821
Η Σάρον Στόουν παίζοντας ζάρια στο «Καζίνο» (1995). Ο εύκολος πλουτισμός σε καθιστά ευτυχέστερο; | Universal Pictures

Kι αν σου κάτσει; Εμείς και ο τζόγος

Ελευθερία Κόλλια Ελευθερία Κόλλια 29 Δεκεμβρίου 2017, 22:54
Η Σάρον Στόουν παίζοντας ζάρια στο «Καζίνο» (1995). Ο εύκολος πλουτισμός σε καθιστά ευτυχέστερο;
|Universal Pictures

Kι αν σου κάτσει; Εμείς και ο τζόγος

Ελευθερία Κόλλια Ελευθερία Κόλλια 29 Δεκεμβρίου 2017, 22:54

Τη συνάντησε σε ένα καφέ, κρατούσε στο ένα χέρι το κοντάρι του, με λαχεία και ξυστά – της στιγμής, χαμογελούσε πονηρά.

– «Φιλενάδα, είσαι για ένα Πρωτοχρονιάτικο;»

«Α, μπα… την έχω βρει την τύχη μου εγώ»

«Πάρε, έχω τον λόγο μου για να στο λέω…»

«Και ποιος είναι αυτός ο λόγος δηλαδή;»

«Έχω προαίσθημα. Σαν να το βλέπω, φιλενάδα (είχε σκύψει κοντά της και κουνούσε τα δάχτυλα, σαν να της το ζωγράφιζε). Εχεις κερδίσει και είσαι με καμιά δεκαριά κολλητούς στο αεροπλάνο. Πλησιάζεις τον πιλότο και του λες: Αρούμπα, Αγιο Μουρίκιο (σσ:  εννοούσε Άγιο Μαυρίκιο ), Μαλβίδες (σσ: Μαλδίβες). Όπως μπαίνεις τώρα στο ταξί και λες Παγκράτι … Το σκέφτεσαι; Ζωή χαρισάμενη! Ούτε δουλειά, ούτε αφεντικά… Πάρε που σου λέω!»

Χαμογέλασε, το πήρε. Τέτοιο ρεσιτάλ, μην πάει χαμένο. Κέρδισε; 2 Ιανουαρίου θα ξέρει. Αλλά αυτό δεν έχει (προς το παρόν) και πολλή σημασία. Δεν της πούλησε άλλωστε λαχείο, ελπίδα της πούλησε. Την ίδια που αγοράζουν εκατομμύρια πολίτες αυτής της χώρας, κάθε φορά που έχει τζακ ποτ, κάθε εβδομάδα που κληρώνει, κάθε τόσο που μπορεί «να σου κάτσει».

Ξελογιάστρες τράπουλες, αχτύπητα γκανιάν, άτακτες ρουλέτες συμπληρώνουν τον καμβά. Μέρες που είναι, ο τζόγος είναι (και) έθιμο, όταν δεν είναι συνήθεια, στη χειρότερη εθισμός. Στην εορταστική ατμόσφαιρα, το παιχνίδι έχει το τέλειο άλλοθι, άλλο τώρα αν υπάρχει και πέραν αυτής.

Η ελληνική αγορά τυχερών παιχνιδιών συγκαταλέγεται άλλωστε σταθερά στην πρώτη δεκάδα των χωρών της Ευρώπης, αρκετά υψηλά στην παγκόσμια κατά κεφαλή δαπάνη για τον τζόγο.

Η κρίση έχει καταφέρει και το ακατόρθωτο: να βάλει, ειδικά στα πρακτορεία, «φυλές» που πριν από μερικά χρόνια δεν ήξεραν ούτε κατά πού πέφτουν. Ο Γεράσιμος Προδρομίτης, αναπληρωτής καθηγητής Πειραματικής Κοινωνικής Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο επιβεβαιώνει μέσω διαχρονικών ερευνών, ότι ακόμη και ο σκληρός τζόγος έχει πάψει προ πολλού να είναι υπόθεση «επαγγελμάτων της μουτζούρας», όπως λέει χαρακτηριστικά για τους τεχνίτες, τους «blue collars» στην επιστημονική διάλεκτο. Κοινώς, διάφοροι – επαγγελματικοί τύποι, φύλα, ηλικίες – παίζουν διάφορα.

