534
|

Μια Μαρία, ένας Τέλης

Ρέα Βιτάλη Ρέα Βιτάλη 27 Μαρτίου 2013, 00:36

Μια Μαρία, ένας Τέλης

Ρέα Βιτάλη Ρέα Βιτάλη 27 Μαρτίου 2013, 00:36

Κάθε φορά που βρίσκομαι στο Παρίσι περνάω κάτω από το παράθυρό της. Πες ότι το ‘χω τάμα. Διαλέγω να ‘χει νύχτα. Να έχουν φώτα τα σπίτια ανάμεσα από κουρτίνες. Δεν είναι οι γνώσεις μου στην όπερα που οδηγούν το βήμα. Κι ας προσπάθησε ο φίλος μου ο Ηλίας, σε σκοτάδια σκηνών, να μου μεταλαμπαδεύσει ψιθυριστά, να μου κατευθύνει το βλέμμα «Κοίτα εκείνο…», «Πρόσεξε αυτό…», «Άκουσε τώρα…». Κι ας καταγράφω στις μαγικές στιγμές της ζωής μου την παράσταση Γενούφα στη Βιέννη με μια απόλυτη Αγνή Μπάλτσα στο ρόλο της Κusterin. Δεν είναι οι γνώσεις μου στην όπερα άξιες λόγου.

Ωστόσο, όποτε βρίσκομαι στο Παρίσι, περνάω κάτω από το παράθυρό της. Πες το τάμα. Δεν είναι οι ακροβασίες της φωνής της στην άρια Casta Diva μιας μοναδικής δικής της Νόρμα που με οδηγούν. Κι ας τρυπώνει, ούτε και γω ξέρω γιατί, η ερμηνεία της σε κάθε δύσκολη στιγμή της ζωής μου. Εκεί, στην τραμπάλα των αποφάσεων…

Κάθε που βρίσκομαι στο Παρίσι περνάω κάτω από το παραθύρι της. Διαλέγω να ‘ναι νύχτα… Για κείνη τη στιγμή… Κι ας μην την έζησα. Ό,τι άκουσα σας γράφω. Εκείνη, μέσα στο σπίτι της, δίπλα στο θυροτηλέφωνο. Εκείνος, στην είσοδο της πολυκατοικίας, να αφρίζει. Μ΄ όλον τον Δία, τον Ποσειδώνα και τον Σάτυρο στα σπλάχνα του dna του. Της χτυπούσε το κουδούνι. Και κείνη… Ό,τι οι γυναίκες δίπλα σ΄ ένα θυροτηλέφωνο. Να κτίζουν ένα κοπιώδες, θηριώδες, δήθεν αδιαπέραστο «ποτέ ξανά» που φυλλοροεί από ένα ύπουλο, αιμοσταγές, «τον θέλω». Δεν θα του άνοιγε. Ποτέ! Κι αυτό που τη βασάνιζε περισσότερο ήταν εκείνο το τετελεσμένο θαυμαστικό στο «ποτέ!» που έθετε ο νους της και που πάλευε η καρδιά να το αιματοκυλήσει μετατρέποντάς το σε ένα ξεδιάντροπο ερωτηματικό «ποτέ;». Και κείνος, στην είσοδο της πολυκατοικίας, χτυπούσε, χτυπούσε… Και μάλλον θα του είπε «τι θες;» και θα φρενάρισε -στο τελευταίο απειροελάχιστο του δευτερολέπτου- χίλιες λέξεις στα χείλη «κάθαρμα, κτήνος, γαϊδούρι, γελοίε, κακούργε, μαλάκα….». Και κείνος ξεχείλισε κι ας μην του είπε τίποτα απ΄ όλα αυτά. Κι οργάνωσε επίθεση «Ποια νομίζεις ότι είσαι; Μια σφυρίχτρα έχεις στο λαιμό σου και είναι και σκουριασμένη». Άκου τι της είπε! Την τελείωσε! Την έλιωσε! Την υλοτόμησε! Το αμόρφωτο γουρούνι. Εξουδετέρωσε το απόλυτο όπλο της. Τη φωνή. Άοπλη! Άραγε, να του άνοιξε; Στοιχηματίζω ότι του άνοιξε. Στοιχηματίζω ότι θα τον ξέσκισε, θα την ξέσκισε, θα ξεσκιστήκανε. «Για να μάθει!», θα είπαν και οι δυο. Οι ακρογωνιαίες λέξεις καταλήγουν σε ακρογωνιαία γαμήσια.

Είπαν για εκείνον ότι δεν της άξιζε. Ότι δεν τη σεβάστηκε. Ότι τη σκότωσε. Χρόνια τσακώνομαι με τα φιλαράκια μου κρίνοντας τη σχέση τους. Είπαν για εκείνον – και τι δεν είπαν… Μα, κάθε φορά που επισκέπτομαι το Παρίσι… Κάτω από το παραθύρι της. Πάντα φρενάρω σε μια σκέψη. Πάντα λυγίζει την ψυχή μου ένας λυγμός που χωράει όλα τα δικαιολογητικά του κόσμου. Τι θα είχε ζήσει χωρίς αυτόν; Πόσα κομμάτια ζωής θα είχε στερηθεί αν δεν έπεφτε στο δρόμο της ένας Τέλης να της φερθεί σαν μια Μαρία; Και σε ποιο ηφαίστειο θα είχε αναθέσει την έκρηξη τόσου θαμμένου καημού, παρά σε μια -έστω αναξιοπρεπή- κοψοφλέβικη, ελληνική καψούρα… Μιας Μαρίας για έναν Τέλη.

Ίσως ήταν καμένη πριν καεί. Κι αυτός, άοπλος στην πόρτα της. Κι ας έκανε το μαγκάκι. Κι ας της είπε ό,τι της είπε… Τι συγκλονιστικό γουρούνι, για μια Μαρία!