855
|

Ο Σάρας «δικτάτορας» στην Μπαρτσελόνα

Sportscaster Sportscaster 4 Ιουλίου 2020, 09:36

Ο Σάρας «δικτάτορας» στην Μπαρτσελόνα

Sportscaster Sportscaster 4 Ιουλίου 2020, 09:36

Είναι το ανερχόμενο «αστέρι» της προπονητικής. Αν και αυτές τις μέρες συμπληρώνει μόλις έξι χρόνια καριέρας ως κόουτς (ενάμισι ως βοηθός και τεσσεράμισι ως πρώτος), ο Σαρούνας -«Σάρας»- Γιασικεβίτσιους έχει κατορθώσει να αναφέρεται, ήδη, στην ίδια πρόταση με «δασκάλους» του μπάσκετ, όπως ο Ιβκοβιτς και ο Ομπράντοβιτς, και με μέλη της «ελίτ» των ευρωπαϊκών πάγκων, όπως ο Ιτούδης, ο Λάσο, ο Σφαιρόπουλος, ή ο Μπαρτζώκας. Η Ζαλγκίρις, η μόνη ομάδα που έχει κυβερνήσει, έγινε, υπό τις οδηγίες του, η «Σταχτοπούτα» της Euroleague. Με αποκορύφωμα το 2018, που προκρίθηκε για δεύτερη φορά σε Final-4 (η πρώτη ήταν 19 χρόνια νωρίτερα), αφήνοντας εκτός τον Ολυμπιακό και καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση στο τουρνουά, με ένα από τα φτωχότερα μπάτζετ εκείνης της σεζόν.

Αφού απέδειξε ότι μπορεί να καταφέρει πολλά με λίγα χρήματα, ήρθε η ώρα να πιστοποιήσει την αξία του σε μια από τις πλουσιότερες ομάδες της Ευρώπης, με ετήσιο προϋπολογισμό πενταπλάσιο από εκείνον της Ζαλγκίρις. Αλλά και με απείρως περισσότερες απαιτήσεις. Η Μπαρτσελόνα, που πριν από λίγες μέρες έχασε τον τίτλο στην ABC (ισπανική λίγκα) από την Μπασκόνια, απέλυσε τον Σβέτισλαβ Πέσιτς και προσέλαβε τον 44χρονο λιθουανό κόουτς. Ο Σάρας θα έχει την πολυτέλεια να διαχειρίζεται ένα μπάτζετ σχεδόν 40 εκατομμυρίων ευρώ, αλλά και την υποχρέωση να φέρει στη Βαρκελώνη το τρόπαιο της Ευρωλίγκας για πρώτη φορά μετά το 2010 (εκείνη τη χρονιά οι Καταλανοί το είχαν σηκώσει, στο Παρίσι, με αντίπαλο τον Ολυμπιακό).

Μεγάλο καράβι -και δύσκολο- οι «μπλαουγκράνα». Ηρθε η ώρα να φανεί αν ο Γιασικεβίτσιους είναι ο «νέος Ομπράντοβιτς», όπως πολλοί πιστεύουν. Πάντως ο… παλιός, ο αυθεντικός «Ζοτς», δείχνει να τον έχει σε μεγάλη εκτίμηση. Αποχωρώντας από τη Φενέρμπαχτσε, τον πρότεινε για διάδοχό του. Ο τουρκικός σύλλογος του προσέφερε ένα ηγεμονικό συμβόλαιο με ετήσιες αποδοχές 1,3 εκατ. ευρώ, ο Λιθουανός συμφώνησε, όμως στο τέλος υπέκυψε στον πειρασμό της Μπαρτσελόνα. Εστω με λιγότερα χρήματα (περίπου ένα εκατ. ευρώ το χρόνο). Ηταν η δεύτερη φορά που ο πιο επιτυχημένος προπονητής στο ευρωπαϊκό μπάσκετ έδινε στον Σάρας… συστατική επιστολή. Το 2012 είχε συμβουλεύσει τους Γιαννακόπουλους να τον προσλάβουν ως αντικαταστάτη του στον Παναθηναϊκό, όμως ο Γιασικεβίτσιους, που ήταν 36 ετών, ήθελε να παίξει για λίγα χρόνια ακόμη.

