1711
Οι Μαριόν Κοτιγιάρ (2020), Νικόλ Κίντμαν (2007), Μέριλιν Μονρόε (1955) είναι μερικές από τις σταρ που διαφήμισαν το Νο5 | Chanel/Protagon.Creative

100 χρόνια Chanel No 5: Ποθητό όπως την πρώτη μέρα

Protagon Team Protagon Team 22 Φεβρουαρίου 2021, 21:08
Οι Μαριόν Κοτιγιάρ (2020), Νικόλ Κίντμαν (2007), Μέριλιν Μονρόε (1955) είναι μερικές από τις σταρ που διαφήμισαν το Νο5
|Chanel/Protagon.Creative

100 χρόνια Chanel No 5: Ποθητό όπως την πρώτη μέρα

Protagon Team Protagon Team 22 Φεβρουαρίου 2021, 21:08

Πριν από πέντε χρόνια ένα πολύ φρέσκο πρόσωπο συνδέθηκε με ένα άρωμα, το οποίο παρά το γεγονός ότι συμπληρώνει φέτος έναν ολόκληρο αιώνα ζωής, εξακολουθεί να είναι το ίδιο φρέσκο όπως την πρώτη στιγμή της δημιουργίας του. Το «ρόδο των ρόδων», όπως αποκάλεσε ο οίκος Chanel τη νέα μούσα του Chanel No 5,  Λίλι – Ρόουζ Ντεπ, 16χρονη (τότε) κόρη της Βανέσα Παραντί και του Τζόνι Ντεπ, παρουσίασε τη δημιουργία του αρωματοποιού Ολιβιέ Πολζ  Chanel No 5  L’Eau, κάνοντας τα media (και τα social media) να παραληρούν.

Η Λίλι Ρόουζ δεν ήταν όμως η μοναδική πρέσβειρα του Chanel No 5. Μια σειρά από σταρ έχουν διαφημίσει κατά καιρούς το μυθικό άρωμα της Κοκό Σανέλ, που εδώ και 100 χρόνια δεν έπαψε ούτε στιγμή να είναι αντικείμενο του πόθου των γυναικών. Το 1952, στη συνέντευξη που συνόδευε το πρώτο της εξώφυλλο στο περιοδικό Life, η  Μέριλιν Μονρόε, όταν ρωτήθηκε τι φορούσε στο κρεβάτι, είχε απαντήσει «μόνο Chanel No 5»…

 

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Lily-Rose Depp (@lilyrose_depp)

Και μερικά χρόνια αργότερα, το 1960, μιλώντας με τον αρχισυντάκτη του Marie Claire είπε: «Ξέρεις, μου κάνουν διάφορες ερωτήσεις. Για παράδειγμα: Τι φοράς στο κρεβάτι; Το σακάκι μιας πιτζάμας; Το κάτω μέρος της πιτζάμας; Νυχτικό; Είπα, λοιπόν, “Chanel No 5”, γιατί είναι η αλήθεια… δεν θέλω να πω “γυμνή”. Αλλά είναι η αλήθεια!». Η Μέριλιν έγινε και πάλι το πρόσωπο του θρυλικού αρώματος όταν ο οίκος Chanel χρησιμοποίησε τη φωτογραφία από το αρχείο του φωτογράφου Εντ Φάινγκερς με την ηθοποιό να ποζάρει με ένα μπουκάλι Chanel No 5, για τις ανάγκες της καμπάνιας του 2013.

Σπουδαίες ηθοποιοί, από την Κατρίν Ντενέβ και την Καρόλ Μπουκέ μέχρι τη Νικόλ Κίντμαν, την Οντρέι Τοτού και την Μαριόν Κοτιγιάρ έχουν δανείσει επίσης το πρόσωπό τους, κατά καιρούς, στις καμπάνιες του οίκου Chanel, ενώ ο Μπραντ Πιτ ήταν ο πρώτος άνδρας που επελέγη, το 2012, για να διαφημίσει το Chanel No 5.

1000 γιασεμιά και 12 τριαντάφυλλα

Κάθε μπουκάλι Chanel No 5 των 35 ml είναι γεμάτο με την ουσία χίλιων λουλουδιών γιασεμιού, το άρωμα από δώδεκα μαγιάτικα τριαντάφυλλα της Γκρας –πόλη-σύμβολο της αρωματοποιίας στη Γαλλική Ριβιέρα– και μια γενναία δόση από αλδεΰδες, τα συνθετικά μόρια, που έδωσαν στο άρωμα το μοντέρνο φινίρισμά του (ταλκ και σαπούνι). Αναδίδει επίσης διακριτικές νότες από περγαμόντο και λεμόνι, ιλάνγκ ιλάνγκ, νερόλι, κεχριμπάρι, σανδαλόξυλο, μόσχο, βρύα, βανίλια και πατσουλί.

