2778
O Αλέξης Τσίπρας με τον πρωθυπουργό της ΠΓΔΜ Ζόραν Ζάεφ στο Νταβός, με φόντο τον Γκάρι Ολντμαν ως Τσόρτσιλ στην ταινία «Η πιο σκοτεινή ώρα» | CreativeProtagon

Ελα όμως που ο Τσίπρας δεν είναι Τσόρτσιλ…

Απόστολος Δοξιάδης Απόστολος Δοξιάδης 5 Φεβρουαρίου 2018, 20:18
O Αλέξης Τσίπρας με τον πρωθυπουργό της ΠΓΔΜ Ζόραν Ζάεφ στο Νταβός, με φόντο τον Γκάρι Ολντμαν ως Τσόρτσιλ στην ταινία «Η πιο σκοτεινή ώρα»
|CreativeProtagon

Ελα όμως που ο Τσίπρας δεν είναι Τσόρτσιλ…

Απόστολος Δοξιάδης Απόστολος Δοξιάδης 5 Φεβρουαρίου 2018, 20:18

Το ιστορικό έγκλημα του Τσίπρα στο Μακεδονικό διαπράχθηκε κατά του εαυτού του και κατά των συμφερόντων της Ελλάδας. Το πρώτο δεν με απασχολεί – τα ‘θελε και τα ‘παθε. Το δεύτερο όμως με απασχολεί, και μάλιστα υπερβολικά. Γιατί στους τελευταίους δύο μήνες, επί πρωθυπουργίας Τσίπρα, θα μπορούσε να είχε λυθεί το σοβαρό εθνικό πρόβλημα του Μακεδονικού, επ’ ωφελεία της χώρας. Και δεν λύθηκε, υπ᾽ ευθύνη του.

Το σύγχρονο Μακεδονικό ζήτημα γεννήθηκε και, λίγο μετά, χάθηκε για την Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του ᾽90. Από το 1992 και μετά, η κατάσταση μόνο χειροτέρευε, χωρίς η μεγάλη μερίδα του πληθυσμού να το παίρνει χαμπάρι. Τι ποσοστό Ελλήνων άραγε μάθαινε ότι ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι στο εξωτερικό έλεγαν την ΠΓΔΜ, απλώς, «Μακεδονία»; Και τι ποσοστό Ελλήνων ήξερε, ή ξέρει τώρα, ότι εδώ και μια δεκαετία το 73% των μελών του ΟΗΕ αναγνωρίζουν την ΠΓΔΜ επίσημα ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας», ανάμεσά τους οι ισχυρότερες χώρες του πλανήτη, η ΗΠΑ, η Ρωσία και η Κίνα; Και είναι θέμα χρόνου το 73% να γίνει 99,5%. (To 0,5% που θα μένει θα είναι η Ελλάδα).

Βέβαια, μέσα στη διεθνή διολίσθηση υπάρχει το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Λόγω αυτών, και κυρίως της δεύτερης -άλλωστε η ισχυρότερη χώρα του ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ, αναγνωρίζει τη γείτονα ως «Μακεδονία»- αλλά και λόγω της ωφέλειας της ΠΓΔΜ αν μπει σε αυτούς τους οργανισμούς, θεωρητικά διατηρούνταν μία ελπίδα να μπορέσει κάποτε η Ελλάδα να πιέσει για μιαν άλλη λύση. Όσοι όμως παρακολουθούν τη διεθνή πραγματικότητα πίστευαν ότι η ελπίδα αυτή ήταν ελάχιστη.

Και τότε έγινε το θαύμα: εξελέγη ως πρωθυπουργός της ΠΓΔΜ ο Ζόραν Ζάεφ, ένας νέος, ανοιχτόμυαλος πολιτικός, που πέτυχε να σχηματίσει ευρεία κυβερνητική συμμαχία με ετερόκλητες δυνάμεις. Αντιστεκόμενος στο κλίμα αλυτρωτισμού που είχαν επιβάλει οι προκάτοχοί του, ο Ζάεφ αποφάσισε να ανοίξει το θέμα προσθήκης επιθετικού προσδιορισμού στο «Μακεδονία», γνωρίζοντας ότι η ένταξη στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ έτσι θα διευκολυνθεί. Αυτή ήταν μια απόφαση εξαιρετικά δύσκολη, καθώς αποτελεί υποχώρηση σε κάτι που όλοι του οι συμπατριώτες του θεωρούν κεκτημένο. Μη γελιόμαστε: όταν σε αναγνωρίζουν ως «Μακεδονία»-σκέτο οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Κίνα, και το 73% των χωρών του πλανήτη, δεν είναι εύκολο να μετονομαστείς σε «Κάτι-άλλο Μακεδονία». Θέλει πολιτικό μεγάλου διαμετρήματος να το τολμήσει. Αλλά από ό,τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις στη γείτονα, ο Ζάεφ τα κατάφερε.

