1652
|

Κυκλοφορεί: «Ζα Ζα», Κυριάκος Αθανασιάδης (Εκδοτικός Οίκος Ανοχής)

protagon.import 7 Δεκεμβρίου 2012, 07:38

Κυκλοφορεί: «Ζα Ζα», Κυριάκος Αθανασιάδης (Εκδοτικός Οίκος Ανοχής)

protagon.import 7 Δεκεμβρίου 2012, 07:38

Το Free Thinking Zone ξεκίνησε πριν από έναν περίπου χρόνο στην Αθήνα ως ένα υβριδικό  βιβλιοπωλείο για τη σύγχρονη σκέψη και τέχνη, με στόχο να προωθήσει την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και απόψεων.
Η πρώτη εκδοτική προσπάθεια του Free Thinking Zone είναι η " Ζα Ζα, ", ένα βιβλίο-σύμβολο του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης του καθενός και της καθεμιάς μας, του δικαιώματος μας στη αέναη αναζήτηση νέων ορίων και νέων αξιακών ορισμών στην ηθική του, στην αισθητική, στην ανοχή, στην ελευθερία του.

Η Ζα Ζα, το όγδοο βιβλίο του Κυριάκου Αθανασιάδη είναι ένα μυθιστόρημα που μιλά για τη χειραφέτηση, την επιδίωξη της προσωπικής ελευθερίας, την κατασκευή ενός προσωπικού μέλλοντος — και για το σεξ… Ακολουθεί τα βήματα μιας τριαντάχρονης, επιτυχημένης στη δουλειά της και στο γάμο της γυναίκας, που όμως νιώθει να ασφυκτιά από την απόλυτη κανονικότητα της ζωής της και αποφασίζει να την αλλάξει, με έναν τρόπο και μέσω μίας αισθησιακής, προκλητικής οδού που με τον καιρό θα τη μεταλλάξει και θα την αναγεννήσει σε μιαν άλλη γυναίκα, κυρία του εαυτού της και του σώματός της.

Ερωτικό, με σελίδες όπου η λαγνεία ανακατεύεται με τη φιλοσοφία και την τέχνη, το βιβλίο θα γοητεύσει τις γυναίκες, θα μάθει κάποια πράγματα σε όσους άντρες θέλουν να εντρυφήσουν στη γυναικεία ψυχοσύνθεση, και θα διαβαστεί με ενδιαφέρον από τους ρέκτες της μοντέρνας αφηγηματικής πεζογραφίας.

Το ίδιο ακριβώς σκεπτικό ακολουθεί και η απόφασή του Free Thinking Zone να διαθέσει ένα μέρος των καθαρών προ φόρων εσόδων του βιβλίου στη διεθνή οργάνωση LOVE 146 και το δίκτυο ΚΕΑΝ για τον αγώνα κατά της κακοποίησης και του trafficking γυναικών και κυρίως παιδιών. Η λογική μας: ό,τι δεν μάς αρέσει πρέπει να κάνουμε τα πάντα για να το αλλάξουμε.
Η Ζα Ζα είναι ένα αληθινό πρόσωπο.

Κεντρική διάθεση: Free Thinking Zone, Σκουφά 64 και Γριβαίων

 

Aπόσπασμα από το βιβλίο

Δεν είναι εύκολο να κοιμηθείς. Ποτέ δεν ήταν. Με μάσκα ύπνου ή χωρίς. Βρεγμένη από τη βροχή ή γεμάτη όλη μέσα σου δάκρυα.

Δεν είναι εύκολο να κοιμηθείς.

Εύκολο είναι να ονειρεύεσαι. Ιδίως όταν τα όνειρά σου είναι επινοημένα. Όταν είναι τα όνειρα ενός άλλου. Ποιος είχε πει ότι το γράψιμο είναι ένα ελεγχόμενο όνειρο;

Να σηκωθεί από το κρεβάτι, να ντυθεί τη μάσκα της και να βγει έξω, στο δρόμο. Να τρέξει με την αγέλη των σκυλιών στα δέντρα, να χωθεί στο δασάκι με τα άρρωστα δέντρα. Να δαγκωθούν στο πρόσωπο φιλικά, παιχνιδιάρικα, για να γνωριστούν και να αγαπηθούν. Να μυριστούν. Να καλωσορίσουν κάθε νέα σταγόνα βροχής.

