1173
|

Οι παρατημένοι νεκροί της Σμύρνης

protagon.import 10 Απριλίου 2015, 00:19

Οι παρατημένοι νεκροί της Σμύρνης

protagon.import 10 Απριλίου 2015, 00:19

Το 1865, η Οθωμανική Διοίκηση απαγόρευσε με διάταγμα την «δια πολλούς λόγους ασύμφορον κι επιβλαβή συνήθειαν», σύμφωνα με την οποία οι νεκροί θάβονταν στα προαύλια των εκκλησιών. Ακολούθως, τον Ιούνιο του 1869, ιδρύεται το νεκροταφείο σε έκταση που αγόρασε η «Γραικική Κοινότης» των ορθοδόξων της Σμύρνης επάνω στον δρόμο του Ντάραγατς και στις ανατολικές παρυφές της πόλης, οι οποίες τότε ορίζονταν από τη χάραξη της σιδηροδρομικής γραμμής Σμύρνης-Αϊδινίου.

Τον χώρο, που μοιράστηκε σε τέσσερις τομείς, διέτρεχε μία κεντρική αλέα, πλαισιωμένη από ψηλά κυπαρίσσια. Το 1878 ανεγέρθηκε εντός ναός αφιερωμένος στον Άρχοντα Μιχαήλ, σε σχέδια του Σμυρνιού αρχιτέκτονα Ξενοφώντα Λάτρη, καθώς επίσης μεγάλη αίθουσα οστεοφυλακίου. Σ’ αυτόν τον ναό, έψελνε μικρό παιδί ο θρυλικός τραγουδιστής Κώστας Νούρος, ο επονομαζόμενος και «το αηδόνι της Σμύρνης». Τέλος, την ίδια χρονιά ιδρύθηκαν και τα δύο ενοριακά πεντατάξια σχολεία, αρρένων και θηλέων, που λειτουργούσαν εδώ με συνολικά 480 μαθητές (στοιχεία 1920).

Στο νεκροταφείο βρίσκονταν οι τάφοι και τα μαυσωλεία ορισμένων από τις γνωστότερες οικογένειες της Σμύρνης, όπως των Αθανασούλα, Γιοβάνοβιτς, Ηλιάδη, Ισηγόνη, Κλημάνογλου, Μισθού, Πιττακού, Σολομωνίδη κ.α., φιλοτεχνημένα από τους μεγαλύτερους Έλληνες γλύπτες της εποχής, όπως ο Κοτζαμάνης, ο Περάκης, ο Ρήγος και ο Χαλεπάς. Συχνά δε, χάραζαν στους τάφους και μακροσκελή επιγράμματα, άλλοτε λαϊκά, γραμμένα στη σμυρνέικη ντοπιολαλιά και άλλοτε πιο επίσημα, στην καθαρεύουσα, στην αρχαΐζουσα, ακόμα και σε ομηρική γλώσσα. Εν ολίγοις, το νεκροταφείο πρέπει να το φανταστεί κανείς σαν ένα υπαίθριο μουσείο γλυπτικής, παρόμοιο με το Α’ νεκροταφείο της Αθήνας, το Σισλή στην Πόλη, της Ερμούπολης και της Τεργέστης.

Το 1910, το δυτικό τμήμα της έκτασής του δωρήθηκε από την Ελληνική Κοινότητα, με εισήγηση του προέδρου της, αρχιεπισκόπου Χρυσόστομου, στην ομάδα του Πανιωνίου, με σκοπό να κατασκευαστούν νέες αθλητικές εγκαταστάσεις, καθώς μέχρι τότε ο Πανιώνιος νοίκιαζε γήπεδο στην Πούντα (σημ. Αλσαντζάκ / Alsancak). Μάλιστα, η Κοινότητα επέλεξε την παραχώρηση, αρνούμενη τις 100.000 χρυσές λίρες που, όπως αναφέρει η βασικότερη πηγή για το θέμα, ο Σολομωνίδης, ήταν διατεθειμένη να καταβάλει η αγγλική εταιρεία του σιδηροδρόμου Αϊδινίου, προκειμένου να επεκτείνει τις δικές της εγκαταστάσεις.