Η λύση του Μακεδονικού επ᾽ ωφελεία της Ελλάδας, δηλαδή η ανατροπή της ντε φάκτο κατάστασης να λέγεται διεθνώς η ΠΓΔΜ «Μακεδονία», απαιτούσε μεγάλες υπερβάσεις, για τις οποίες ο Τσίπρας αποδείχθηκε εντελώς ανίκανος. Και διπλά αμαρτωλός.

Εδώ ακριβώς αρχίζει η ευθύνη του Αλέξη Τσίπρα. Και το έγκλημά του. Γιατί ο έλληνας πρωθυπουργός είχε την ευκαιρία να λύσει το Μακεδονικό επ’ ωφελεία μας. Να το λύσει δηλαδή ανατρέποντας το στάτους κβο, του 73% των χωρών του πλανήτη που αναγνωρίζουν την ΠΓΔΜ ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας».

Ο Τσίπρας δεν κέρδισε αυτή την ευκαιρία επειδή είναι μεγάλος πολιτικός, δεινός διπλωμάτης ή επιδέξιος διαπραγματευτής. Δεν την κέρδισε καν – του δόθηκε δώρο, επειδή βρέθηκε στην κατάλληλη θέση την κατάλληλη στιγμή: τη στιγμή που ο Ζάεφ ηγείται της ΠΓΔΜ, που η χώρα του αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, και που το ΝΑΤΟ και η ΕΕ επιθυμούν την ένταξή της.

Το να είσαι στην κατάλληλη θέση την κατάλληλη στιγμή, συχνά είναι προϋπόθεση για να μεγαλουργήσει ένας ηγέτης. Αλλά μόνο του δεν αρκεί. Στην εξαιρετική ταινία «Η πιο σκοτεινή ώρα», είδαμε πώς ο Τσόρτσιλ, την άνοιξη του 1940, κατάφερε να αλλάξει τον ρου της Ιστορίας και να αποτρέψει την πορεία προς την απόλυτη κυριαρχία της ναζιστικής Γερμανίας στην Ευρώπη, ξεκινώντας τον αγώνα που κατέληξε στη νίκη των Συμμάχων. Το μεγαλείο του Τσόρτσιλ δεν εξηγείται όμως μόνο από το ότι ήταν στην κατάλληλη θέση την κατάλληλη στιγμή. Στην ίδια θέση, λίγο πριν, ήταν και ο Τσάμπερλεν – και απέτυχε. Ο Τσόρτσιλ πέτυχε επειδή, επιπλέον, ήταν ο Τσόρτσιλ. Είχε δηλαδή τον συνδυασμό των χαρακτηριστικών που τον οδήγησαν να κάνει την «πιο σκοτεινή ώρα» αρχή της πιο φωτεινής.

Ο Τσόρτσιλ ήταν ο Τσόρτσιλ. Ο Τσίπρας είναι ο Τσίπρας. Και όπως κάθε άνθρωπος, έτσι κι αυτός ό,τι μπορεί κάνει: που πάει να πει ό,τι ορίζει ο χαρακτήρας του. Όπως το έλεγε κι ο Ηράκλειτος: η μοίρα του ανθρώπου είναι ο χαρακτήρας του, το ποιος είναι. Τώρα ο Τσίπρας πληρώνει το τίμημα του ό,τι είναι ο Τσίπρας. Πληρώνει τις επιλογές του. Πληρώνει τις προτεραιότητές του. Πληρώνει τις ελλείψεις του, που τις αγνόησε αψήφιστα αποζητώντας την πρωθυπουργία. Πληρώνει το πώς φέρθηκε και πολιτεύθηκε ως τώρα. Πληρώνει τα λάθη που έκανε και για τα οποία δε μετάνοιωσε. Και, όπως είπα, δεν θα με πείραζε καθόλου να τα πλήρωνε – όλοι άλλωστε πληρώνουν τα λάθη τους. Το ιστορικό έγκλημα του Τσίπρα είναι ότι τα λάθη του τα πληρώνει η Ελλάδα.