Ήθελε να επινοήσει τη ζωή της, κι αυτό μπορούσε να γίνει μόνο μέσω του ονείρου. Όλη της η κατάσταση ήταν πλέον ονειρική: τίποτε φυσιολογικό δεν είχε απομείνει, τίποτε από τα παλιά, τίποτε που να το ξέρει.

Ήθελε να επινοηθεί από την ίδια, να πάρει από το χέρι την προσωπική της αφήγηση και να την τεντώσει σαν χορδή τόξου, να την τινάξει μακριά, κάπου που να μην τη φτάνει κανείς. Ήθελε να προσδώσει πλοκή και νεύρο στην ιστορία της. Να πάψει να είναι μια—

Ο ένας από τους δύο άντρες νευρίασε από κάτι, δεν είπε από τι, κανείς δεν κατάλαβε. Η πρώτη του αντίδραση ήταν να γελάσει, και βλέποντάς τον γέλασε κι εκείνη η ξανθιά κοπελίτσα με τα βυσσινένια χείλη και τα αρκτικά μάτια, και τη χαστούκισε με δύναμη, με τόση δύναμη που η μισή έπεσε από το κρεβάτι. Συνέχισε να γελάει, κι έτσι όπως γελούσε έσκυψε προς το μέρος της και της έδωσε άλλο ένα χαστούκι, κι αμέσως μετά ακόμη ένα. Το κορίτσι περίμενε πως θα έτρωγε κι άλλο ξύλο, και δεν αντιδρούσε ακόμα: καθόταν με την πλάτη στο πάτωμα και τα πόδια πάνω στο κρεβάτι, και με τα χέρια να μαζεύονται στην κοιλιά της, να την αγκαλιάζουν. Έπειτα ο άλλος άντρας έβγαλε μια περίεργη φωνή, σαν εντολή καουμπόη στο άλογό του, κάτι με τη γλώσσα και τον ουρανίσκο, κι έπιασε από τα μαλλιά τη μαύρη γυναίκα με το σπάνιο σώμα που ήταν φτιαγμένο για να προσεύχονται οι άντρες μπροστά του πεσμένοι στα τέσσερα και κλαίγοντας, και της έδωσε δυο απανωτά χαστούκια στα μάγουλα, ένα με την καλή κι ένα με την ανάστροφη της παλάμης του, και μετά ξανάβγαλε εκείνο τον ήχο, εκείνη την άναρθρη προσταγή προς το άλογο. Δεν είχε αφήσει τα μαλλιά της, και της πίεσε το πρόσωπο στο σκέπασμα με τα τραπουλόχαρτα και πήδηξε στην πλάτη της, με το ένα χέρι στα μαλλιά της γυναίκας και με το άλλο πίσω από τη δική του πλάτη, να τη μπατσίζει.

—απλή διαχειρίστρια, να γίνει αυτό που μπορούσε και που ήθελε και που έπρεπε να γίνει: η δημιουργός της ζωής της, η συγγραφέας της επινοημένης αφήγησής της, η επικυρίαρχη της προσωπικής της επικράτειας. Έπρεπε να χαράξει τους δρόμους, να χτίσει τα σπίτια και τα δημόσια κτίρια, το υδραγωγείο και το σταθμό του ηλεκτρικού, το σχολείο και την τράπεζα και το τηλεφωνικό κέντρο και την αστυνομία, τα θέατρα και τους κινηματογράφους, τα πάρκα και τα εργοστάσια και την αγορά και τα προάστια. Και ποτέ, ποτέ να μην ξαναφήσει άλλους πολεοδόμους και άλλους χωροθέτες και άλλους αρχιτέκτονες να σηκώσουν τα δικά τους εξαμβλώματα στη χώρα της· ακόμα κι αν έπρεπε να πτωχεύσει, να κουρσευτεί ή να εκστρατεύσει.

