951
|

Ο Πατρίκιος για τον Χατζιδάκι – «Μια κρυφή ιστορία»

Λίνα Παπαδάκη Λίνα Παπαδάκη 6 Ιουλίου 2013, 00:19

Ο Πατρίκιος για τον Χατζιδάκι – «Μια κρυφή ιστορία»

Λίνα Παπαδάκη Λίνα Παπαδάκη 6 Ιουλίου 2013, 00:19

To γραφείο του Τίτου Πατρίκιου είναι σε ρετιρέ της Σπύρου Μερκούρη. Όταν ανοίγει το εξώφυλλο για να μπει φως κι αέρας, καταλαβαίνεις πόσο εύκολα ομορφαίνει η πόλη όταν οι δρόμοι με το πράσινο συναντώνται από ψηλά.

Αφορμή για την κουβέντα στάθηκε η εκπομπή των «Πρωταγωνιστών» για τον Μάνο Χατζιδάκι. «Εδώ γύρω απ’ το Παγκράτι σύχναζε τα βράδια» για ένα διάστημα είχαν χαθεί και ξαναβρέθηκαν με ένα τηλεφώνημα. «Τίτο, ο Μάνος είμαι».

Ήθελε να συμμετέχει στην έκδοση «Ανοιχτές επιστολές στον Μάνο Χατζιδάκι» που κυκλοφόρησε χρόνια μετά (από τις Εκδόσεις Μπάστας – Πλέσσας, 1996, Αθήνα) όπου φίλοι και συνεργάτες έγραφαν μια ιστορία για τον Μάνο. Μαζί με τον Τίτο Πατρίκιο έχουν υπογράψει κείμενά τους οι Γιάννης Τσαρούχης, Μάριος Πλωρίτης, Γιώργος Χειμωνάς, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Διονύσης Σαββόπουλος, Ραλλού Μάνου, Γιάννης Μόραλης, Νικηφόρος Βρεττάκος, Θανάσης Βαλτινός, Νίκος Εγγονόπουλος, Οδυσσέας Ελύτης, Ελία Καζάν, Ιάκωβος Καμπανέλλης και πολλοί πολλοί άλλοι.

«Η ιδέα γεννήθηκε μια καλοκαιρινή βραδιά του 1979, σε μια ταβέρνα στο Παγκράτι», λίγα χρόνια αφότου ο Πατρίκιος είχε επιστρέψει απ’ το Παρίσι. Το δικό του κείμενο έχει τίτλο «Κύκλοι χρόνου και κρίκοι μουσικής» και παραθέτω ορισμένα αποσπάσματα που δείχνουν πώς το βίωμα γίνεται μάθημα και ιστορία.

«Θα ‘ταν γύρω στα ’45 με ’46, τα χρόνια εκείνα που η ζωή πήγαινε να γίνει ειρωνική, χωρίς τελικά να το καταφέρει. Ο πόλεμος είχε τελειώσει κι όμως τον νιώθαμε να βαραίνει πάνω μας (…). Ένα απόγευμα στο Γαλλικό Ινστιτούτο – στη Γαλλική Ακαδημία, όπως λέγαμε – γινόταν μια διάλεξη, μια εκδήλωση, κάτι τέτοιο, για το σουρρεαλισμό (…). Στη συζήτηση που επακολούθησε, ένα παιδί λίγο μεγαλύτερο από μένα, λιγνό όπως όλοι μας τότε αλλά με ιδιαίτερα ρουφηγμένα μάγουλα, κι έντονο βλέμμα, με ρυθμική υγρή φωνή, υπερασπίζεται με πάθος τον σουρρεαλισμό (…).

Έμεινα έκπληκτος όταν λίγο αργότερα μου είπαν πως το παιδί εκείνο ήταν ΕΠΟΝίτης. Μα πως μπορούσε ένας ΕΠΟΝίτης να εγκωμιάζει δημόσια το σουρρεαλισμό, και μάλιστα να τον αποκαλεί επανάσταση; Αφού η μόνη αληθινή επανάσταση ήταν η κοινωνική, η προλεταριακή το ’17, η λαϊκή στις μέρες μας. Τέλος πάντων, αυτό το παιδί μου είχε δημιουργήσει αρκετά προβλήματα. Έφτασα στο συμπέρασμα πως ήταν ποιητής. Λεγόταν Μάνος Χατζιδάκις. (…)

Διασταυρώθηκα κι άλλες φορές μαζί του, περισσότερες με την αδελφή του, μια γελαστή κοπέλα, λίγο παχουλή, με το ίδιο ρουφηγμένο πρόσωπο, τη Μιράντα. Την έβλεπα συχνά στον Ελληνοσοβιετικό Σύνδεσμο Νέων, τα γραφεία του ήσαν πάνω από τον κινηματογράφο «Έλλη», στην οδό Ακαδημίας (…) Έρχονταν ένα σωρό κοπέλες, παιδιά του Πολυτεχνείου και της Νομικής. Πρόεδρος ήταν ο Κώστας Δεσποτόπουλος. Εκεί, ανάμεσά τους, έμαθα πως ο Μάνος Χατζιδάκις δεν ήταν ποιητής, όπως νόμιζα, αλλά μουσικός.