Το πιο γνωστό όμως συμβάν αφορά τον Σεπτέμβριο του 1922, όταν μέσα στο νεκροταφείο βρήκε καταφύγιο ένα τεράστιο πλήθος γερόντων, γυναικών και μικρών παιδιών, το οποίο πανικόβλητο προσπαθούσε να κρυφτεί ακόμα και μέσα στους τάφους για να γλυτώσει τη σφαγή, τη φωτιά που κατέκαιγε την πόλη και την ατίμωση. Υπολογίζεται ότι 30.000 Έλληνες βρίσκονταν για 17 ημέρες κλεισμένοι εδώ, τρώγοντας ό,τι έβρισκαν, μέχρι και χόρτα που μαγείρευαν χρησιμοποιώντας ως καύσιμη ύλη τα ξύλα από τα φέρετρα! Οι τσέτες, αρχικά, δεν τόλμησαν να παραβιάσουν τον χώρο. Όταν όμως έμαθαν για τους έγκλειστους, εισέβαλαν, λήστεψαν και σκότωσαν, ενώ έψαξαν ακόμα και μέσα στα μαυσωλεία, γυρεύοντας να βρουν νεαρά κορίτσια. Το δράμα του κόσμου έληξε μόνον όταν τους επετράπη να φύγουν για να επιβιβαστούν στα πλοία που θα τους έφερναν στην Ελλάδα.

Μετά το 1922
Μετά την ερήμωση της Σμύρνης από το χριστιανικό στοιχείο της, Έλληνες και Αρμενίους, και για αρκετά χρόνια κατόπιν, το νεκροταφείο αφέθηκε στην τύχη του. Αυτό μαρτυρούν οι εικόνες από ποδοσφαιρικούς αγώνες στο διπλανό γήπεδο του Πανιωνίου, που χρησιμοποιούσε πλέον η τοπική ομάδα Αλτάι (Altay). Ακόμη και ελληνικές ομάδες έπαιξαν αγώνες εδώ, συμμετέχοντας σε διοργανώσεις με αντίπαλες τουρκικές.

Το 1927 και κατόπιν διαβήματος του Σωματείου Ελλήνων Υπηκόων (σ.σ.: προσφύγων), η ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε, σε συνεννόηση με το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών, να αγοράσει το νεκροταφείο. Αν κρίνουμε από τη συνέχεια, η προσπάθεια απέβη άκαρπη, καθώς τη δεκαετία του 1950, το μεν δυτικό τμήμα του νεκροταφείου είχε πλέον καταληφθεί από τις νέες εγκαταστάσεις του σταδίου ενώ στο ανατολικό είχαν κτιστεί τα κτήρια των Σχολών Καλών Τεχνών και Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου της 9ης Σεπτεμβρίου (Ντοκούζ Εϊλούλ), εξαφανίζοντας κάθε ορατό ίχνος του παρελθόντος. Η ονομασία του ιδρύματος παραπέμπει στην ημερομηνία εισόδου στην πόλη των κεμαλικών δυνάμεων το 1922, σύμφωνα με το νέο ημερολόγιο. Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί πως κάποια ελάχιστα, αποσπασματικά μέρη ταφικών μνημείων που κρίθηκαν αξιόλογα, συγκεντρώθηκαν από Τούρκους αρχαιολόγους στον υπαίθριο χώρο του Πανεπιστημίου και σώζονταν έως πρόσφατα. Λιγοστές επιτύμβιες επιγραφές υπήρχαν και στην αυλή του Αρχαιολογικού Μουσείου Σμύρνης.

Παράλληλα, για τις ανάγκες της μικρής ορθόδοξης κοινότητας που ζούσε ακόμη στη Σμύρνη, δημιουργήθηκε εκτός πόλης, στον δημόσιο δρόμο που οδηγεί στον Κουκλουτζά (σημ. Αλτίν νταγ / Αltındağ), ένα νέο μικρό ελληνικό νεκροταφείο που λειτουργεί έως σήμερα. Σε αυτό, μετέφερε και έθαψε ο παλιός εφημέριος της Αγίας Φωτεινής (σ.σ.: της εκκλησίας των καλβινιστών που στις 7 Οκτωβρίου 1951 παραχωρήθηκε από τους Ολλανδούς στο ελληνικό Προξενείο και πήρε το όνομα της παλιάς μητρόπολης) Τιμόθεος Αργοδάρης, όσα οστά βρήκε στα θεμέλια του κοιμητηριακού ναού του Άρχοντος Μιχαήλ.

Τις δεκαετίες του '70 και του '80 ισοπεδώθηκαν και τα νεκροταφεία των καθολικών, προτεσταντών και Αρμενίων που βρίσκονταν κοντά στην περίφημη γέφυρα των καραβανιών (Kemer). Η διαφορά με την τύχη του ορθόδοξου ήταν ότι τουλάχιστον για το καθολικό, πρόλαβε να γίνει η πλήρης καταγραφή και αποτύπωσή του από τον Livio Missir, ενώ αρκετές ταφόπλακες φαίνεται ότι μεταφέρθηκαν σε μουσεία και αυλές εκκλησιών.