Η λύση του Μακεδονικού επ᾽ ωφελεία της Ελλάδας, δηλαδή η ανατροπή της ντε φάκτο κατάστασης να λέγεται διεθνώς η ΠΓΔΜ «Μακεδονία», απαιτούσε μεγάλες υπερβάσεις, για τις οποίες ο Τσίπρας αποδείχθηκε εντελώς ανίκανος. Και διπλά αμαρτωλός.

Το πρώτο αμάρτημά του που δεν του επέτρεψε να λύσει το Μακεδονικό έγινε σε ανύποπτο χρόνο, όταν τον Ιανουάριο του 2015 εγκατέλειψε τις όποιες αρχές δήλωνε ότι υποστήριζε και, ως γνήσιος οπορτουνιστής, έκανε κυβερνητικό εταίρο τον εθνικολαϊκιστή Καμμένο, επειδή τον νόμιζε του χεριού του. Από τότε έβαλε στα θεμέλια της εξουσίας του ένα συνεταίρο που αντιπροσώπευε κάθε αρχή που εναντιώνεται στη λύση του Μακεδονικού, με κυρίαρχες ανάμεσά τους τη μισαλλοδοξία και τον κούφιο υπερεθνικισμό.

Το δεύτερο και σοβαρότερο αμάρτημα ο Τσίπρας το διέπραξε τώρα, ακριβώς όταν εμφανίστηκε η ελπίδα για τη λύση του Μακεδονικού: αντί να καταλάβει από την πρώτη στιγμή ότι απαιτείται ευρεία συμμαχία, και πρώτα από όλα με την αξιωματική αντιπολίτευση, έκανε ό,τι μπορούσε και δεν μπορούσε για να τη βάλει απέναντι του. Και αυτό πότε; Όταν από αγαθή συγκυρία ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας είναι ο λιγότερο εθνικολαϊκιστής και ο λιγότερο «παραδοσιακά δεξιός» ηγέτης που είχε ποτέ το κόμμα, άνθρωπος πολύγλωσσος, πολυταξιδεμένος, με γνώση του διεθνούς περιβάλλοντος μοναδική για έλληνα πολιτικό, και με τον πρόσθετο θετικό συμβολισμό ότι είναι ο γιος του μόνου Πρωθυπουργού που επεχείρησε να λύσει το Μακεδονικό, ακριβώς στην κατεύθυνση που ήθελε τώρα ο Τσίπρας.

Δυστυχώς όμως ο Τσίπρας δεν διδάχθηκε από τα χρόνια του στην εξουσία. Μάλλον, διδάχθηκε μόνο όσα χρειαζόταν για να κρατάει την καρέκλα: ότι πρέπει να λέει «ναι σε όλα» στην ΕΕ και στις ΗΠΑ. Αλλά για το πώς θα βοηθήσει τον τόπο του, δεν έμαθε τίποτε.

Οι γνωσιακοί, πολιτισμικοί και πολιτιστικοί περιορισμοί του Τσίπρα ήταν καθοριστικοί στην αδυναμία του να διδαχθεί. Όταν δεν έχεις κοσμοπολίτικη κουλτούρα, όταν «εξωτερικό» θεωρείς πριν γίνεις πρωθυπουργός την Κούβα και τη Βενεζουέλα, και «ευρωπαίους συνομιλητές» τον Ιγκλέσιας, τον Μελανσόν και τον Γκίζι, όταν έχεις αποκτήσει το πολιτικό σου ήθος στα αμφιθέατρα και τις διαδηλώσεις, με νοοτροπία μεταμοντέρνου μπολσεβίκου και όχι δημοκράτη πολιτικού, τότε -πώς να το κάνουμε;- τρία χρόνια εξουσίας δεν σου φτάνουν για να μάθεις να αντιμετωπίζεις τα σοβαρά προβλήματα μιας δυτικής χώρας. Ξέρεις μόνο να κάνεις σαματά, κι αυτό εκεί που σε παίρνει: στο εσωτερικό. Και το Μακεδονικό ο Τσίπρας το βρήκε απλώς ως χρυσή ευκαιρία για σαματά, με τον γνωστό του τρόπο: χτυπώντας τους αντιπάλους του, θρέφοντας τον φανατισμό των δικών του, ρίχνοντας λάδι στη φωτιά του διχασμού που τον έφερε στην εξουσία.

