1449
Ο συλλέκτης Σωτήρης Φέλιος μπροστά στο Χωρίς Τίτλο έργο (2003) του Παντελή Χανδρή |

Πώς και βρέθηκαν στο Ηράκλειο, όλοι μαζί, 39 γνωστοί ζωγράφοι;

Ο συλλέκτης Σωτήρης Φέλιος μπροστά στο Χωρίς Τίτλο έργο (2003) του Παντελή Χανδρή
|

Πώς και βρέθηκαν στο Ηράκλειο, όλοι μαζί, 39 γνωστοί ζωγράφοι;

Το Ηράκλειο αισθάνεται την Τέχνη σαν την καθημερινή ανάσα του. Σαν ζωογόνα πνοή που φυσά από τη μεριά των λόφων της ενδοχώρας, όπου βρίσκεται το λίκνο του πιο πολύχρωμου και χαρούμενου, άρα και πιο ανθρώπινου, πολιτισμού, η Κνωσός, και από τη μεριά του Κρητικού Πελάγους, απ’ όπου τα καράβια έφερναν διαφορετικές φυλές, αλλά και άλλες, νέες, ιδέες από Δύση και Ανατολή για την τέχνη και για τη ζωή. Αυτό το πολιτισμικό κομφούζιο, που η αντιδήμαρχος Αριστέα Πλεύρη χαρακτήρισε ως συνάντηση πέντε συν ενός πολιτισμών – των Προϊστορικών, του Αραβικού, του Βυζαντινού, του Ενετικού, του Οθωμανικού και του σύγχρονου Ελληνικού πολιτισμού – μοιάζει να κυλά στους πεζόδρομους, μαζί με το νεανικού παλμού πλήθος, που ξεκινούν από την προκυμαία, απέναντι από τον γέρο Κούλε, την απόληξη των σχεδόν άπαρτων τειχών, και καταλήγουν στα θρυλικά Λιοντάρια, στην μαρμάρινη Κρήνη του Μοροζίνη.

Απέναντι από τα Λιοντάρια, στην εμβληματική για το Ηράκλειο Βασιλική του Αγίου Μάρκου, κυριαρχεί μια άλλη καλλιτεχνική αναστάτωση, προέκταση του οράματος του συλλέκτη Σωτήρη Φέλιου και της δημιουργικότητας και ευαισθησίας σαράντα επτά κορυφαίων σύγχρονων εικαστικών δημιουργών, μεταξύ των οποίων και οι απόντες Νίκος Εγγονόπουλος, Γιώργος Λάππας και Γιάννης Μόραλης.

«Αγγελος που πέφτει», γλυπτό της Βάλλυς Νομίδου

Η επιμελήτρια της έκθεσης «Η ματιά του συλλέκτη, Συλλογή Σωτήρη Φέλιου» Λουΐζα Καραπιδάκη, έχει φτάσει στη γενέθλια πόλη της, μετά από δύο χρόνια προετοιμασίας, στη φοβερή ώρα της κρίσεως. Τότε που θα φανεί η αλήθεια, που θα αναρτηθούν τα 112 έργα και θα γίνουν λειτουργική έκθεση, σύνολο με αρχή και τέλος, ενότητες και υποενότητες, που θα διηγείται μια ή πολλές ιστορίες. Και στην αρχή της έκθεσης υπάρχει μια σημείωση του συλλέκτη: «Στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου, με πίνακες ζωγραφικής παντού (αλλά και γλυπτά), λουσμένους στο κρητικό φως, μοιράζομαι – μαζί σου επισκέπτη – σκέψεις που έκανα γι αυτή την όμορφη περιπέτεια της συλλογής εδώ στο Ηράκλειο, με την άνοιξη».

Πριν από τα εγκαίνια της έκθεσης, στη συνέντευξη Τύπου σε ένα άλλο εμβληματικό βενετσιάνικο κτίριο του Ηρακλείου, τη Λότζια, όπου στεγάζεται το Δημαρχείο, ο Σωτήρης Φέλιος θα πει: «Κάθε φορά που βλέπω μια επιλογή από τη συλλογή, εκπλήσσομαι. Προσπαθώ να καταλάβω τι είναι εκείνο που υπαγόρευσε αυτή την επιλογή, και κάθε φορά νομίζω ότι βλέπω πράγματα που δεν έχω δει, εγώ που κοιμάμαι αγκαλιά με τους πίνακες και τους έχω δει από οποιαδήποτε οπτική γωνία».

