Advertisement

1039
Αριστερά, «ο μεγάλος δικτάτωρ» Αντενοϊντ Χίνκελ και δεξιά, ο εβραίος μπαρμπέρης που του έμοιαζε εκπληκτικά. Ο Τσάρλι Τσάπλιν έγραψε ιστορία πριν από 78 χρόνια με μία ταινία-μανιφέστο κατά του ναζισμού | United Artists

Η ημέρα που ο Τσάπλιν εξευτέλισε τον Χίτλερ

Protagon Team Protagon Team 15 Οκτωβρίου 2018, 16:25
Αριστερά, «ο μεγάλος δικτάτωρ» Αντενοϊντ Χίνκελ και δεξιά, ο εβραίος μπαρμπέρης που του έμοιαζε εκπληκτικά. Ο Τσάρλι Τσάπλιν έγραψε ιστορία πριν από 78 χρόνια με μία ταινία-μανιφέστο κατά του ναζισμού
|United Artists

Η ημέρα που ο Τσάπλιν εξευτέλισε τον Χίτλερ

Protagon Team Protagon Team 15 Οκτωβρίου 2018, 16:25

Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ένας εβραίος κουρέας τραυματίστηκε στη μάχη και έμεινε για αρκετό καιρό σε ένα νοσοκομείο βετεράνων. Οταν επέστρεψε στην πόλη και στο μαγαζί του συνειδητοποίησε ότι το φανταστικό κράτος της Τομανίας είχε μετατραπεί σε ένα ολοκληρωτικό και αντισημιτικό έθνος, με αρχηγό τον Αντενoϊντ Χίνκελ. Στη διάρκεια μιας επίθεσης στο κουρείο του, ο μπαρμπέρης συνάντησε την όμορφη Χάνα και χωρίς να το καταλάβει έγινε ο ηγέτης της αντίστασης που αναπτυσσόταν στην περιοχή. Εξαιτίας όμως της εξαιρετικής ομοιότητας του κουρέα με τον Χίνκελ, οι δυνάμεις της Τομανίας τον μπέρδεψαν για τον δικτάτορα. Ο κουρέας πρέπει λοιπόν να απονείμει δικαιοσύνη, αλλά και να κατακτήσει τη γειτονική χώρα  Οτσερλιχ για να γίνει Παγκόσμιος Αυτοκράτορας.

Στο ευφυές σύμπαν του Τσάρλι Τσάπλιν (1889-1977) ο Αδόλφος Χίτλερ ονομάζεται Αντενοϊντ Χίνκελ. Εχουν το ίδιο χαρακτηριστικό μουστάκι, την ίδια τρέλα στο βλέμμα και την ίδια δίψα να υποτάξουν ολόκληρο τον πλανήτη, αφανίζοντας κάθε ίχνος διαφορετικότητας.

Ο Τσάρλι Τσάπλιν ως «Μεγάλος δικτάτωρ» (United Artists)

Ηταν 15 Οκτωβρίου του 1940 όταν η πρώτη ομιλούσα ταινία του Τσάπλιν, «Ο μεγάλος δικτάτωρ», έκανε πρεμιέρα σε μία Αμερική, η οποία δεν είχε εμπλακεί ακόμη στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο – θα το έκανε δεκατέσσερις μήνες αργότερα.

Δεν ήταν όμως καθόλου τυχαίο που ο σπουδαίος «Σαρλό» αποφάσισε να σπάσει τη σιωπή του και να βγει από τη νόρμα του βωβού κινηματογράφου μέσα από τον οποίο είχε αναδειχθεί, όταν αποφάσισε να τα βάλει με το θηρίο που λεγόταν «Φύρερ».

Ο μονόλογός του, στο φινάλε της ταινίας, κυκλοφορεί στο YouTube με συχνότερο σχόλιο «το βίντεο που πρέπει να βλέπουμε κάθε μέρα και που πρέπει να διδάσκεται στα σχολεία».