Η Μπαρτσελόνα του είχε «χτυπήσει την πόρτα» άλλες τρεις φορές στο παρελθόν: το 2016, που τελικώς επέλεξε τον Γιώργο Μπαρτζώκα, το 2017, όταν ο Μπαρτζώκας απομακρύνθηκε, και το 2018. Ο Γιασικεβίτσιους απαιτούσε τον απόλυτο έλεγχο της ομάδας, όμως ο σύλλογος αρνήθηκε να του παραχωρήσει υπερεξουσίες, παραμένοντας πιστός στην κουλτούρα του. Αυτή τη φορά, ο όρος του λιθουανού κόουτς έγινε δεκτός. Εκείνος θα αποφασίζει για τη στελέχωση του ρόστερ και για κάθε άλλο αγωνιστικό ζήτημα. Η δουλειά του στην Μπαρτσελόνα αρχίζει με ιδανικές συνθήκες, αλλά το νέο του περιβάλλον θα είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που είχε συνηθίσει στο Κάουνας.

Η πίεση για το αποτέλεσμα θα είναι ασφυκτική. Και -το κυριότερο- στη Βαρκελώνη ο Σάρας θα κληθεί να διαχειριστεί «φτασμένους» παίκτες, ισχυρές προσωπικότητες, κι όχι τα μαθητευόμενα ταλέντα που στη Ζαλγκίρις έσκυβαν το κεφάλι σε κάθε του (δημόσια) παρατήρηση, ακόμη κι αν αυτή ήταν προσβλητική. Ο Γιασικεβίτσιους είναι ένας κόουτς – δικτάτορας, που συχνά χάνει τον έλεγχο και αντιδρά ακραία. Οπως ο μέντοράς του, Σμάγκο Σάγκατιν, προπονητής του στην Ολίμπια Λιουμπλιάνα το 1999. Οπως ο Ομπράντοβιτς, που ίσως (και) γι’ αυτό τον αγαπά τόσο πολύ. Επειδή στο πρόσωπό του καθρεφτίζεται ο δικός του, αυταρχικός χαρακτήρας. Θα καταφέρει, άραγε, να τιθασεύσει τα νεύρα του, απέναντι σε παίκτες που δεν… σηκώνουν πολλά – πολλά (Μίροτιτς, Χίγκινς, Καλάθης…);

Με τον Καλάθη υπήρξαν συμπαίκτες, για ένα φεγγάρι, στον Παναθηναϊκό. Το 2007 οι Γιαννακόπουλοι τον έκαναν τον πιο ακριβοπληρωμένο παίκτη στην Ευρώπη, καταβάλλοντάς του πάνω από 7 εκατ. ευρώ για δύο χρόνια. Ο Σάρας έπαιξε στην Ελλάδα έως το 2010, ενώ το 2011 επέστρεψε για ακόμη μια σεζόν. Με το «Τριφύλλι» κατέκτησε μια από τις τέσσερις Ευρωλίγκες της καριέρας του (2009), τρία Πρωταθλήματα και τρία Κύπελλα, ενώ το 2012 συμμετείχε στο Final-4 της Κωνσταντινούπολης. Αγάπησε τον Παναθηναϊκό και αγαπήθηκε από τους οπαδούς του. Το όνομά του «έπαιζε» για τη διαδοχή του Πιτίνο, ώσπου ο Δ. Γιαννακόπουλος εγκατέλειψε την ΚΑΕ.

Την πρώτη του Κούπα στην Ευρώπη την είχε σηκώσει με τη φανέλα της Μπαρτσελόνα, το 2003. Στη Βαρκελώνη αγωνίστηκε από το 2000 έως το 2003, κερδίζοντας και δύο πρωταθλήματα, με εξαιρετικές επιδόσεις. Ο Πέσιτς, όμως, δεν τον συμπάθησε ποτέ. Τον έδιωξε από την ομάδα, ισχυριζόμενος -ψέματα- ότι είχε ζητήσει υπερβολικά πολλά χρήματα για να παραμείνει. Κι όταν, το 2018, ακούστηκε ότι θα τον αντικαθιστούσε στην τεχνική ηγεσία των Καταλανών, ο Πέσιτς είχε… στάξει δηλητήριο: «Αν έρθει, θα είναι για να γίνει τρίτος βοηθός μου!». Ο Σάρας έχει ακόμη ένα κίνητρο για να πετύχει στη νέα του δουλειά.

Γενικώς, είναι πολύ φιλόδοξος. Για να τον φέρει στον Κόσμο, η μητέρα του (από τις κορυφαίες αθλήτριες χάντμπολ της τότε Σοβιετικής Ενωσης) εγκατέλειψε το όνειρό της να συμμετάσχει στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1976 και τερμάτισε πρόωρα την καριέρα της στα σπορ. Θα είχε κερδίσει χρυσό μετάλλιο. «Δεν πειράζει, ο γιος μου θα μου δώσει πίσω τις χαρές που στερήθηκα», έλεγε σε όσους τη ρωτούσαν για τη θυσία της. Οπως τονίζει στην αυτοβιογραφία του ο Σάρας, αυτή τη φράση δεν την ξέχασε, ποτέ.