Αν είχε τα απαραίτητα εφόδια, ο Τσίπρας θα καταλάβαινε ότι για να λύσει το Μακεδονικό επ’ ωφελεία της Ελλάδας, δεν αρκούσε να θέλει. Έπρεπε και να μπορεί. Και εδώ έγινε το μέγιστο λάθος του, όπου τον οδήγησε η αλαζονεία τριών ετών εξουσίας: είχε πιστέψει αφελώς ότι για να λύσεις ένα πρόβλημα, αρκεί να το θέλουν οι ξένοι – έτσι του είχαν βγει ως τώρα τα πράγματα. Κι έτσι δεν αντελήφθη αληθινά ότι για να λυθεί το Μακεδονικό, η δουλειά του έλληνα πρωθυπουργού είναι να πείσει τους Έλληνες. (Οι ξένοι έχουν πεισθεί από μόνοι τους). Αλλά και αν το αντιλαμβανόταν -όπως σίγουρα αρχίζει να το αντιλαμβάνεται τώρα- η έπαρσή του ήταν τέτοια που δεν τον άφηνε να καταλάβει ότι αυτό ήταν πολύ δύσκολο εγχείρημα. Αλλά όχι αδύνατο.

Ανέφερα πριν τον Τσόρτσιλ. Δεν ξέρω όμως πόσοι γνωρίζουν ότι ο Τσόρτσιλ ως πρωθυπουργός της Αγγλίας στον πόλεμο συγκυβέρνησε με τον Άτλι, τον αρχηγό των μεγάλων του αντιπάλων, των Εργατικών. Ο Τσίπρας ήθελε να λύσει το Μακεδονικό έχοντας στο ρόλο του Άτλι ποιον; Τον Καμμένο; Αν ήταν άξιος των περιστάσεων, το δευτερόλεπτο που φάνηκε στον ορίζοντα η ελπίδα της λύσης, έπρεπε να μεταμορφωθεί από Πρωθυπουργός του διχασμού σε Πρωθυπουργό της συναίνεσης, με τίμημα ακόμη και την εξουσία του, τουλάχιστον με τη σημερινή μορφή.

Ο Τσίπρας έπρεπε να καταλάβει ότι για να λυθεί το Μακεδονικό -εδώ, όχι αλλού- ήταν πάνω από όλα απαραίτητη η πολιτική και κοινωνική συναίνεση.

Ο Τσίπρας όμως έχασε την ευκαιρία να κερδίσει τον αγώνα της πειθούς, γιατί δεν δημιούργησε τις προϋποθέσεις για να γίνει. Έχασε την ευκαιρία της συνεννόησης με την αξιωματική αντιπολίτευση, και μέσω αυτής τους ανθρώπους που θα μετέφεραν το μήνυμα στην κοινωνία – ή πάντως τη συντριπτική τους πλειονότητα

Είναι ηλίου φαεινότερο ότι για να πετύχει την πολιτική συναίνεση θα έπρεπε από την πρώτη στιγμή να βάλει φρένο στον εθνικολαϊκιστή συνεταίρο του, να φωνάξει σε ιδιωτική συνάντηση τον Κυριάκο Μητσοτάκη και να προσπαθήσει να τον πείσει καλόπιστα ότι πρέπει να προχωρήσουν μαζί. Ο Μητσοτάκης θα έβαζε όρους -έτσι κάνουν οι πολιτικοί στις δημοκρατίες- και ο Τσίπρας θα έπρεπε να τους διαπραγματευθεί. Αν τα έβρισκαν, αν συμφωνούσαν οι δυο τους, που θεωρώ το πιθανότερο αν είχε χειρισθεί έτσι το ζήτημα ο Τσίπρας, θα προχωρούσαν με κοινή γραμμή. Αντ᾽ αυτού, μόλις ανέκυψε η ελπίδα της λύσης, ο Τσίπρας άφησε τον Καμμένο να πουλάει εθνικολαϊκισμό και επετέθη με όλη την προπαγάνδα του στον Μητσοτάκη, πριν εκείνος προλάβει να αρθρώσει «κιχ» για το θέμα. Έκανε δηλαδή ακριβώς το αντίθετο από αυτό που έπρεπε. Όμως φέρθηκε 100% σαν ο Τσίπρας που ξέραμε: αντί να κάνει στροφή 180 μοιρών, έκανε 360.