Να σηκωθεί, να ντυθεί (ή να γδυθεί), να φορέσει τις γαλότσες του ποτίσματος ή τίποτα, και να συναντήσει τη νύχτα. Και ναι, το ’ξερε: να το έκανε ακόμα κι αν την έκαιγαν στην πυρά σαν μάγισσα, ακόμα κι αν την καταδίκαζαν σε πνιγμό μέσα σε ένα άγριο ποτάμι, ακόμη κι αν τη σημάδευαν με πυρωμένες σφραγίδες στην κοιλιά, στο στήθος και στην πλάτη. Α! Πάλι τα ex libris, πάλι η τρομερή σφραγίδα τους, πάλι η αυθεντία του ιδιοκτήτη — όλο ερχόταν στο μυαλό της, στη ζωή της, η βαριά φεουδαρχική υποταγή του σώματος σε έναν αφέντη. Για να ανήκει στον εαυτό της, για να μην ανήκει σε έναν μόνο άντρα, έπρεπε να ανήκει σε όλους. Αυτό θα ήταν το σχέδιο, αυτό ήταν το σχέδιο αφότου κατέστρεψε εκείνος τη ζωή της κι αφότου εκείνος ο άλλος τής έδειξε μία δυνατότητα αλλαγής, επαναδιατύπωσης της αφήγησής της, εξέγερσης και πολέμου. Η Ζα Ζα θα πολεμούσε—

Τότε η ξανθιά κοπέλα με το πρόσωπο που θα ονειρευόταν ο Βερμέερ και θα στοίχειωνε τα όνειρά του έβγαλε μια βαθιά, μακριά, μουντή, άσχημη κραυγή. Μάλλον: ένα μουγκρητό. Ο άντρας που τη χαστούκισε σήκωσε πάλι το χέρι για να την τρομάξει και να την κάνει να σωπάσει, αλλά εκείνη δεν τον έβλεπε και συνέχισε να μουγκρίζει: ήταν ένα κλάμα νεογέννητου αλλά από πνευμόνια και από λαιμό ενήλικα — ενήλικα με την ίδια απόγνωση και τον ίδιο τρόμο του νεογέννητου. Το γυμνό σώμα της ήταν μία καμπύλη τριανταφυλλένιας ομορφιάς, εύθραυστης και κρυστάλλινης, όλο μπουμπούκια και τρυφερότητα και γλύκα καραμελωμένου μήλου, λευκό και ροζ και λίγο ιδρωμένο στους μηρούς και στο στέρνο με τα δυο σταφυλένια στήθη, τα απαλά σαν αέρας και γεμάτα σαν μνήμη. Τα μαλλιά της στεφάνωναν το στρεβλωμένο της πρόσωπο όπως ένα φωτοστέφανο τον ωραιότερο και πιο πικραμένο άγγελο.

—με το σώμα της, το μόνο πράγμα που είχε δικό της, τη μόνη της προίκα, το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο, το μόνο που μπορούσε να εκχωρήσει, να υπενοικιάσει ή να εκθέσει. Θα πολεμούσε κατακτητικά, πλέον, θα εκστράτευε με όλες της τις δυνάμεις, θα μετακινούνταν από βουνό σε βουνό και από ήπειρο σε ήπειρο και από θάλασσα σε θάλασσα. Θα έσβηνε, με κάθε της μάχη, τις σφραγίδες ιδιοκτησίας που πλήγωναν χυδαία το δέρμα της, θα τις έσβηνε με πάθος και με ιδρώτα — στους μηρούς και στο στήθος της, στο λαιμό και στη ράχη της, στα μαλλιά και χαμηλά στη μέση της.

