985
| CreativeProtagon

Στολίδι και πάλι ο Λυκαβηττός, υπόσχεται ο Δήμος Αθηναίων

|CreativeProtagon

Στολίδι και πάλι ο Λυκαβηττός, υπόσχεται ο Δήμος Αθηναίων

Ο λόφος του Λυκαβηττού, ένα στολίδι της Αθήνας που έμενε αναξιοποίητο για χρόνια επειδή στο Δημόσιο το κουβάρι των επάλληλων αρμοδιοτήτων δεν ξεμπλέκει και τόσο εύκολα, μπαίνει πλέον στον δρόμο της ανάπλασης και της αναβάθμισης.

Ο Δήμος Αθηναίων αναλαμβάνει τη διαχείριση του Λυκαβηττού εν συνόλω, αφού τέτοια είναι η απόφαση που έλαβε το Δημοτικό Συμβούλιο με την εξουσιοδότηση που έδωσε στον δήμαρχο Κώστα Μπακογιάννη να εκμισθώσει τα 35 στρέμματα που ανήκουν στην Εταιρεία Ακινήτων του Δημοσίου. Σημειωτέον, δε, ότι σε αυτά περιλαμβάνονται τόσο το θέταρο όσο και το πάρκινγκ.

Υπάρχουν ήδη έτοιμες προς εφαρμογή μελέτες που ουδέποτε χρησιμοποιήθηκαν και αφορούν τα έργα ανάπλασης στο θέατρο, στα μονοπάτια, αλλά και τα πολύ σημαντικά τμήματα των υποδομών: την αντιπλημμυρική προστασία και την αντιδιαβρωτική συντήρηση.

Ο ίδιος ο δήμαρχος, ανακουφισμένος από την εξέλιξη αυτή, δήλωσε: «Είναι λυτρωτική η απόφαση, ξεμπλέξαμε ένα κουβάρι που μας κρατούσε δεμένους στη γραφειοκρατία. Τώρα μας δίνεται η δυνατότητα να κλείσουμε ακόμη μία εκκρεμότητα που είχε η Αθήνα με τους δημόσιους χώρους της που ρήμαζαν, είτε λόγω της εγκατάλειψης είτε λόγω της συνυπευθυνότητας και της συνιδιοκτησίας».

Ετσι ο Λυκαβηττός θα γίνει και πάλι ένας από τους εμβληματικούς χώρους της Αθήνας.

Τι εστί Λυκαβηττός

Τα 227 μέτρα του ύψους του δεν είναι ισόποσα με τα χρόνια της ιστορίας του. Μπορεί ο Λυκαβηττός να μην είναι ο ψηλότερος λόφος της Αθήνας, της «Πόλης των Βράχων», όπως αποκαλούσαν την πόλη ξένοι περιηγητές του 18ου και 19ου αιώνα, καθώς τον… νικάνε, με διαφορά 70 μέτρων, τα Τουρκοβούνια. Ομως, μαζί με τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης έχει ανάλογη, «αρχαία», ιστορία.

Η επαναξιοποίηση, ύστερα από χρόνια στα γρανάζια της γραφειοκρατίας, του λόφου του Λυκαβηττού, που ανακοίνωσε ο Δήμος Αθηναίων και ο δήμαρχός του Κώστας Μπακογιάννης, μας δίνει μια καλή ευκαιρία να γνωρίσουμε, ξανά, το λόγο που στέργει πάνω από την Αθήνα.

Ο Λυκαβηττός, με τον ναό του Αγίου Γεωργίου και το αναψυκτήριο στην κορυφή του

Πάμε, λοιπόν, για μια βουτιά στην Ιστορία, την αρχαία. Για την ακρίβεια, στη Μυθολογία, που ήθελε τον Λυκαβηττό να είναι ο βράχος που κουβαλούσε, ως βάρος, η Θεά Αθηνά και τον άφησε να πέσει, λίγο πάνω από τον μετέπειτα «Βοϊδοπνίχτη». Οπως κάποτε έλεγαν το μικρό ποταμό που κυλούσε κάτω από τη σημερινή οδό Ακαδημίας.

Ο λεξικογράφος του «χρυσού», 5ου αιώνα π.Χ., Ησύχιος ο Αλεξανδρεύς, ήθελε την ονομασία αυτού του… βράχου να προέρχεται από την έκφραση «λυκοβατίας δρυμός», από τους λύκους που φώλιαζαν εκεί – κατ’ άλλη εκδοχή στα Τουρκοβούνια, άλλοτε Λυκοβούνια ή, στην αρχαιότητα, Αγχεσμός.

Κάποιοι άλλοι, στα ελληνιστικά χρόνια, θεώρησαν πως η ονομασία του συνδέεται με το φως της αυγής, το λυκόφως, που ροδίζει και στραφταλίζει με το αθηναϊκό χάραμα στον άλλοτε τραγουδισμένο αττικό ουρανό. Ο βράχος, δηλαδή, πάνω στον οποίον «βαίνει» και «άττει», ή ορμάει, το φως (λυκαυγές).

Στις αρχές του 2ου αιώνα στην πλαγιά του, εκεί που σήμερα βρίσκεται η Δεξαμενή του Κολωνακίου, κατασκευάστηκε μια δεξαμενή του Αδριάνειου Υδραγωγείου, που έχασε και την σωζόμενη εξωτερική της είσοδο στα μέσα του 18ου αιώνα.