Αν ο Τσίπρας και ο Μητσοτάκης πετύχαιναν πολιτική συναίνεση –αν και μόνο αν, που λένε οι μαθηματικοί- θα έπρεπε μετά να κάνουν μαζί τον πιο δύσκολο αγώνα, για την κοινωνική συναίνεση.

Γράφεται συχνά τελευταία ότι οι μεγάλοι ηγέτες είναι αυτοί που κάνουν αντιδημοφιλή πράγματα, που ηγούνται αντί να ακολουθούν. Αυτό είναι υπεραπλούστευση που χάνει την ουσία. Οι μεγάλοι ηγέτες κάνουν αντιδημοφιλή πράγματα επειδή καταφέρνουν πρώτα να πείσουν τους πολίτες να τα δεχθούν. Όχι να τους εξαναγκάσουν. Όχι να τους γελάσουν. Να τους πείσουν. Και τότε μόνο ηγούνται.

Με αυτή την έννοια, μόνο αν τα συμφωνούσαν ο Τσίπρας και ο Μητσοτάκης θα είχαν ελπίδες επιτυχίας στον αγώνα της πειθούς. Αλλά τον αγώνα αυτό δεν μπορούσαν, ούτε θα έπρεπε να τον κάνουν μόνοι τους. Γιατί ο αγώνας της πειθούς, της καλής προπαγάνδας αν θέλετε, θα είχε ανάγκη τη στήριξη της μεγάλης πλειοψηφίας των ανθρώπων που επηρεάζουν την Κοινή Γνώμη. Στην Ελλάδα υπάρχουν κάποιες εκατοντάδες τέτοιοι άνθρωποι, άλλοι λιγότερο άλλοι περισσότερο γνωστοί ως ονόματα, που είτε με την υπογραφή τους σε άρθρα, είτε με τη φωνή τους στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, είτε με τις κοινωνικές επαφές τους, είτε με τη δικτύωσή τους στα ηλεκτρονικά μέσα, είτε με τη θέση τους σε κάποιους φορείς, επηρεάζουν καθοριστικά, όλοι μαζί, τον κόσμο. Γνωρίζω με βεβαιότητα ότι μια μεγάλη πλειονότητα από αυτούς τους ανθρώπους πιστεύει ότι είναι προς εθνική ωφέλεια η λύση του Μακεδονικού – και επιτρέψτε μου την έπαρση να βάλω κι εγώ  και εγώ τον εαυτό μου ανάμεσα σε αυτούς.

Μόνο με μια τέτοια συμμαχία με τους λεγόμενους αγγλιστί «opinion leaders», τους διαμορφωτές της Κοινής Γνώμης, θα τη μετέστρεφαν οι πολιτικοί αρχηγοί. Και μιλώ για μεταστροφή γιατί μέχρι πριν από μερικούς μήνες, στο υπνώττον επί χρόνια θέμα του Μακεδονικού, η πλειοψηφία του πληθυσμού έτεινε σε ένα νωχελικό «όχι» ή «μάλλον όχι» ως προς τη λύση του επιθετικού προσδιορισμού. Αυτό όχι από μισαλλοδοξία, διαστροφή ή παράνοια, και όχι επειδή είναι φασίστες -υπάρχουν και τέτοιοι, αλλά είναι λίγοι- αλλά από απλή άγνοια. Η πλειοψηφία των Ελλήνων δεν ξέρει την πραγματικότητα, όχι επειδή είναι «γίδια» ή «ψεκασμένοι», αλλά γιατί ποτέ κανένας ηγέτης δεν είπε στον ελληνικό λαό, καθαρά και ξάστερα, την απλή αλήθεια: ότι δυο λύσεις υπήρχαν στο Μακεδονικό που τώρα, δυστυχώς, έγιναν τρεις. Και καμία δεν είναι αυτή που νομίζουν.