Ο οίκος Chanel χρησιμοποίησε την εμβληματική φωτογραφία της Μέριλιν Μονρόε του 1955 από το αρχείο του Εντ Φάινγκερς για την καμπάνια του αρώματος το 2013 (Chanel)

Αλλά, όπως επισημαίνει η Τιλάρ Μάζιο στο βιβλίο της «The Secret of Chanel No5: The Intimate History of the World’s Most Famous Perfume», αυτά είναι μόνο μερικά από τα πολλά συστατικά που μετέτρεψαν ένα άρωμα σε εμμονή του 20ού αιώνα. Στη δημιουργία του συμμετείχαν επιπλέον οι τρυφερές αναμνήσεις της Κοκό Σανέλ από το ταλκ και το σαπούνι της παιδικής της ηλικίας, η οδύνη της για έναν χαμένο έρωτα, αλλά και η νοσταλγία του αρωματοποιού Ερνέστ Μπο για την αυτοκρατορική Ρωσία και το αγέρι που έφερνε η Λευκή Θάλασσα από την Αρκτική. Το αποτέλεσμα ήταν αλχημική μαγεία και πρωτοφανείς πωλήσεις, που οδήγησαν τους ανθρώπους της βιομηχανίας να αναφέρονται στο Νο 5 ως το «τέρας» («le monstre»).

Ενα πείραμα που γέννησε ένα φετίχ

Το άρωμα που τώρα κοστίζει περίπου 200 ευρώ ανά 100ml, έγινε αντικείμενο της μόδας και φετίχ από το ντεμπούτο του στις 5 Μαΐου 1921: η Κοκό Σανέλ –που γνώριζε καλά τα κόλπα του μάρκετινγκ– κάλεσε τους φίλους της να δειπνήσουν σε ένα εστιατόριο στις Κάννες και ψέκασε το άρωμα γύρω από το τραπέζι τους: «Ολες οι γυναίκες, που περνούσαν δίπλα μας, σταματούσαν και μύριζαν τον αέρα», ανέφερε αργότερα η Σανέλ, συμπληρώνοντας: «Προσποιηθήκαμε ότι δεν το παρατηρήσαμε».

Η Μάζιο αποκαλεί το βιβλίο της «μη εξουσιοδοτημένη βιογραφία ενός αρώματος», αλλά –όπως γράφει στους New York Times η Τζέσικα Κέργουιν Τζένκινς– στην πραγματικότητα είναι μια βιογραφία της Κοκό Σανέλ, μέσα από το πρίσμα του διάσημου τετράγωνου μπουκαλιού με τη μίνιμαλ φόρμα που θύμιζε μάλλον ουίσκι παρά άρωμα.

Η Κατρίν Ντενέβ σε διαφήμιση του Νο 5 του 1977

Η ιστορία της Σανέλ είναι ένα εξίσου εμπορεύσιμο προϊόν: η ορφανή νεαρή Γκαμπριέλ θα γίνει η Κοκό των καμπαρέ, η ερωμένη πλούσιων ανδρών, και, πολύ σύντομα, η ατρόμητη καπελού που θα κατακτήσει τον κόσμο της μόδας. Η Γκαμπριέλ πέρασε την παιδική της ηλικία στην Ομπαζίν, το μοναστήρι-ορφανοτροφείο (την άφησε εκεί ο πατέρας της μετά τον θάνατό της μητέρας της από φυματίωση) σε αυστηρή λιτότητα η οποία θα επηρέαζε καθοριστικά την αισθητική της. Στη μνήμη της αποτυπώθηκαν επίσης οι μυρωδιές των σεντονιών, που στέγνωναν στις αυλές, και των φρεσκοπλυμμένων με σαπούνι κοριτσιών, που έπρεπε να είναι πάντα καθαρά.

Αυτές οι μυρωδιές θα διαπότιζαν και το Νο 5. Αργότερα, εξάλλου, θα θαύμαζε τη μεγάλη εταίρα Εμιλιέν ντ’ Αλονσόν, η οποία μύριζε σαν κυρία, αποπνέοντας  καθαριότητα, σε αντίθεση με τις όμοιές της, που φορούσαν τα βαριά και χυδαία αρώματα της εποχής. Το άρωμα με την υπογραφή της Σανέλ, λοιπόν, έπρεπε να είναι «αισθησιακό, πληθωρικό και σέξι», γράφει η Μάζιο, «αλλά επίσης έπρεπε να μυρίζει καθαριότητα».

Η πρόκληση στον Ερνέστ Μπο

Το καλοκαίρι του 1920 η Κοκό έκανε διακοπές στην Κυανή Ακτή, με τον εραστή της, Μέγα Δούκα Ντμίτρι Παβλόβιτς, εξάδελφο του Τσάρου Νικολάου Β’, που ζούσε εξόριστος στη Γαλλία μετά τη δολοφονία του Ρασπούτιν. Και οι λάτρεις του αρώματος υποπτεύονται ότι εκείνος την σύστησε στον αρωματοποιό Ερνέστ Μπο. Εκκεντρικός και με αγάπη για πειραματισμούς, ο Μπο δέχτηκε την πρόκληση της Σανέλ, που ήθελε ένα άρωμα φρέσκο με νότες σαπουνιού και μεγάλη διάρκεια.