Ο Στέφανος Δασκαλάκης, με φόντο δύο έργα του: Ελένη, 2007 και, δεξιά, Ναταλία, 2009

Ο συλλέκτης προσπαθεί να μπει στο νου της επιμελήτριας και η επιμελήτρια να αποκρυπτογραφήσει τη ματιά του συλλέκτη. «Παρακάλεσα τον συλλέκτη να μου μιλήσει πολύ» είπε η επιμελήτρια Λουΐζα Καραπιδάκη, «και ανακάλυψα ότι πίσω από κάθε έργο υπήρχε ένα αφήγημα, το οποίο εγώ σεβάστηκα. Είδα, ότι δομικά χαρακτηριστικά της συλλογής είναι η εσωστρέφεια και η εξωστρέφεια των καλλιτεχνών. Κι αυτά τα έργα επέλεξα. Πιστεύω ότι μέσα από την έκθεση υπάρχει μια πολυαφήγηση. Μιλάνε για πολλά διαφορετικά πράγματα, πολλοί και διαφορετικοί δημιουργοί. Είναι μια έκθεση, όπως την ονειρεύτηκα. Δεν μιλά μόνο στο φιλότεχνο, αλλά στο ευρύ κοινό, που ο καθένας μπορεί να βρει τον εαυτό του».

Η πολυπλοκότητα της αφήγησης της έκθεσης, περιγράφεται παραστατικά, κυρίως, από τα έργα που εκτίθενται, αλλά, στα εγκαίνια, ενισχύθηκε και από την φυσική παρουσία των δημιουργών που κυκλοφορούσαν ανάμεσά τους και μεταξύ των θεατών.

Ο Γιώργος Ρόρρης και πίσω του, από αριστερά, η Ελισάβετ (2002) και η Γιάννα (2004-2005)

Ήταν μια από τις σπάνιες στιγμές που είδαμε στον ίδιο χώρο τον Χρόνη Μπότσογλου, τον Στέφανο Δασκαλάκη, τον Γιώργο Ρόρρη, τον Χρήστο Μποκόρο, τον Αλέκο Λεβίδη, την Αφροδίτη Λίτη, τον Μιχάλη Μανουσάκη, τον Αλέξη Κυριτσόπουλο, τον Τάσο Μισούρα, τον Θανάση Μακρή, την Μαρία Φιλοπούλου, την Καλλιόπη Ασαργιωτάκη, τον Κώστα Παπατριανταφυλλόπουλο, τον Κωνσταντίνο Παπαμιχαλόπουλο, τον Εμμανουήλ Μπιτσάκη, τον Αντώνη Στάβερη, τον Αχιλλέα Παπακώστα, την Στρατηγούλα Γιαννικοπούλου, να συνυπάρχουν με τα έργα τους.

Η Μαρία Φιλοπούλου μπροστά από το έργο της «Στρογγυλή Σκάλα» (1992)

Μέσα στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου, κυριαρχούν οι άνθρωποι. «Σε αυτή τη ζωγραφική» λέει η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Μαρίνα Λαμπράκη – Πλάκα «θα δείτε εικόνες, και κυρίως εικόνες ανθρώπων. Είναι μία ανθρωποκεντρική ζωγραφική. Έχουμε, βεβαίως, και τοπία, που, όμως, είναι οικημένα από ανθρώπους. Το επίκεντρό της είναι ο άνθρωπος και έρχεται μέσα από την ανθρωπιστική παράδοση του τόπου μας και του πολιτισμού μας. Θα δείτε, όμως, διάφορες φωνές, τελείως διαφορετικές μεταξύ τους».

Η Καλλιόπη Ασαργιωτάκη μπροστά στη Gelsomina της, του 2010

Η ζωγραφική και οι διαφορετικές φωνές έχουν μακρά ιστορία σε αυτήν την πόλη. Ακτινοβολούν στο Μουσείο Χριστιανικής Τέχνης, το οποίο στεγάζεται στην Αγία Αικατερίνη των Σιναϊτών, τα θεάρεστα έργα δύο σπουδαίων εκπροσώπων της φημισμένης Κρητικής Σχολής στη ζωγραφική, του Άγγελου Ακοτάντου (αρχές 15ου αιώνα) και του εκπληκτικού Μιχαήλ Δαμασκηνού (16ος αιώνας). Εδώ στον Χάνδακα συναντήθηκαν δύο ρεύματα – ένα που έπνεε από την Ανατολή και το Βυζάντιο γεμάτο συναίσθημα και ένα άλλο, πιο ισχυρό, που φυσούσε από τη Δύση και την Αναγέννηση με έντονα χαρακτηριστικά, βλέμματα και χρώματα – και δημιούργησαν ένα νέο. Αλλά και οι επιφανέστεροι δείξαντες αυτού του νέου ρεύματος, ο Δαμασκηνός και ο Γκρέκο, ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους. Είναι ευχής έργο να σου συστήνει η καταγόμενη από τα μέρη του Ηρακλείου Μαρίνα Λαμπράκη – Πλάκα, δημιουργούς που ψυχανεμίζεσαι ότι τους έχει αφιερώσει το νου και τη ψυχή της:

Ο Τάσος Μισούρας μπροστά από το έργο του «Λιτανεία» (1994)