Η πρώτη λύση είναι να γίνει κοινά αποδεκτό από το σύνολο της διεθνούς κοινότητας το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας», δηλαδή η υπαρκτή τάση που ήδη υιοθετεί το 73% των χωρών του πλανήτη – αυτό θα γινόταν όπως πήγαιναν τα πράγματα, χωρίς καν να το αντιληφθεί ο μέσος πολίτης.

Η δεύτερη λύση, που προέκυψε τώρα ως δυνατότητα και θα ήταν τεράστια νίκη για την Ελλάδα, θα ήταν να μπει ένας επιθετικός προσδιορισμός – η λύση που επεχείρησε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης το 1992, και που τώρα θέλει το ΝΑΤΟ, η ΕΕ, και η ΠΓΔΜ του Ζάεφ. Αυτή είναι και η λύση που ήθελε, αλλά δεν μπορούσε να πετύχει, ο Τσίπρας.

Η τρίτη, χειρότερη λύση, η οποία δυστυχώς μοιάζει τώρα πιθανότερη από παλιά, και στην οποία μπορεί να οδηγήσει και η παράταση της εκκρεμότητας του ονόματος, είναι ο διαμελισμός της ΠΓΔΜ, και αυτό όχι επειδή το θέλει η Ελλάδα, αλλά επειδή το θέλουν άλλες χώρες και άλλες δυνάμεις.

Κατά συνέπεια, η εκστρατεία καλής προπαγάνδας, από συντονισμένες δυνάμεις που θα κινητοποιούσαν μαζί Τσίπρας και Μητσοτάκης, θα είχε κύριο στόχο να εξηγηθεί στους πολίτες η απλούστατη αλήθεια: ότι άλλη, τέταρτη λύση δεν υπάρχει. Λύση στην οποία να μην περιέχεται στο όνομα της ΠΓΔΜ η λέξη «Μακεδονία» απλούστατα δεν είναι δυνατή – ή μάλλον είναι δυνατή μόνο στο μυθικό φαντασιακό κάποιων, που δυστυχώς έχουν καταφέρει να πείσουν μεγάλο αριθμό συμπατριωτών μας ότι είναι η πραγματικότητα. Ο Νίμιτς το είπε όσο πιο ευγενικά μπορούσε ο άνθρωπος, ότι μια τέτοια λύση «δεν είναι ρεαλιστική». Κυριολεκτούσε όμως. Και ο λόγος που δεν είναι ρεαλιστική, για να μην πάμε σε πιο σύνθετα, είναι απλούστατα ότι αποκλείεται να τον δεχθεί η ΠΓΔΜ. Ή, ακριβέστερα, αποκλείεται να τον δεχθεί ο οποιοσδήποτε ηγέτης της: αν το κάνει θα τον πάνε στο δικαστήριο για εσχάτη προδοσία, αν δεν τον έχουν ήδη λιντσάρει προηγουμένως στο δρόμο. Σκεφτείτε το: ποιος ηγέτης, ποιας χώρας θα τολμούσε να ζητήσει από τον λαό της να σβήσει από το όνομά της τη λέξη με την οποία αναγνωρίζει τον εαυτό της, και την αναγνωρίζει το 73% των χωρών του πλανήτη; Κανείς. Καμίας.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερο εθνικό έγκλημα για έναν ηγέτη από το να βρεθεί στην κατάλληλη θέση την κατάλληλη στιγμή για να λύσει ένα μεγάλο εθνικό θέμα και να του φύγει η ευκαιρία. Και μάλιστα όχι από αμέλεια, που ίσως θα τη συγχωρούσαμε, αλλά επειδή έβαλε το κομματικό συμφέρον πάνω από το εθνικό