«Υπάρχουν παίκτες χαμηλής και υψηλής εμπλοκής», τονίζει ο κ. Προδρομίτης. «Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει ορθολογικούς παίκτες, κυρίως γυναίκες νεαρής ηλικίας αλλά και μεταξύ 35-45 ετών, οι οποίες παίζουν με ισχυρό προσωπικό έλεγχο, με φειδώ δηλαδή, και συχνότητα που δεν ανησυχεί. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει κυρίως άνδρες, και συνιστά δεξαμενή μεγάλη, στην οποία συναντώνται και οι εθισμένοι στον τζόγο. Είναι πρόσωπα που αναζητούν το ρίσκο, αγαπούν γενικά τις παρορμητικές συγκινήσεις,  πιστεύουν ότι τη μοίρα τους την καθορίζουν εξωτερικές δυνάμεις, έχουν ισχυρό οικονομικό κίνητρο, επενδύουν ψυχολογικά στον παράγοντα τύχη και αντλούν ικανοποίηση από το γεγονός ότι παίζουν».

Τα γενέθλια και το τυχερό «7»

Σε ποιά λογική; Στην ελπίδα του «ο τροχός γυρίζει». Στην αυταπάτη ότι «όλα μπορούν να συμβούν» και «η ζωή μού χρωστάει». Το στοιχείο του αγνώστου, της έκπληξης και του απροσδόκητου, το στοιχείο του μαγικού και του υπερβατικού, κρύβονται όλα στο χαρτάκι που μπορεί να σε κάνει να νοιώσεις – φευγαλέα έστω – παντοδύναμος.

Ο νόμος των πιθανοτήτων δεν μετράει και τόσο. Να, αυτή εκεί η κυρία επιλέγει για τζόκερ τη γενέθλια ημερομηνία του γιου της∙ εκείνος δίπλα της ποντάρει χρόνια στο ίδιο σύστημα, αλάνθαστο, που θα πάει, θα του βγει∙ κι ο άλλος, ο γκριζομάλλης βάζει όλα τα λεφτά στο «37», το ‘χει μελετήσει, είναι λέει ο αριθμός που έχει κληρωθεί με τη μεγαλύτερη συχνότητα, 259 φορές παρακαλώ, από την αρχή γενέσεως του παιχνιδιού. Ο νεαρός που κάθεται αριστερά του παίζει ακολουθώντας νοητά ένα μοτίβο, επιλέγει αριθμούς διαγωνίως. Ο ίδιος εκτελεί και «παραγγελιά» της γιαγιάς του, «να διαλέξει κάτι που να λήγει σε επτά». Η γιαγιά, έστω κι αν δεν το ξέρει, είναι η ζωντανή επαλήθευση της θεωρίας του Τζόναθαν Κλαρκ, πειραματικού φυσικού, ο οποίος υποστηρίζει ότι στο παιχνίδι παίζουν ρόλο οι προλήψεις, η κοινή λογική πάει περίπατο, και πολλοί είναι αυτοί που έλκονται από συγκεκριμένους αριθμούς, με κορυφαίο το επτά.

Οι ειδικοί δεν έχουν εγκαταλείψει την προσπάθεια να φέρνουν στα συγκαλά τους, τους πλέον φανατικούς. Ο Τζον Χέι, επίτιμος καθηγητής Μαθηματικών του Πανεπιστημίου του Σάσεξ, ο οποίος έχει μελετήσει βαθιά την εθνική λοταρία της Αγγλίας, δηλώνει: «Το ότι ένας αριθμός δεν έχει βγει για ένα διάστημα, δεν σημαίνει ότι θα βγει την επόμενη φορά. Είναι όπως ακριβώς όταν ρίχνετε ένα νόμισμα. Εάν έρθει κορώνα πέντε συνεχόμενες φορές, αυτό δεν συνεπάγεται ότι την επόμενη φορά είναι πιθανότερο να έρθει γράμματα. Οι πιθανότητες εξακολουθούν να είναι 50/50».

Το βέβαιο πάντως είναι ότι τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία για τον ελληνικό τζόγο, δεν έχουν συγκεντρωθεί ακόμη_ δεν είναι κι εύκολο. Γιατί μια ποιοτική μέτρηση του «μετά» του παιχνιδιού θα είχε περισσότερη αξία από αυτή του «πριν». Το να έβρισκε κανείς και να ρωτούσε κάποιους από αυτούς που κέρδισαν ιλιγγιώδη ποσά τα τελευταία χρόνια, θα είχε μεγάλο σασπένς. Να του πουν αν τα διέθεσαν όπως είχαν σχεδιάσει, αν διατήρησαν τους φίλους τους, αν θυμήθηκαν τους πιο αδύναμους όπως είχαν υποσχεθεί, αν ο αιφνίδιος πλουτισμός τους κατέστησε ευτυχέστερους, πληρέστερους, πιο γαλήνιους. Αν άξιζε τον κόπο, βρε αδελφέ.