Το κλασικό έργο του Τσάπλιν αποτέλεσε μία καυστική πολιτική σάτιρα για το ναζιστικό καθεστώς του Αδόφλου Χίτλερ, όσο και για τον επικίνδυνο φασισμό του Μπενίτο Μουσολίνι. Η ιδέα της ταινίας τού ήρθε όταν ένας φίλος του του είπε περιπαικτικά ότι η εμφάνισή του παρέπεμπε σε εκείνη του Φύρερ. Στην ταινία ο Τσάπλιν πρωταγωνιστεί, ενώ υπογράφει το σενάριο, τη σκηνοθεσία και την παραγωγή.

Η παραγωγή της ξεκίνησε το 1937, όταν το ναζιστικό όραμα του Χίτλερ δεν είχε γιγαντωθεί ακόμη δείχνοντας τις φρικιαστικές του διαστάσεις σε όλη την ανθρωπότητα.

Τα πράγματα άλλαξαν όμως τα επόμενα δύο χρόνια, όταν έγιναν και τα γυρίσματα της ταινίας. Ο Τσάπλιν ήταν πολύ καλά διαβασμένος: είχε παρακολουθήσει την ταινία της Λένι Ρίφενσταλ «Ο θρίαμβος της Θέλησης», χαρακτηριστικότατο έργο της ναζιστικής προπαγάνδας.

Ο Χίνκελ παίζει με το μπαλόνι-υδρόγειο σαν κακομαθημένο και επικίνδυνο παιδί (United Artists)

Νιώθοντας ότι το θηρίο του ναζισμού γινόταν κάθε μέρα και πιο επιθετικό, ο Τσάπλιν αποφάσισε να αλλάξει το τέλος της ταινίας, προσθέτοντας τον αξέχαστο μονόλογο και την κατακραυγή στα ολοκληρωτικά καθεστώτα, πάντα με όπλο τη σάτιρα.

Η πρώτη προβολή της ταινίας πραγματοποιήθηκε λοιπόν πριν από 78 χρόνια, στις 15 Οκτωβρίου 1940. Ο Χίτλερ, ο Μουσολίνι και ο Φράνκο απαγόρευσαν την προβολή της ταινίας στις χώρες τους, αλλά και στα κατεχόμενα κράτη.

Ωστόσο ο Φύρερ παρήγγειλε κρυφά ένα αντίγραφο της ταινίας από την Πορτογαλία. Αργότερα, στην «Αυτοβιογραφία» του, ο Τσάπλιν έγραψε: «Θα έδινα τα πάντα για να μάθω τι σκέφτηκε για την ταινία (…) Βέβαια, αν γνώριζα την πραγματική θηριωδία των Γερμανών στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ίσως να μην έκανα ποτέ τον ‘Μεγάλο Δικτάτορα’, δεν θα μπορούσα καν να αστειευτώ με την ανθρωποκτόνο παραφροσύνη των Ναζί».

Η ταινία έχει συμπεριληφθεί στην Αμερικανική Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου και θεωρείται μία από τις καλύτερες ταινίες του Παγκόσμιου Κινηματογράφου. Η σκηνή που ο κουρέας/αυτοκράτορας της Τομανίας παίζει με μια υδρόγειο σφαίρα-μπαλόνι είναι ταυτόχρονα πανέμορφη και ανατριχιαστική.

Ο δικτάτορας μοιάζει να διασκεδάζει με το μεγάλο μπαλόνι. Το μήνυμα είναι σαφές. Οπως παίζει με το μπαλόνι για ευχαρίστηση, έτσι διασκεδάζει με ολόκληρο τον πλανήτη που πληρώνει το κόστος της μεγαλομανίας του, σαν να είναι το παιχνιδάκι στα χέρια ενός κακομαθημένου και πολύ επικίνδυνου παιδιού. Το μπαλόνι που σκάει και καταστρέφεται είναι ο κόσμος του δικτάτορα και οι εγκληματικές ψευδαισθήσεις που κουβαλούσε πάνω του.