«Ο Δαμασκηνός είναι εντελώς σύγχρονος του Γκρέκο. Οι δυο τους αντιπροσωπεύουν δύο τάσεις της Κρητικής Σχολής. Ο Γκρέκο θέλησε να γίνει Δυτικός και γι αυτό μπήκε ξανά στο σχολείο της Δυτικής τέχνης, στο εργαστήριο του Τισιανού στη Ρώμη. Είχε ήδη δυτικά στοιχεία στις πρώιμες εικόνες του που δημιούργησε στον Χάνδακα, αλλά πραγματική μίξη στοιχείων Βυζαντινών και Δυτικών τα εμφάνισε στα έργα του όταν πια πήγε στο Τολέδο, μακριά από τις επιδράσεις των Ιταλών. Εκεί βρήκε τον εαυτό του και δημιούργησε το μοναδικό του ύφος.

«Η Βάπτιση του Χριστού» του Ελ Γκρέκο

«Ο Δαμασκηνός πάει κι αυτός στη Βενετία, αλλά δουλεύει ένα φοβερό σύνολο στον Αη Γιώργη, στην εκκλησία της Κρητικής Κοινότητας. Αντιθέτως, στα αρχεία της Κοινότητας δεν υπάρχει το όνομα του Γκρέκο. Δηλαδή αποκόπτεται εντελώς από τους συμπατριώτες του και προσπαθεί να μυηθεί στο ύφος το Δυτικό. Κάνει όμως κάποια έργα που έχουν ακόμη στοιχεία βυζαντινά. Επί των ημερών μας η Εθνική Πινακοθήκη απέκτησε με πανελλήνιο έρανο την Ταφή του Χριστού, που θεωρείται το σημαντικότερο έργο της περιόδου της Βενετίας του Γκρέκο. Ο Δαμασκηνός επιστρέφει στον Χάνδακα και ζωγραφίζει αυτές τις εικόνες με έναν οργανωτικό γάμο Βυζαντίου και Δύσης, γιατί, εδώ, βλέπουμε στοιχεία δυτικά, όχι πολύ αφομοιωμένα, και στοιχεία ανατολικά, μίξη η οποία σήμερα μας φαίνεται και είναι γοητευτική».

Λεπτομέρεια από τον «Μυστικό Δείπνο» του Δαμασκηνού

«Ο Ελληνας» παγκόσμιος ζωγράφος Δομίνικος Θεοτοκόπουλος είναι πανταχού παρών σε κάθε εικαστικό περιβάλλον. Στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης, στην προκυμαία του Ηρακλείου, υπάρχουν δύο έργα του. Η «Άποψη του Όρους και της Μονής Σινά», τέμπερα και λάδι σε ξύλο, περίπου 1570 και «Η Βάπτιση του Χριστού», αβγοτέμπερα και λάδι σε ξύλο, 1569. Και ο Σωτήρης Φέλιος τον «είδε» να μπαίνει στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου, σε μια μοναδική σύναξη τόσων σύγχρονων ελλήνων ομοτέχνων του.

«Από τη στιγμή που η κυρία Πλεύρη μου είπε γίνεται η έκθεση, πάμε, αυθαίρετα στο μυαλό μου είχε έρθει ότι είναι πάρα πολύ πιθανόν – δεν μπορώ ιστορικά να το αποδείξω, αλλά είναι πάρα πολύ πιθανόν – αυτόν τον χώρο να τον είχε περπατήσει ο Δομίνικος Θεοτοκόπουλος, υπήρχε πριν φύγει για τη Βενετία. Και είναι βέβαιο – νομίζω εγώ ή θέλω να νομίζω – ότι επειδή δούλευε και στη δικιά μας παράδοση και σε εκείνο που είχε έρθει και ήταν δύο αιώνες εδώ, αυτό που ερχόταν από την Αναγέννηση, από την Ιταλία, από τη Βενετία, θα είχε κάτσει με προσοχή και θα είχε δει όλα αυτά τα έργα. Και έκανα την αναγκαία μεταγωγή, την αυθαίρετη, το συνηθίζουμε στην Αρκαδία, να πω ότι αν έβλεπε αυτά τα έργα, είμαι βέβαιος, ότι σε όλα θα διέκρινε έναν κόκκο, μια μικρή άκρη κλωστής η οποία  συνδέει την παράδοση, όχι την εθνική, αλλά αυτής της τέχνης που γεννήθηκε σ’ αυτόν τον τόπο, αυτήν που καθοδηγήθηκε από αυτό το φως».

Η Αφροδίτη Λίτη μαζί με το γλυπτό της «Δαχτυλίδι» (2004)
Ο Μιχάλης Μανουσάκης δίπλα στο Χωρίς Τίτλο (2013) έργο του
Στιγμιότυπο από τα εγκαίνια της έκθεσης