Η Corriere della Sera για μια φασαρία που δεν είναι και τόσο ευχάριστη / Ο Economist για κάτι στο οποίο ελπίζει κανείς τρέμοντας / Το BBC για εκείνες που κακώς ξεχάσαμε / Και το IL Magazine
  • IL Magazine

    Πόλεις/ Τι έπαθαν όλοι με τη Λισσαβώνα;

    Ο Βολταίρος το είπε σε ανύποπτο χρόνο: στη Λισσαβώνα όλα είναι καλά. Αλλά οι Πορτογάλοι δεν είναι αισιόδοξοι από τη φύση τους. Και ας προσθέσουμε επίσης ότι η οικονομική κρίση την είχε χτυπήσει σκληρά. Ήταν Μαΐος του 2011: με την κυβέρνηση να παρακαλεί την Ευρώπη για 78 δισεκατομμύρια ευρώ από το Ταμείο Οικονομικής Στήριξης. Η Πορτογαλία ήταν πρακτικά σε πτώχευση, με δημόσιο έλλειμμα άνω του 11%. Είναι χρήσιμο να το σκεφτόμαστε σήμερα, αφού το θαύμα ολοκληρώθηκε σε λιγότερο από επτά χρόνια.

    Σήμερα η Λισσαβώνα είναι ένας από τους πιο δημοφιλείς προορισμούς στον παγκόσμιο τουρισμό. Στα τελευταία «World Travel Awards» επιλέχθηκε ως η καλύτερη πόλη για ένα citybreak. Αλλά πάνω απ ‘όλα είναι η πρωτεύουσα των ανακατασκευασμένων συνοικιών, της οικονομικής ανάπτυξης, της μεγάλης ομορφιάς που ανακάλυψε ξανά. «Μήπως η Λισσαβώνα είναι η καλύτερη πόλη;» αναρωτιέται το IL, το μηνιαίο περιοδικό της Il Sole 24 Ore. Ο Τζον Μάλκοβιτς, η Μόνικα Μπελούτσι, ο Μάικλ Φασμπέντερ, ο Ερικ Καντονά και η Μαντόνα αγόρασαν εκεί σπίτι.

    Η έδρα του Κομμουνιστικού Κόμματος συνορεύει με τη μπουτίκ Gucci. Ένα θαυμάσιο συλλογικό χάος, όπου οι φοιτητές που πηγαίνουν και πίνουν μπύρες στο Bairro Alto, αποφέρουν όφελος στην οικονομία όσο και οι συνταξιούχοι: «Οι 50.000 “όχι και τόσο νέοι” που μετακόμισαν εδώ από άλλα ευρωπαϊκά έθνη αποδίδουν ετησίως στα κρατικά ταμεία 2 δισεκατομμύρια έσοδα».

    Είναι να μην ζηλεύεις;

    Φωτό: Κι ο Σάββας έκανε τη βλακεία και έφυγε. Πηγή: Shutterstock
  • Corriere della Sera

    Γείτονες/ Πόσο κοστίζει η φασαρία στο Λονδίνο;

    «Απενεργοποιήστε τα παιδιά, παρακαλώ! Ή χαμηλώστε την έντασή τους, τουλάχιστον το βράδυ»: Επτά χρόνια δίκαιων διαμαρτυριών μπορεί να κοστίσουν πολύ ακριβά στο Λονδίνο. Σαράντα λίρες (περίπου 45 ευρώ) ημερησίως, ή συνολικά 107 χιλιάδες λίρες (120 χιλιάδες ευρώ) αποζημίωσης, σύμφωνα με όσα καθόρισε ο δικαστής Νικόλας Πάρφιτ, που κλήθηκε να διευθετήσει μία όχι και τόσο ασυνήθιστη διαμάχη στις πολυκατοικίες.