Σήμερα
Μέχρι πριν από λίγο καιρό, η κατάσταση παρέμενε αμετάβλητη, ώσπου το Πανεπιστήμιο αποφάσισε να διαλύσει τις εγκαταστάσεις του και να πωλήσει την έκταση σε κατασκευαστική εταιρεία, προκειμένου να κτιστεί ένα εμπορικό κέντρο τύπου mall. Παράλληλα, έγινε έξωση της ποδοσφαιρικής ομάδας Αλτάι (Altay) από το στάδιό της, ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων καθώς ταυτίζεται με την ιστορία της πόλης, ώστε να συμπεριληφθεί και ο δικός της χώρος στα σχέδια ανέγερσης του τεράστιου, όπως αποδεικνύεται, εμπορικού κέντρου.

Δυστυχώς, οι πρόσφατες εργασίες κατεδάφισης και εκσκαφής αποκάλυψαν ότι το νεκροταφείο στην πραγματικότητα ποτέ δεν αποξηλώθηκε όπως έπρεπε και έτσι οστά, υπολείμματα ρουχισμού και υποδήματα, επιτύμβιοι σταυροί και θραύσματα μαρμάρων άρχισαν να προβάλουν μέσα από το χώμα, θυμίζοντας με μακάβριο τρόπο την πρόσφατη, αλλά ξεχασμένη ιστορία του. Το ίδιο σκηνικό είχε επαναληφθεί και δέκα χρόνια πριν, το 2005, κατά τις εργασίες θεμελίωσης των νέων πυλώνων φωτισμού του γηπέδου ποδοσφαίρου, ενόψει της Πανεπιστημιάδας. Ο θόρυβος που προκλήθηκε τότε στον τοπικό Τύπο ήταν μεγάλος, καθώς αγνοώντας την παλιά τοπογραφία της περιοχής, σε κάποιες περιπτώσεις γινόταν λόγος ακόμα και για ομαδικούς τάφους εκτελεσμένων Τούρκων της περιόδου της ελληνικής κατοχής (1919-22). Το πιθανότερο όμως είναι ότι με βάση και τον ασυνήθιστα μεγάλο όγκο των ευρημάτων, τα σκαπτικά μηχανήματα «χτύπησαν» το οστεοφυλάκιο του νεκροταφείου.

Στο όνομα του σεβασμού των νεκρών, ανεξαρτήτως φυλής και θρησκείας, οι οποίοι σε αυτή την περίπτωση τυγχάνει να είναι οι ΔΙΚΟΙ μας νεκροί, παππούδες και γιαγιάδες, πρέπει σήμερα κιόλας η ελληνική κυβέρνηση να πράξει το επιβεβλημένο καθήκον της. Λίγο πριν οι μπουλντόζες πιάσουν και πάλι δουλειά, και μετατρέψουν σε μπάζα τα οστά των προγόνων μας, πρέπει να ζητήσει από τις τουρκικές αρχές να επιτρέψουν, με την αρωγή ειδικών, τη συστηματική έρευνα και απομάκρυνση όλων των κατάλοιπων του παλαιού νεκροταφείου, με σκοπό αυτά να συγκεντρωθούν και να ταφούν στο νέο. Η ίδια ευαισθησία και αποφασιστικότητα στο θέμα της προστασίας των λειψάνων του παρελθόντος που επέδειξε πρόσφατα η Τουρκία, με την επιχείρηση-αστραπή κατά την οποία επανατοποθέτησε σε ασφαλές σημείο εντός συριακού εδάφους το περιεχόμενο του τάφου του προγόνου των Οσμανληδών σουλτάνων, Σουλεϊμάν Σαχ, όταν έκρινε ότι απειλείται, ας εφαρμοστεί και σε αυτή την περίπτωση.

Πηγές: Χρήστος Σ. Σολομωνίδης ‘Η εκκλησία της Σμύρνης’, Αθήνα 1960, Δημήτρης Ι. Αρχιγένης ‘Λαογραφικά Β’ – Τα σινάφια τση Σμύρνης’, Αθήνα 1979, Εφημερίδα «Προσφυγικός Κόσμος», 

*Ο Αχιλλέας Χατζηκωνσταντίνου είναι γεωλόγος-γεωγράφος, μελετητής της ιστορίας της Σμύρνης