Μέχρι τον Μεσαίωνα είχε αποκτήσει και τον πρώτο της ναό, αφιερωμένο στον Προφήτη Ηλία (ως ύψωμα της πόλης). Στη θέση του χτίστηκε, όταν η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα του νέου ελληνικού κράτους, το ξωκκλήσι του Αϊ-Γιώργη. Και, λίγο πιο κάτω, σε μια σπηλιά μέσα στον βράχο, ο ναός των Αγίων Ισιδώρων. Αφιερωμένος στους δύο Ισίδωρους, εφόρους του ναού, τον Πηλουσιώτη και τον Χιοπολίτη, προστάτες του Μεγαλομάρτυρα Δημητρίου.

Κατά την επανάσταση του 1821, ο βραχώδης λόφος του Λυκαβηττού έχασκε γυμνός, άδεντρος και έρημος. Ακουγόταν, λένε περιγραφές, μόνον το νερό που έρρεε ορμητικό, κάποιες εποχές, σε δισχιδή χείμαρρο που διέτρεχε τις σημερινές οδούς Δημοκρίτου και Λυκαβηττού. Ενα «φυσικό αριστούργημα γλυπτικής και αρχιτεκτονικής», όπως έλεγε ο Γιάννης Τσαρούχης.

Και, αίφνης, το 1831 και όσο η Ελλάδα «έχτιζε» το νέο κράτος της άρχισε η συστηματική λατόμευση του λόφου. Από το μεγαλύτερο λατομείο, το Νταμάρι του Μυκονιάτη (ιδιοκτησίας του Σταμάτη Κλεάνθη, ενός από τους δύο αρχιτέκτονες που εκπόνησαν το πρώτο πολεοδομικό σχέδιο της Αθήνας), χτίστηκε ένα μεγάλο μέρος της νεοκλασικής Αθήνας, που το 1834, ως πρωτεύουσα πλέον, αριθμούσε 200 πέτρινα σπίτια και 7.000 κατοίκους.

Μέσα στο σκάμμα του Μυκονιάτη «γεννήθηκε», σιγά σιγά, το σημερινό Κολωνάκι. Ενώ ο Κλεάνθης, στο μεταξύ, φρόντισε να στήσει και το πρώτο μεγάλο λιθοτομείο, στον χώρο της σημερινής  Πανεπιστημίου.

Πανοραμική φωτογραφία του λόφου του Λυκαβηττού με το παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου στην κορυφή του
Το φύτεμα της ντοματιάς… 

Εδώ μπαίνει στην ιστορία μας και η ντομάτα. Που τους σπόρους της έφερε, από τους Αζτέκους στο Μεξικό, δώρο στη βασίλισσα της Ισπανίας Ισαβέλλα –και, εν τέλει, στην Ευρώπη- ο δεινός Γενοβέζος θαλασσοπόρος Κριστομπάλ Κολόν (όπως ήταν το κανονικό όνομα του εξελληνισμένου Κολόμβου), όταν ανακάλυψε την Αμερική το 1492.

Αυτοί οι σπόροι άλλαξαν για πάντα τις καλλιέργειες, κυρίως στη Μεσόγειο και άλλαξαν και τις μεσογειακές κουζίνες. Αλλαξαν όμως, λίγους αιώνες μετά, και την «Πόλη των Βράχων», όπως αποκαλούσαν την Αθήνα οι περιηγητές. Την πρασίνισαν. Αξιοποιώντας για την καλλιέργεια ντομάτας και το παραμικρό κομμάτι ημιεύφορης γης στους βραχώδεις λόφους της. Κυρίως και πρώτα στον Λυκαβηττό. Αλλά επίσης και στο άλλοτε νταμάρι… λόφο του Στρέφη. Και στον λόφο του Φιλοπάππου, ο οποίος ήταν αποκλειστικά βραχώδης, μέχρι που δέχτηκε το αποτέλεσμα της εκχωμάτωσης (τα μπάζα) από τη διάνοιξη της λεωφόρου Συγγρού, το 1875 και έγινε… χωμάτινος.

Αυτός ο Λυκαβηττός της ιστορίας, με το περίφημο για τις συναυλίες του –κλειστό πλέον– Θέατρό του, φαίνεται πως παίρνει ξανά το δρόμο της αξιοποίησης από τον Δήμο Αθηναίων.

…και μια γλυκιά ιστορία 

Ας κλείσουμε, όμως, με μία πιο… γλυκιά ιστορία του Λυκαβηττού. Με τα περίφημα πτι-μπερ Παπαδοπούλου, με τη μυστική συνταγή. Τα μπισκότα που ήδη πουλούσε η οικογένεια Παπαδοπούλου στην Κωνσταντινούπολη, από το 1916.

Τα μέλη της οικογένειας, μετά το 1922 επιβιβάστηκαν, ως πρόσφυγες, σε ένα πλοίο για τη Μασσαλία, που έδεσε για ανεφοδιασμό στον Πειραιά. Βγήκαν, σύμφωνα με τον θρύλο, στο λιμάνι και εκεί έμαθαν ότι τα μπισκότα δεν ήταν ακόμη γνωστά στην Ελλάδα. Και έμειναν στην Ελλάδα.

Εγκαταστάθηκαν σε μια προσφυγική πολυκατοικία στο Λυκαβηττό και αγόρασαν έναν μικρό φούρνο, που πουλούσε χύμα τα διάσημα πτι-μπερ.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News