Έπειτα ο Εμφύλιος πόλεμος φούντωσε για τα καλά. Διαρκώς περιμέναμε, πότε θα πιάσουν τον πατέρα μου, πότε εμένα. (…) Για ένα διάστημα κρύφθηκε σπίτι μας, ο Γεράσιμος ο Σταυρολαίμης, ή αλλιώς ο Γ. Σταύρου, όπως αργότερα έγινε γνωστός ως θεατρικός συγγραφέας, ή ο Γ. Γρηγόρης, όπως πάλι αργότερα υπέγραφε τα χρονογραφήματά του στην Αυγή, δηλαδή ο Μεμάς και μόνο ο Μεμάς για όσους τον αγαπούσανε. (…)
Οι ιστορίες του Μεμά με μάγευαν, με έκαναν να ζω σ’ έναν κόσμο ταυτόχρονα πραγματικό και μυθικό. Και οι παλιότερες (…) αλλά και οι ιστορίες εκείνων ακριβώς των ημερών, που είχαν επίκεντρο κάποιον γνωστό μου, τον Μάνο Χατζιδάκι.

Ο Μεμάς κρυβόταν τότε σε δυο σπίτια. Στο δικό μας και στου Μάνου. Έμενε μια βδομάδα περίπου στο ένα και μία στο άλλο. Όποτε ερχόταν στο δικό μας σπίτι, μιλούσε, συνεπαρμένος, για το σπίτι του Μάνου. Για τη γειτονιά όπου βρισκότανε, το Παγκράτι, για το πώς ήταν μέσα, μ’ ένα μεγάλο πιάνο στη μέση ενός μικρού σαλονιού, για τη μητέρα του Μάνου που ακτινοβολούσε καλοσύνη, για την αδελφή του, πάντα γελαστή, και κυρίως για τον ίδιο τον Μάνο, να παίζει με τις ώρες στο πιάνο. Ένα πιάνο με ουρά, που τη νύχτα έστρωνε πάνω του για να κοιμηθεί ο Μεμάς (κι αυτό πια δεν ξέρω αν μου το είχε πει ο ίδιος ή αν το έφτιαξα εγώ με τη φαντασία μου). (…)

Είδα πάλι τον Μάνο Χατζιδάκι, γνωστό πια συνθέτη, το 1949, τη βραδιά της ομιλίας του στο θέατρο της Αλίκης, τότε που τόσο πειστικά κατέδειξε τη μουσική αξία του ρεμπέτικου. (…) Όσο ο Μάνος προχωρούσε, τόσο ο κόσμος κερδιζόταν από τη συλλογιστική του, συνεπαιρνόταν από την παρουσία του, καταχτιόταν από τη μουσική, για να ξεσπάσει στο τέλος σε ένα παραλήρημα. Μέσα στο κοινό κι εγώ, ένιωθα κάπως σαν τότε που εκείνο το άγνωστο παιδί μιλούσε για το σουρρεαλισμό: να συμφωνώ και μαζί να εναντιώνομαι μαζί του. (…)

Αυτός ο εσωτερικός διχασμός δεν ήταν δικός μου μόνο. Ούτε έμεινε μόνο εσωτερικός διχασμός. Έγινε μια ολόκληρη ιδεολογική διαμάχη (…)

Νομίζω ότι χάρη σ’ όλα αυτά, αλλά και πέρα απ’ αυτά ο Μάνος Χατζιδάκις όχι απλώς σημάδεψε την έναρξη πολλών από τους κύκλους και τους κρίκους που προσπάθησα πιο πάνω να ιχνογραφήσω (…) είχε και τη δύναμη να ανοίξει μια ρωγμή για να βγει έξω από τα ίδια του τα δημιουργήματα.

Ο αντικομφορμισμός του Μάνου Χατζιδάκι συνίσταται ακριβώς στην άρνησή του να παραμείνει μέσα στη βολή κύκλων χρόνου και κρίκων μουσικής που αυτός ο ίδιος τους οδήγησε στην αναγνώριση και στο κλείσιμο. Και η ιδιαίτερή του προσφορά, καλλιτεχνική και διανοητική μαζί, είναι ότι πάντα μας αναγκάζει, είτε συμφωνούμε είτε διαφωνούμε μαζί του, να παραμένουμε σε εγρήγορση μέσα στους κύκλους και τους κρίκους που όλους μας τυλίγουν».

16 Ιουλίου 1988

1. Σημείωση εκ των υστέρων: Ο φίλος μου, και παλιός φίλος του Μάνου, Μίμης Μπεράχας, μου θύμισε πως το άλλο σπίτι που εκείνον τον καιρό κρυβόταν ο Μεμάς Σταυρολαίμης, ήταν το σπίτι της Ελένης Οικονομοπούλου, της κατόπιν γυναίκας του. Εκεί ο Μεμάς συναντούσε τον Μάνο, εκεί υπήρχε το πιάνο, από εκεί, από την Κυψέλη, πήγαιναν στο σπίτι της οικογένειας Χατζιδάκι στο Παγκράτι. Όπως μου είπε και η Ελένη Μπεράχα – Οικονομοπούλου, μια μουσική του Μάνου που χάθηκε ήταν κι εκείνη που είχε αυτοσχεδιαστεί σ’ αυτό το πιάνο για τον Γυάλινο Κόσμο».