To 2012 ο οίκος Chanel χρησιμοποίησε για πρώτη φορά άντρα, τον Μπραντ Πιτ, για να διαφημίσει το εμβληματικό του άρωμα

Ο διάσημος αρωματοποιός είχε χρησιμοποιήσει για πρώτη φορά τις αλδεΰδες το 1913 όταν δημιούργησε το «Bouquet de Catherine» του οίκου αρωμάτων A. Rallet & Co για τα τριάντα χρόνια της δυναστείας των Ρομανόφ. Μερικά χρόνια αργότερα έφτιαξε μια παραλλαγή του «Μπουκέτου της Αικατερίνης», το «Rallet Le No 1», ανανεωμένη έκδοση του οποίου θεωρείται το «Νο 5». Ο Μπο έδινε αριθμούς στα δείγματα, που ετοίμαζε και το πέμπτο δείγμα, ήταν εκείνο που περίμενε η Κοκό: «ένα άρωμα σαν κανένα άλλο», είπε, «ένα γυναικείο άρωμα, με μυρωδιά γυναίκας».

Το Νο 5 πέτυχε παρά το αναποτελεσματικό μάρκετινγκ, τον σκληρό ανταγωνισμό και μια παρατεταμένη νομική διαμάχη μεταξύ της Κοκό Σανέλ και των αδελφών Πιερ και Πολ Βερταϊμέρ, των βιομηχάνων που ανέλαβαν την παραγωγή και τη διανομή του, στους οποίους η Κοκό Σανέλ πούλησε την πλειοψηφία της αρωματοποιίας της, το 1924, μια απόφαση για την οποία θα μετάνιωνε αργότερα.

Αλλο Paris και άλλο… Χόμποκεν

Οι Βερταϊμέρ ήταν Εβραίοι, και το 1940, όταν η Γερμανία εισέβαλε στη Γαλλία, κατέφυγαν στη Νέα Υόρκη, όπου η Estée Lauder τους βοήθησε να σταθούν και πάλι στα πόδια τους. Ενας τολμηρός υπάλληλος πήγε στην κατεχόμενη Γαλλία και κατάφερε να βγάλει λαθραία από τη χώρα εκχυλίσματα γιασεμιών και τριαντάφυλλων, ώστε να παράγουν το «Νο 5» σε μεγάλες ποσότητες. Οσο για τη Σανέλ, κατά τη διάρκεια του πολέμου προσπάθησε να περάσει τον ισχυρισμό ότι η γαλλική επιχείρηση των Βερταϊμέρ «εγκαταλείφθηκε», το αίτημά της όμως δεν έγινε δεκτό από τη φιλογερμανική κυβέρνηση του Βισύ (22 Ιουνίου 1940 – 22 Απριλίου 1945).

Το πρώτο διαφημιστικό του Νο 5 σχεδίασε ο γραφίστας Sem, το 1921

Ωστόσο, η δημιουργός του Νο 5 δεν θα το άφηνε να φύγει έτσι εύκολα από τα χέρια της. Στην Ελβετία, όπου ζούσε, μίλησε δημόσια για κακή ποιότητά του και δημιούργησε μια ανταγωνιστική σειρά με το όνομα Mademoiselle Chanel. «Είναι τερατώδες», είπε για το No 5 των Βερταϊμέρ, «Το παράγουν στο Χόμποκεν!» (του Νιου Τζέρσι, στις ΗΠΑ). Τελικά, αντί να την τρέχει στα δικαστήρια ο Πιερ Βερταϊμέρ, προτίμησε τον συμβιβασμό και έπεισε τη Σανέλ να του παραχωρήσει όλα τα δικαιώματα στην επιχείρησή της και τη χρήση του όνοματός της, σε αντάλλαγμα με ένα μεγάλο ετήσιο εισόδημα και την υπόσχεση ότι θα της πλήρωνε οτιδήποτε ήθελε για πάντα.

Μέχρι τότε, όμως, το Νο 5 δεν είχε συνδεθεί με οσμή πολιτικών ή οικονομικών σκανδάλων. Ισα-ίσα. Οι Αμερικανοί στρατιώτες έκαναν ουρά για να αγοράσουν το No 5 των Βερταϊμέρ για τις γυναίκες τους και, αντίστοιχα, οι γερμανοί κατακτητές παρατάσσονταν έξω από το κατάστημα της Chanel στο Παρίσι για τη γαλλική εκδοχή του αρώματος, που αντιπροσώπευε την προπολεμική ντεκαντάνς, την πολυτέλεια, στιγμές ευτυχίας και ευημερίας.