Υπάρχει καιρός για να χτίσεις και καιρός για να γκρεμίσεις. Υπάρχει καιρός για να σπείρεις και καιρός για να θερίσεις. Υπάρχει καιρός για να μαζέψεις πέτρες, και υπάρχει καιρός για να τις πετάξεις. Υπάρχει καιρός για να μισηθείς. Και καιρός για να αγαπήσεις. Υπάρχει καιρός για—

Ο καουμπόης άφησε το γερό, μαύρο άλογό του με τους λαξευμένους μυς και τις αγαλμάτινες καμπύλες, και μ’ ένα σάλτο βρέθηκε δίπλα στον άγγελο που μούγκριζε, δίπλα στο φωτοστέφανό του, στο πάτωμα. Έκατσε πάνω στο πρόσωπό της και έσκυψε μπροστά, με το ίδιο εκείνο σουίνγκ να σμπαραλιάζει το χώρο, να δυναστεύει το χώρο, να τον βομβαρδίζει. Το μαύρο άλογο τεντώθηκε για να προστατέψει τον πεπτωκότα πικραμένο άγγελο, αλλά δέχτηκε ένα χτύπημα στο κεφάλι και έπεσε μπρούμυτα πάνω στο κρεβάτι, με όλη εκείνη τη συγκλονιστική σάρκα εκτεθειμένη από παντού. Ο άγγελος συνέχισε το παράφορο μουγκρητό του νεογέννητου, χύνοντας απελπισία στον κόσμο, σκορπώντας τρέλα και καύσωνα φερμένο από παλιές ερήμους κι από στοιχειωμένες νεκροπόλεις. Άρχισαν να ακούγονται βρισιές και κατάρες και ήχοι χαστουκιών, πάνω σε σώματα που κατάπιναν πόνο, πόνο, πόνο. Και το σουίνγκ να βομβαρδίζει το χώρο, να τον δυναστεύει, να τον σμπαραλιάζει.

—να κλείσει μια πληγή, υπάρχει καιρός για να ανοίξεις μιαν άλλη· ή και την ίδια, την ίδια παλιά πληγή. Υπάρχει καιρός για να κλείσεις την πόρτα του οίκου σου, και καιρός για να την ανοίξεις.

Άνοιξε την πόρτα και απέξω στεκόταν ήδη ο γίγαντας, ο Γεωργιανός Γολιάθ, που πέρασε από δίπλα της σαν να ήταν άυλος, σαν να μην είχε καμία ουσία, παρά μόνο δύναμη και απόλυτη εξουσία πάνω σε καθετί, πάνω σε οτιδήποτε μπορούσε να εξουσιαστεί, πάνω σε οτιδήποτε, πάνω σε οτιδήποτε. Η Ζα Ζα πήρε τα δύο κορίτσια από το χέρι και τα οδήγησε στο μπάνιο, και τους είπε ό,τι τής ερχόταν στο μυαλό, και ο άγγελος έκατσε στο πάτωμα με μια έκφραση σαν να ’θελε να πιπιλίσει το δάχτυλό του, και το μαύρο άλογο κοιτάχτηκε βασιλικά στον καθρέφτη.

Έξω ακουγόταν εκείνο το σουίνγκ. Που δυνάστευε τα πάντα.

Μετά τίποτε.

Η Ζα Ζα πρότεινε στις δύο συναδέλφους της να τους κεράσει γλυκό Ένα παλιό ζαχαροπλαστείο, όχι πολύ μακριά από κει, διανυκτέρευε, δεν έκλεινε ποτέ.

Η Οδύσσεια έκανε ναι με το κεφάλι. Η Αλίνα προσπάθησε να απαντήσει με τα βυσσινένια της χείλια.

Τις βοήθησε να ντυθούν.

Όταν βγήκαν από το μπάνιο, το κεντρικό δωμάτιο της σουίτας 8CLux ήταν άδειο, το κρεβάτι στρωμένο, τα ποτήρια της φτηνής σαμπάνιας εξαφανισμένα, η πόρτα κλειστή, τα χρήματά τους πάνω στο πάσο του μπαρ.

Οι τρεις τους γλίστρησαν έξω, κουβαλώντας πράγματα που ξεχνιούνται.

Η Ζα Ζα είχε στην τσάντα της και την οδοντωτή περούκα.

Επιτέλους, ας φύγει αυτή η Κυριακή! Πόσο μπορεί να κρατήσει μια Κυριακή; Πόσες μέρες; Πόσες ζωές; Πόσες;