Οσο για τα λόγια στον εμβληματικό τελευταίο μονόλογο: «Λυπάμαι, αλλά δεν θέλω να γίνω αυτοκράτορας. Δεν είναι δική μου υπόθεση. Δεν θέλω ούτε να βασιλεύσω, ούτε να κατακτήσω κανέναν. Θα ήθελα να βοηθήσω όλο τον κόσμο, αν μπορούσα (…) Η πλεονεξία δηλητηρίασε τις ψυχές των ανθρώπων, ανύψωσε τα φράγματα του μίσους, μας καταδίκασε στη δυστυχία και στη σφαγή.(…)  Σκεφτόμαστε πολύ και αισθανόμαστε ελάχιστα. Περισσότερο και από τις μηχανές, χρειαζόμαστε την ανθρωπιά. Πιο πολύ από την επιδεξιότητα, χρειαζόμαστε την καλοσύνη και την ευγένεια (…) Το μίσος των ανθρώπων θα περάσει, και οι δικτάτορες πεθαίνουν! Και η δύναμη που αφαίρεσαν από τον λαό θα επιστρέψει σε αυτόν ξανά (…) Μην υπακούτε στους αγροίκους, που σας περιφρονούν και σας σκλαβώνουν, που σας καταδυναστεύουν τις ζωές. Ανθρώπους που σας λένε τι να κάνετε, τι να σκεφτείτε και τι να νιώσετε! Που σας μεταμορφώνουν σε κοπάδι, σε κρέας για τα κανόνια. Μην υποχωρείτε μπροστά σε αυτά τα εκφυλισμένα όντα, στους εγκέφαλους και τις καρδιές των μηχανών! Δεν είστε μηχανές, ούτε κοπάδι, είστε άνθρωποι! Φέρτε την αγάπη της ανθρωπότητας μέσα στις καρδιές σας, σταματήστε το μίσος! Μόνο όσοι στερήθηκαν την αγάπη μισούν! Ας αγωνιστούμε για έναν κόσμο δικαίου, όπου η επιστήμη και η πρόοδος θα φέρουν ευτυχία σε όλους! Στρατιώτες! Στο όνομα της δημοκρατίας, ας ενωθούμε!»

Και κάπως έτσι, το πρόσωπο του Τσάρλι Τσάπλιν, ενός ανθρώπου που όλοι τον είχαν συνηθίσει γελαστό και διασκεδαστή, σοβάρεψε απότομα. Και είπε τα πράγματα με το όνομά τους. Ο Τσάπλιν ήταν 51 ετών όταν γύρισε το φιλμ – δέκα χρόνια μετά τα «Φώτα της πόλης» και 20 χρόνια από την κορύφωση της δόξας του, που είχε συμβεί στις αρχές των ’20s.

Και φυσικά, μόνο ένας τόσο έντονα πολιτικοποιημένος άνθρωπος θα μπορούσε να γυρίσει μία τέτοια ταινία, ακριβώς τη στιγμή που γραφόταν η ιστορία – χωρίς να περιμένει να δει τι θα συνέβαινε, λειτουργώντας σαν ένα είδος μανιώδους ρεπόρτερ που ήθελε να ξεσκεπάσει τη μεγαλύτερη απειλή της ανθρωπότητας.

Μεταπολεμικά τον κατηγόρησαν ως κομμουνιστή και του απαγόρευσαν την επιστροφή στις ΗΠΑ ύστερα από ένα ταξίδι που είχε πραγματοποιήσει στη γενέτειρά του, Βρετανία. Μέχρι το τέλος της ζωής του έμεινε πιστός στα ιδανικά του και συνέχισε να γυρίζει ταινίες με έντονο κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο, ενώ στάθηκε στο πλευρό κομμουνιστών καλλιτεχνών. Εζησε στην Ελβετία και έκτοτε ταξίδεψε στην Αμερική μόνο μία φορά, το 1972, για να παραλάβει τιμητικό Οσκαρ για τη συνολική συνεισφορά του στον κινηματογράφο.