Αυτά τα πράγματα θα μπορούσαν να τα εξηγήσουν στον ελληνικό λαό, απλά, ωραία, λογικά, συστηματικά, οι άνθρωποι που έχουν δημόσιο λόγο, εφόσον υπήρχε συναίνεση στην κορυφή. Θα μείωναν τις οξύτητες. Θα χαμήλωναν τους τόνους. Θα χτυπούσαν εν τη γενέσει της την εθνικολαϊκιστική υστερία, που πρώτος ξεκίνησε ο κυβερνητικός εταίρος Καμμένος. Και θα έπειθαν τον κόσμο ότι αυτά που τάζουν όσοι λένε ότι μπορούμε να επιβάλουμε τη θέλησή μας, όχι απλώς στη γείτονα χώρα, αλλά στις ΗΠΑ, στη Ρωσία, στην Κίνα και άλλες εκατόν 140 χώρες, είναι απλούστατα αρλούμπες. Είναι χειρότερο από γελοίο να πιστεύεις αυτά το παραμύθια. Είναι λάθος.

Ο Τσίπρας όμως έχασε την ευκαιρία να κερδίσει τον αγώνα της πειθούς, γιατί δεν δημιούργησε τις προϋποθέσεις για να γίνει. Έχασε την ευκαιρία της συνεννόησης με την αξιωματική αντιπολίτευση, και μέσω αυτής τους ανθρώπους που θα μετέφεραν το μήνυμα στην κοινωνία – ή πάντως τη συντριπτική τους πλειονότητα. Με τα λάθη, τις ελλείψεις και πάνω απ᾽ όλα την αλαζονεία του, ο Τσίπρας απόδιωξε αυτούς που θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν να λύσει το πρόβλημα της ονομασίας στην Ελλάδα, όπου είναι δουλειά του να το λύσει. Και τους απόδιωξε γιατί έδειξε ότι δεν ήθελε εκείνος να το λύσει. Αν το ήθελε και καταλάβαινε τις δυσκολίες, δεν θα άφηνε τον Καμμένο να αλωνίζει προπαγανδίζοντας το μίσος. Αν το ήθελε, δεν θα ξεκινούσε πανστρατιά προπαγάνδας κατά του Μητσοτάκη.

Ο Τσίπρας έκανε ό,τι μπορούσε για να μην υπάρξει συναίνεση, μετατρέποντας από την πρώτη στιγμή το Μακεδονικό σε αντιπολιτευτικό όπλο. Φέρθηκε έτσι που έχασε τους διαμορφωτές της Κοινής Γνώμης. Φέρθηκε έτσι που βόλευε κάποιες δυνάμεις σκοτεινές, ελληνικές και ξένες. Φέρθηκε έτσι που εξαγρίωσε τον κόσμο, για ένα θέμα που δεν ήταν διόλου ανάγκη να εξαγριωθεί. Φέρθηκε έτσι που έκανε αυτούς που θα μπορούσαν να απομονωθούν εξ αρχής, ως γραφικοί, παράφρονες ή επικίνδυνοι, να κυριαρχούν σήμερα στο δημόσιο λόγο.

Με ιδιαίτερη λύπη έγραψα τα παραπάνω χρησιμοποιώντας κυρίως δηλωτικές και όχι υποθετικές προτάσεις, διαπιστώνοντας μια κατάσταση και όχι προτείνοντας μια ελπίδα, κατηγορώντας και όχι ευχόμενος. Το έκανα όμως γιατί πιστεύω ότι, δυστυχώς, έτσι που χειρίστηκε το θέμα ο Τσίπρας, είναι αργά για να πετύχει τώρα την ευρεία συναίνεση. Χωρίς ευρεία συναίνεση δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα, εκτός αν θέλει να χάσει την εξουσία. Και ένα πράγμα που ξέρουμε για τον Τσίπρα με βεβαιότητα είναι ότι δεν θέλει να χάσει την εξουσία.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερο εθνικό έγκλημα για έναν ηγέτη από το να βρεθεί στην κατάλληλη θέση την κατάλληλη στιγμή για να λύσει ένα μεγάλο εθνικό θέμα και να του φύγει η ευκαιρία. Και μάλιστα όχι από αμέλεια, που ίσως θα τη συγχωρούσαμε, αλλά επειδή έβαλε το κομματικό συμφέρον πάνω από το εθνικό. Δηλαδή, ακριβώς αυτό που έκανε ο Τσίπρας.