    Τρεις μικροί άτακτοι ήταν οι κύριοι ύποπτοι των άγρυπνων νυχτών μιας πλούσιας ιρανής μάνατζερ σε τράπεζα, της 38χρονης Σαρβενάζ Φουλάντι και της μητέρας της Φερεσάντ Σαλαμάτ, η οποία είναι εδώ και πολλά χρόνια ιδιοκτήτρια ενός διαμερίσματος τριών εκατομμυρίων ευρώ σε μια πολυκατοικία της δεκαετίας του 1920, στην περιοχή Κένσινγκτον δυτικά της πρωτεύουσας. Μέχρι το 2010, όταν, στον επάνω όροφο, μετακόμισαν ο Αχμέντ και η Σάρα Ελ Κεράμι με τα ζωηρά πλάσματα τους. Και για την εργατική Σαρβενάζ ξεκίνησε η κόλαση: το κλάμα των νεογέννητων έχει μετατραπεί, με την πάροδο των ετών και με την ανάπτυξή τους, στο θόρυβο από τα πηδήματα και το κυνηγητό.

    «Οι γείτονές μου ανακαίνισαν το διαμέρισμα πριν μετακομίσουν και ξαναέφτιαξαν τα πατώματα, αλλά χωρίς να προσέξουν την ηχομόνωση και, από εκείνη την στιγμή, έχασα την ησυχία μου», λέει στην Corriere dela Sera. Η Σαρβενάζ προσέφυγε στο δικαστήριο, έχοντας ηχογραφημένα τεκμήρια: από τον θόρυβο του πλυντηρίου πιάτων μέχρι τις κραυγές των παιδιών, από τον ήχο των σωλήνων μέχρι το βόμβο του θερμοσίφωνα, τις συζητήσεις μεταξύ των συζύγων και το γέλιο των μικρών. Ακόμη και το ρυθμικό ροχαλητό από το υπνοδωμάτιο των Ελ Κεράμι φιλτράρεται ελεύθερα, μέσω του παρκέ, για να φτάσει στις άυπνες νύχτες της κυρίας Φουλάντι. Η οποία άρχισε να αστοχεί  στις λεπτές παρεμβάσεις της ημέρας στα κερδοσκοπικά κεφάλαια (hedge funds).

    «Είμαι τόσο κουρασμένη το πρωί που δεν μπορώ να σηκωθώ εγκαίρως και φτάνω συχνά αργά στη δουλειά. Για να μείνω ξύπνια, πρέπει να τρώω σοκολάτες», διαμαρτυρήθηκε και στο όνομα της καλής της υγείας η ιρανή μάνατζερ, που είναι κάτοικος Αγγλίας από τότε που ήταν κοριτσάκι. «Αλλά δεν είμαι πια 12 ετών». Είναι όμως κατά 120.000 ευρώ πλουσιότερη.

    Φωτό: Και είναι ακόμα 2.30.  Πηγή: Shutterstock
  • The Economist

    Κιμ – Τραμπ/ Τα υπέρ και τα κατά μιας συνάντησης

    Μια εξαιρετική επιτυχία της εξωτερικής πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ, αν και ασυνήθιστη, ή ένα τεράστιο ρίσκο; Σε αυτό το ερώτημα, που πλανάται πάνω από την αναγγελθείσα συνάντηση μεταξύ του αμερικανού προέδρου με τον βορειοκορεάτη δικτάτορα Κιμ Γιονγκ Ουν, επιχειρεί μια απάντηση ο Economist. Εξηγώντας ότι και τα δύο επιχειρήματα είναι αλήθεια κατά το ήμισυ. Από τη μία, δηλαδή, ακόμη και ο στρατηγός Τζέιμς Κλάπερ, διευθυντής της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών υπό τον Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος ποτέ δεν ήταν φειδωλός στην κριτική προς τον Τραμπ, παραδέχεται ότι, αυτή τη φορά, πρόκειται για μία ευκαιρία διότι «πρέπει να μάθουμε από τον ίδιο τον Κιμ Γιονγκ Ουν τι είναι αυτό που  χρειάζεται για να αισθάνεται ασφαλής».

