763
| CreativeProtagon

Πόλεμος στο Διαδίκτυο: τα «τρολ» και οι «φύλακες»

Protagon Team Protagon Team 15 Δεκεμβρίου 2019, 13:33
|CreativeProtagon

Πόλεμος στο Διαδίκτυο: τα «τρολ» και οι «φύλακες»

Protagon Team Protagon Team 15 Δεκεμβρίου 2019, 13:33

Το πρώτο συγγραφικό πόνημα του Αντριου Μάραντς μπορεί να διαβαστεί ως ένα δυστοπικό μυθιστόρημα που μας προειδοποιεί για το μέλλον, εστιάζοντας στο παρόν: «Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα συνέβη το αδιανόητο: ευφυείς και καλοπροαίρετοι άνθρωποι κατέληξαν να μην μπορούν να διακρίνουν απλές αλήθειες από την εκτεταμένη παραπληροφόρηση, μια γραφική προσωπικότητα της ποπ κουλτούρας εκλεγόταν πρόεδρος και οι νεοναζί πραγματοποιούσαν πορείες με ακάλυπτα τα πρόσωπά τους στις πόλεις».

Μπορεί επίσης να αναγνωσθεί ως μια σατιρική νουβέλα: «Ηταν η ώρα χαμηλής χρέωσης της ελεύθερης σκέψης, μια ευκαιρία συνάντησης τοπικών σεξιστών, νεοφιλομοναρχικών, νιχιλιστικών τρολ του Twitter και άλλων αυτοδίδακτων πολιτισμικών πολεμιστών».

Σε κάθε περίπτωση σύμφωνα με τις κριτικές που ακολούθησαν την κυκλοφορία του, πριν από μερικές εβδομάδες στις ΗΠΑ, το «Antisocial: Online Extremists, Techno-Utopians, And The Hijacking Of The American Conversation» είναι ένα από τα πιο σημαντικά βιβλία που έχουν γραφτεί έως σήμερα όσον αφορά τη σχέση της κουλτούρας του Διαδικτύου και την ανάδειξη της νέας, εναλλακτικής ακροδεξιάς (alt-right) στην Αμερική.

 Ο Αντριου Μάραντς, δημοσιογράφος του The New Yorker, πέρασε τρία χρόνια ακολουθώντας τις δύο ομάδες τις οποίες κατηγορεί πως κατέστησαν αδύνατο τον διάλογο στην Αμερική: τους «gatecrashers» (εισβολείς) στην οποία ανήκουν ακροδεξιοί εξτρεμιστές και νεοναζιστές τους Διαδικτύου, πλασιέ ψευδών ειδήσεων και επαγγελματίες ή ερασιτέχνες ταραξίες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, και τους νέους «gatekeepers» (φύλακες), τους «τεχνο-ουτοπιστές» της ψηφιακής εποχής οι οποίοι «δεν ήθελαν να καταστρέψουν τη δημοκρατία. Ηθελαν να βγάλουν χρήματα. Επρεπε να καταστήσουν τους ανθρώπους εξαρτημένους από το προϊόν τους. Με κάθε μέσο». Ακόμα και επιτρέποντας την απρόσκοπτη διάδοση ρατσιστικών περιεχομένων τα οποία «αυξάνουν την κυκλοφορία».

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης χρησιμοποιούν αλγόριθμους για να ενεργοποιήσουν συναισθήματα όπως η οργή και ο φόβος. Τα οποία με τη σειρά τους κρατούν ενωμένους τους ανθρώπους και σε εγρήγορση. Ετσι πολλοί επωφελήθηκαν από τα fake news και αρκετοί μοναχικοί εξτρεμιστές κατέληξαν να ασκούν μεγάλη επίδραση στο Διαδίκτυο όπου, σύμφωνα με τον Μάραντς, διαμορφώθηκε μια υποκουλτούρα που δημιούργησε το κίνημα το οποίο ανέδειξε στην εξουσία τον Ντόναλντ Τραμπ με την ορμή ενός meme.

Ο Μάραντς ακολούθησε κάποιους ιδιόρρυθμους λευκούς και οργισμένους και επικίνδυνους άνδρες που αναδείχτηκαν σε σημαίνουσες προσωπικότητες του Διαδικτύου, ανθρώπους που διαδίδουν εξωφρενικά ψευδείς ειδήσεις και διάφορες θεωρίες συνωμοσίας, τις οποίες αναπαράγουν τα παραδοσιακά Μέσα του Τραμπ και των υποστηρικτών του και στη συνέχεια επαναλαμβάνουν οι πολιτικοί σε όλα τα ΜΜΕ, καταλήγοντας, έτσι, να εξισώνονται με την πραγματικότητα.

