μαρτίνες Γαρίδο, ο οποίος ήταν δάσκαλος και απόγονος μιας συντηρητικής οικογένειας γαιοκτημόνων· εκκεντρικός σε σημείο παραφροσύνης, είχε κατασπαταλήσει σχεδόν όλη του την κληρονομιά.10 Αποπλάνησε την Αρχεμίρα όταν εκείνη ήταν μόλις δεκατριών και εκείνος είκοσι επτά ετών. Δυστυχώς, ο Γκαμπριέλ Μαρτίνες Γαρίδο ήταν ήδη παντρεμένος με τη Ρόσα Μέσα από τη Σινσέ όπως ο άντρας της: απέκτησαν πέντε νόμιμα παιδιά, από τα οποία κανένα δεν πήρε το όνομα Γκαμπριέλ.

​Έτσι, ο μελλοντικός πατέρας του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ήταν γνωστός σε όλη του τη ζωή ως Γκαμπριέλ Ελίχιο Γκαρσία, όχι ως Γκαμπριέλ Ελίχιο Μαρτίνες Γκαρσία.11 Οποιοσδήποτε αφιερώσει λίγο περισσότερη μελέτη σε αυτή την έρευνα, θα διαπιστώσει σχεδόν αμέσως ότι ήταν νόθος. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, ωστόσο, ο Γκαμπριέλ Ελίχιο θα αποκαθιστούσε αυτές τις αδικίες της ζωής. Όπως ακριβώς ο Νικολάς Μάρκες είχε αποκτήσει ένα σημαντικό στρατιωτικό αξίωμα κατά τη διάρκεια του πολέμου και είχε γίνει συνταγματάρχης, έτσι και ο Γκαμπριέλ Ελίχιο, ως αυτοδίδακτος ομοιοπαθητικός γιατρός, άρχισε να χρησιμοποιεί για τον εαυτό του τον τίτλο «δόκτωρ». Ο συνταγματάρχης Μάρκες και ο δόκτωρ Γκαρσία, λοιπόν.