    Οι σκεπτικιστές, από την άλλη, υποστηρίζουν ότι ο Τράμπ είναι πιθανό να πάει στη συνάντηση απροετοίμαστος (να φανταστεί κανείς ότι δεν έχει ορίσει πρεσβευτή στη Νότια Κορέα και ο ειδικός απεσταλμένος του για τη Βόρεια Κορέα, Τζόζεφ Γιουν, παραιτήθηκε το Φεβρουάριο) και ότι η ίδια η συνάντηση θα είναι μια επιτυχία του Κιμ, όχι δική του: «Η Βόρεια Κορέα – έγραψε στο Twitter o Τζέφρει Λιούις του Ινστιτούτου Διεθνών Σπουδών του Μιντλέμπερι-  επιδιώκει μια σύνοδο κορυφής με έναν αμερικανό πρόεδρο για περισσότερα από είκοσι χρόνια. Ήταν κυριολεκτικά ο κύριος στόχος της εξωτερικής πολιτικής της Πιονγκγιάνγκ από τότε που ο Κιμ Γιονγκ Ιλ προσκάλεσε τον Μπιλ Κλίντον. Αναρωτιέμαι αν οι “βοηθοί” του Τραμπ του τα έχουν εξηγήσει αυτά».

    Και τότε ο Τραμπ θα μπορούσε να προδοθεί από την προθυμία του να δείξει πόσο καλός είναι να διαπραγματευτεί μόνος του, χωρίς να χρειάζεται συμβουλές: «Τι θα μπορούσε να είναι πιο ικανοποιητικό από μια ξαφνική, ιστορική συμφωνία για να πάρουν πίσω όσα λένε οι επιφυλακτικοί εμπειρογνώμονες και διπλωμάτες; Και για να επιτύχει μια γρήγορη νίκη, ο Τραμπ ο πωλητής ήταν πάντα έτοιμος να υποσχεθεί οτιδήποτε, ειδικά αν κάποιος άλλος πληρώνει το τίμημα για την αποτυχία».

    Ελπίζεις. Αλλά είναι και να μην τρέμεις;

    Φωτό: Με τους σωσίες θα ήμασταν πιο ασφαλείς. Πηγή: Reuters
  • BBC

    Μουσική/ Ενα τοπ τεν από ξεχασμένες ιέρειες

    Ο κόσμος της μουσικής δεν είναι γραμμικός. Την μια μέρα κυβερνάς τον κόσμο, σου λένε ότι είσαι ο νέος Ελβις ή ότι γεννήθηκαν οι νέοι Beatles και οι Rolling Stones. Και την επόμενη μέρα δεν σε ξέρει κανείς. Το BBC συγκέντρωσε μια δεκάδα από γυναίκες κορυφαίες καλλιτέχνες, δίνοντας μας μια ευκαιρία να τις θυμηθούμε ή να τις γνωρίσουμε: Επαναστάτριες, ποτέ κοινότοπες, αλλά για πολλούς άγνωστες.

    Ξεκινώντας από την Αφροαμερικανίδα DJ Σάρον Γουάιτ, μια από τις βασίλισσες του καλτ ραδιοφώνου στη Νέα Υόρκη. Και συνεχίζοντας με την Λόρα Λότζικ, τη γυναίκα που τη δεκαετία του ‘70 έφερε το σαξόφωνο στη βρετανική πανκ σκηνή. Κι έπειτα είναι η μαύρη ράπερ Σα-Ροκ, ανάμεσα στους πρώτους που έφεραν το χιπ χοπ στην αμερικανική κρατική τηλεόραση, όταν η Blondie την πήρε μαζί της κατά τη διάρκεια ενός επεισοδίου του «Saturday Night Live». Αν πάλι γυρίσει κανείς πίσω στον χρόνο, βρίσκει τη Λίλι Μπουλαντζέρμ μία από τις πιο στυλάτες γυναίκες συνθέτες των αρχών του εικοστού αιώνα.

    Το BBC συνεχίζει το άλμπουμ των αναμνήσεων πάντα σε μαύρο και άσπρο. Εδώ είναι και η μπλουζ κιθαρίστρια Μέμφις Μίνι, η χίπι τραγουδοποιός Λίζι Μερσιέ Ντεσλόξ ή η Λόρι Σπίγκελ της ηλεκτρονικής μουσικής.

    Η ιστορία δεν μπορεί να ξαναγραφτεί. Αλλά μπορεί κάποιος πάντα να ενημερώσει την playlist του.

    Φωτό: Η Λόρα Λότζικ με το σαξόφωνό της. Πηγή: BBC



text
  • Αντε, σιγά-σιγά να φεύγουν οι πρώτοι


    1 Ιουλίου 2022, 14:21