801
| Konstantinos Tsakalidis / SOOC

Τα κομμάτια της βασιλόπιτας

Σπύρος Μαραγκός 5 Ιανουαρίου 2018, 14:25

Τα κομμάτια της βασιλόπιτας

Σπύρος Μαραγκός 5 Ιανουαρίου 2018, 14:25

«Για μαζευτείτε. Δώδεκα και πέντε η ώρα. Πρέπει να κόψουμε την βασιλόπιτα, δεν έχω πολύ χρόνο στην διάθεση μου, με περιμένουν στο πρωτοχρονιάτικο ρεβεγιόν» είπε ο νοικοκύρης του σπιτιού και την ακούμπησε πάνω στο τραπέζι. Μια μικρή στρογγυλή βασιλόπιτα, έβγαζε δεν έβγαζε δέκα κομμάτια, πασπαλισμένη με άχνη ζάχαρη και με σοκολατένια στοιχεία επάνω της γραμμένο «Χρόνια Πολλά 2018». Τα τελευταία πυροτεχνήματα είχαν σβήσει και ο ουρανός είχε βυθιστεί πάλι στο ήσυχο σκοτάδι του. Άφεγγη η πρώτη νύχτα του νέου έτους.

Αφού την σταύρωσε με το μαχαίρι που κρατούσε στο δεξί του χέρι, όπως ορίζει το έθιμο και για να μην την πιάσει το κακό το μάτι, άρχισε να κόβει ένα-ένα τα κομμάτια.. Το πρώτο κομμάτι που έκοψε ήταν το δικό του, του νοικοκύρη του σπιτιού. Το ακούμπησε στην χαρτοπετσέτα και προχώρησε για να κόψει τα υπόλοιπα κομμάτια. «Λοιπόν, το δεύτερο κομμάτι είναι για την Αγάπη» είπε. Η Αγάπη καθόταν ακριβώς δίπλα του. Είχε πιάσει τα μαλλιά της ψηλά. Τα μάτια της χαμηλωμένα. Το πρόσωπο της είχε ανάψει από την ντροπή και την ζέστη. Φορούσε ένα λευκό φόρεμα χωρίς μανίκια Πήρε στα χέρια της το πιατάκι με το κομμάτι και επέστρεψε στην θέση της. Το τρίτο κομμάτι το έκοψε για την Θάλασσα που στεκόταν απόψε ήρεμη και γαλήνια και μας κοιτούσε έξω από το τζάμι. Της ευχήθηκε να είναι καλοτάξιδη, με λίγα μποφόρ και πολλές μπουνάτσες.

«Πού είναι η Φαντασία να πάρει το τέταρτο κομμάτι;» φώναξε. Eνα χέρι σηκώθηκε από το βάθος του δωματίου. Η Φαντασία καθόταν πλάι στο χριστουγεννιάτικο δέντρο και είχε πιάσει κουβέντα με την Λογοτεχνία. Συνήθως αυτές τις συναντάς μαζί. Τους ενώνει αιώνια και παντοτινή φιλία. «Μιας και ήρθες πάρε και το πέμπτο κομμάτι, είναι της Λογοτεχνίας και πες της πως την ευχαριστούμε που μας ταξιδεύει και μας βοηθάει να χωνεύουμε τα δύσκολα της ζωής».

Η ώρα περνούσε. Μέσα στο δωμάτιο κάποιοι συνομιλούσαν και άλλοι κοιτούσαν έξω από το παράθυρο τα φώτα στο βάθος του σκοτεινού ορίζοντα που πλησίαζαν για να γιορτάσουν απόψε στην στεριά. Συνέχισε να κόβει. Απέμεναν ακόμα πέντε κομμάτια. Όσοι είχαν ήδη πάρει τα δικά τους έτρωγαν κοιτώντας παράλληλα μπας και στο κομμάτι τους βρίσκεται το φλουρί. Οι υπόλοιποι περίμεναν να έρθει η δική τους σειρά και ο νοικοκύρης βιαζόταν γιατί διαπίστωνε ότι θα πήγαινε καθυστερημένος για μια ακόμη χρονιά στο πρωτοχρονιάτικο ρεβεγιόν.

