670
| ΙΝΤΙΜΕΝΕWS/CreativeProtagon

Τα Φώτα στο παλιό λιμανάκι και το ράντισμα του γαϊδάρου

Δημήτρης Ευθυμάκης Δημήτρης Ευθυμάκης 6 Ιανουαρίου 2020, 00:44
|ΙΝΤΙΜΕΝΕWS/CreativeProtagon

Τα Φώτα στο παλιό λιμανάκι και το ράντισμα του γαϊδάρου

Δημήτρης Ευθυμάκης Δημήτρης Ευθυμάκης 6 Ιανουαρίου 2020, 00:44

Σαν σε όνειρο θυμάμαι στον παππού μου στο χωριό πριν από εξήντα κοντά χρόνια, να παίρνει το ποτήρι με τον αγιασμό που είχαμε φέρει από την εκκλησία ανήμερα των Φώτων, να κατεβαίνει στον στάβλο του σπιτιού και να ραντίζει μ’ αυτόν το γαϊδούρι, την κατσίκα και τις προβατίνες μας. Μόνο την γάτα άφηνε αράντιστη, που έτσι κι αλλιώς θα την κοπανούσε βλέποντας κάποιον να την πλησιάζει μ’ ένα ποτήρι στο χέρι. Εμείς είχαμε πιει αγιασμό νωρίτερα στην εκκλησία, μόλις τον παίρναμε από την τσίγκινη λεκάνη του παπά μέσα στην οποία είχε βάλει τον σταυρό και ένα ματσάκι βασιλικό μαζί, ψάλλοντας το «εν Ιορδάνη…»

Μου έκανε τότε μέγιστη εντύπωση το ράντισμα των ζωντανών μ’ αυτό το υπερπολύτιμο αγιασμένο νερό. Πίναμε ελάχιστο απ’ αυτό (ίσα που φέρναμε το ποτήρι στα χείλη μας) και με μέγιστη ευλάβεια, ενώ προσέχαμε να μην μας πέσει ούτε σταγόνα χάμω όπως το μεταφέραμε από την εκκλησία στο σπίτι περπατώντας στα κακοτράχαλα λασπωμένα σοκάκια του χωριού. Ήταν «μεγάλη αμαρτία» να πέσει ο αγιασμός στο χώμα, αλλά μετά οι μεγάλοι, δίχως την παραμικρή φειδώ τον έχυναν στις τέσσερις γωνιές του σπιτιού και με όσο απόμενε έλουζαν την κεφάλα του γαϊδάρου μας. Μυστήρια πράγματα.

Τα Θεοφάνεια είχαν κάποτε μιαν αίγλη που θαρρώ πως σήμερα έχει οριστικά χαθεί. Κι αν δεν ήταν οι βουτηχτάδες που ορμούν αλληλογρονθοκοπούμενοι να πιάσουν τον σταυρό στα παγωμένα νερά θαλασσών, λιμνών και ποταμιών φτιάχνοντας ένα εξαίσιο τηλεοπτικό θέαμα κάθε χρόνο, φοβούμαι πως κι αυτή γιορτή θα είχε πάρει την κατιούσα, όπως τόσες άλλες της ορθοδοξίας που δεν συνδέονται με κάποιο καταναλωτικό πανηγύρι σαν τα Χριστούγεννα ή το Πάσχα.

Ήταν ίσως αυτή η αλλόκοτη καρδάρα που κουβαλούσε ο παπάς όταν έκανε περιοδεία στα σπίτια ή το παγωμένο νερό που μας ερχόταν στο μέτωπο με το ματσάκι του βασιλικού, που έδιναν τα Φώτα μια κάποια μοναδική μυστηριακή μεγαλοπρέπεια. Μπορεί και να ‘ταν ένα περίεργο φαγητό που έφτιαχναν τότε στο χωριό που το έλεγαν «φωτοκόλλυβα» (στην πραγματικότητα ήταν ανακατωμένα όσπρια) ή ίσως η πεποίθηση της γιαγιάς μου ότι έπρεπε να διώξει τους καλικάντζαρους με καυτό λάδι από τηγανίτες που έχυνε σε μια γωνιά της αυλής φωνάζοντας «ξορκισμένοι!».

Πάντως τα Φώτα είχαν κάτι. Ολίγη εναπομείνασα αίγλη από τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά που φεύγανε οριστικά, μια κάποια μελαγχολία ειδικά για μας τα πιτσιρίκια που ξανάρχιζαν σχολείο, μια κρυστάλλινη ολοκάθαρη κρύα ατμόσφαιρα γύρω μας και λίγο αργότερα (ως έφηβοι πια που κατεβαίναμε στην πόλη) ένα εκπληκτικό νταβαντούρι στο λιμάνι όπου ο παπάς έκανε τον αγιασμό των υδάτων. Δεν ήταν ο δεσπότης και το παπαδαριό που μαζευόταν στην εξέδρα, ούτε οι βουτηχτάδες που έπεφταν στην παγωμένη θάλασσα για τον σταυρό. Έτσι κι αλλιώς σπάνια καταφέρναμε να τους δούμε, διότι υπήρχε πολύς κόσμος μαζεμένος από νωρίς κι είχε καταλάβει την άκρη της προβλήτας ως πέρα.

Τα Θεοφάνεια για τις παράλιες πολιτειούλες ήταν η ευκαιρία να παρουσιαστεί σ’ όλη του την έκταση και μεγαλοπρέπεια ένας αυθεντικός θαλασσόκοσμος που εμείς οι ολίγον απομακρυσμένοι στις πάνω γειτονιές ή στα πέρα χωριά δεν μπορούσαμε καν να φανταστούμε. Σ’ ένα πελώριο κύκλο γύρω από το σημείο που θα έριχνε ο δεσπότης τον σταυρό, συγκεντρώνονταν δεκάδες πλεούμενα με όλες τις φυλές της θάλασσας στα τιμόνια και στα κουπιά τους. Λιμενικοί, ναυταίοι του πολεμικού, σφουγγαράδες, ψαράδες, βαρκάρηδες, καϊκτσήδες, ιστιοπλόοι, μαουνιέρηδες, ναυτοπρόσκοποι, κολυμβητικοί όμιλοι και δεκάδες ακόμα που είχαν άμεση ή έμμεση σχέση με την θάλασσα. Ντυμένοι όλοι είτε με τα επίσημα τους, είτε με τα καλά τους.

Κι ακούγονταν ως πέρα στο παλιό φρούριο οι φωνές και τα παραγγέλματα τους και τα ξάρτια τους που χτυπούσαν στις ριπές του αέρα και οι σειρήνες τους όλες μαζί όταν άρχιζε το παπάς το «εν Ιορδάνη» και γινόταν μέγας και φοβερός αλλά υπέροχος χαμός μέσα στο παλιό λιμανάκι, ότι γιορτάζαν τα νερά μας. Κι εμείς γελούσαμε μέσα στην χαρά της εφηβείας μας, και χαιρόμασταν τον κόσμο μας και κοιτάζαμε γύρω μας έτοιμοι να τον καταχτήσουμε πέρα ως πέρα. Κι έπειτα βλεφαρίζαμε κλεφτά το κοριτσάκι παραπέρα, που κουκουλωμένο μέσα σ’ ένα πράσινο παλτό μας ψευτοκοίταζε κι αυτό, φροντίζοντας να μην την πάρουν χαμπάρι ο πατέρας και η μάνα της, που είχαν κατέβει οικογενειακώς για να παραστούν στον αγιασμό των υδάτων.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News