Υπάρχει ο Μάικ Σέρνοβιτς, πρώην άνεργος και νυν αρχιτρόλ των μέσων κοινωνικής  δικτύωσης, ακτιβιστής για τα δικαιώματα των ανδρών, συνομωσιολόγος (υπέρ του Τραμπ) και δημιουργός ενός αντιφεμινιστικού blog. Υπάρχει ο Μάικ Ινοκ, επίσης μπλόγκερ και υπέρμαχος της λευκής ανωτερότητας και συνομωσιολόγος και νεοναζιστής και αντισημίτης και ρατσιστής. Υπάρχει, όμως, και η Σαμάνθα, η νεαρή πρώην σύντροφος ενός από τους διοργανωτές της νεοναζιστικής μάζωξης στο Σάρλοτσβιλ το 2017, κατά την οποία μια γυναίκα που συμμετείχε σε αντιδιαδήλωση κατέληξε κάτω από τις ρόδες ενός αυτοκινήτου, χάνοντας τη ζωή της. Η Σαμάνθα δεν ήταν αλλά έγινε νεοναζίστρια. Επειδή δεν ήθελε να χάσει τον «αγαπημένο» της, λόγω αυθυποβολής. Το ότι πριν από μερικά χρόνια ήταν ακτιβίστρια υπέρ του Μπαράκ Ομπάμα δεν την εμπόδισε να αρχίσει ξαφνικά να χαιρετά ναζιστικά, συνεπαρμένη από την ατμόσφαιρα του ακροδεξιού ενθουσιασμού.

Πώς, όμως, μπορεί η ευρύτερη κοινωνία να αντιμετωπίσει τους «gatecrashers»; Μέσω του περιορισμού της ελευθερίας της έκφρασης, σύμφωνα με τον Μάραντς, ο οποίος προς επίρρωση της άποψής του επικαλείται ένα δίσημο παράδειγμα:

Το 1993 οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί της Ρουάντα που μιλούσαν για λουτρό αίματος, συνέβαλαν στη δημιουργία του κλίματος που οδήγησε τελικά στη γενοκτονία έως και ενός εκατομμυρίου ανθρώπων. Η κυβέρνηση του Μπιλ Κλίντον θα μπορούσε να εμποδίσει τη μετάδοση των εν λόγω εκπομπών αλλά οι νομικοί σύμβουλοι του Πενταγώνου δεν το επέτρεψαν επικαλούμενοι την ελευθερία  του λόγου. «Πράγματι, θα περιοριζόταν. Αλλά ίσως η γενοκτονία να είχε αποφευχθεί», σημείωσε ο συγγραφέας σε άρθρο του στους New York Times.

Επικρίθηκε, ωστόσο, από αρκετούς ως εχθρός της πρώτης τροπολογίας του αμερικανικού συντάγματος, ως ένας αδαής που προωθεί τη λογοκρισία, ως ένας αφελής ελιτιστής που προτείνει την εφαρμογή «κυβερνητικών προγραμμάτων δημοσιογραφικής παιδείας» και ζητάει από τον Μαρκ Ζάκερμπεργκ να «καταστήσει το Facebook λίγο λιγότερο επικερδές και πολύ λιγότερο ανήθικο».

Ανεξάρτητα, ωστόσο, από τις όποιες λύσεις προτείνει, ο Μάραντς εξηγεί πώς οι πρωτοπόροι του Διαδικτύου, μην έχοντας αντιληφθεί εγκαίρως την τεράστια κοινωνική ευθύνη τους, συνέβαλαν στην απαξίωση των παραδοσιακών ΜΜΕ, δίχως, ωστόσο, να γνωρίζουν πώς να διαχειριστούν τα καινούρια. Σε αντίθεση με τους πάσης φύσεως εξτρεμιστές που εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο τη σύγχυση που δημιουργήθηκε προς όφελός τους.

Σίγουρα δεν είναι τυχαίο ότι θετικά σχόλια για το βιβλίο του εξέφρασε και ο Μάικ Σέρνοβιτς, χαρακτηρίζοντας τον Μάραντς «εκλεπτυσμένο στοχαστή και ταλαντούχο συγγραφέα», ο οποίος, ωστόσο, εργάζεται στο New Yorker, «από τα παράθυρα του οποίου βλέπει την Goldman Sachs».