«Πού είσαι κατεργάρη; Για βγες έξω. Το έκτο κομμάτι είναι δικό σου» είπε και του έκλεισε πονηρά το μάτι. Πετάχτηκε από μια γωνία και έτρεξε να αρπάξει το κομμάτι του. Πέρασε σαν σίφουνας και παραλίγο να πετάξει κάτω το πιατάκι της Αγάπης. Τρύπωσε, πήρε το κομμάτι της βασιλόπιτας και άρχισε να το καταβροχθίζει λαίμαργα με τα χέρια. Κόντεψε να πνιγεί. Αν υπήρχε μέσα το φλουρί, σίγουρα θα το είχε καταπιεί. «Εύχομαι Eρωτα την καινούρια χρονιά να γίνει γλυκός, υπομονετικός και τρυφερός και να μας βασανίζεις λιγότερο γιατί αρκετές λαχτάρες μας έχει φιλέψει μέχρι σήμερα» είπε και συνέχισε για να κόψει το έβδομο κομμάτι για την Φιλία.

Καλή χρονιά σε όλους σας» είπε η Φιλία και ένα αυθόρμητο χειροκρότημα ξέσπασε μέσα στο δωμάτιο. Η αλήθεια είναι πως η Φιλία τους είχε ξελασπώσει όλους αρκετές φορές στο παρελθόν. Ήρεμη και σταθερή δύναμη. Τους είχε προσφέρει πολλά και ευελπιστούσαν σε άλλα τόσα για το μέλλον.

«Αυτό είναι το κομμάτι της Ψυχής». είπε και έκοψε το όγδοο κομμάτι. Η Ψυχή δεν ήταν παρούσα. Δεν εμφανίζεται ποτέ. Ζει κάπου βαθιά, καλά προφυλαγμένη και παλεύει με τις παραξενιές και τις αλλοκοτιές των ανθρώπων. Για συντροφιά της έχει κρατήσει την αυτογνωσία και τις αισθήσεις. Το έβαλε στην άκρη. Θα της το έδινε ο ίδιος αργότερα.

«Ελπίδα αυτό σου ανήκει. Χωρίς εσένα δεν θα βρισκόμασταν αυτή την στιγμή όλοι εδώ πέρα» είπε και της έδωσε το πιατάκι με το ένατο κομμάτι της βασιλόπιτας. Την προηγούμενη χρονιά της είχε πέσει το φλουρί. Κατά βάθος οι περισσότεροι εύχονταν να της πέσει και φέτος και αν είναι δυνατόν αυτό να συμβαίνει κάθε χρονιά. Πήρε το κομμάτι της και κάθισε ανάμεσα στην Αγάπη και την Φιλία.

Ολοι περίμεναν να ακούσουν ποιος θα έπαιρνε το τελευταίο κομμάτι. Το δέκατο. Οι παρόντες είχαν σερβιριστεί. Την ίδια στιγμή μια σκέψη πέρασε μέσα από όλα τα κεφάλια. Αυτός στον οποίο ανήκε το κομμάτι δεν βρισκόταν απόψε το βράδυ στην παρέα τους. Το ρολόι έδειχνε δυο μετά τα μεσάνυχτα. Ο χτύπος από το κινητό τηλέφωνο διέκοψε την μικρή γιορτή. Πάτησε το κουμπί με το πράσινο ακουστικό. «Καλή Χρονιά. Συγγνώμη που καθυστέρησα. Μέχρι να στρώσετε το τραπέζι και να μοιράσετε τις μάρκες θα βρίσκομαι εκεί».

Εκλεισε τα φώτα πίσω του, άφησε μόνο τα λαμπάκια στο xριστουγεννιάτικο δέντρο. Το δωμάτιο ήταν πια αδειανό. Είχαν όλοι αποχωρήσει. Απόψε γιόρταζε όλη η πλάση και θα έπρεπε να δώσουν το παρών και σε άλλα σπιτικά. Aφησε το κομμάτι της πάνω από τον χιονάνθρωπο με το κόκκινο σκούφο και την μακριά μύτη – καρότο, που χαμογελούσε μέσα στην γιορτινή κεραμική πιατέλα και τράβηξε την πόρτα. Όσο για το φλουρί. Αλήθεια σε ποιον έπεσε; Καλή Χρονιά!