989
Φοιτητές στο Διεθνές Πανεπιστήμιο της Κύπρου ξεναγούνται στην πόλη της Κερύνειας | Cyprus International University/Facebook

Αφρικανοί φοιτητές στα Κατεχόμενα: απόκληροι και εγκλωβισμένοι

Protagon Team Protagon Team 22 Ιουλίου 2019, 13:45
Φοιτητές στο Διεθνές Πανεπιστήμιο της Κύπρου ξεναγούνται στην πόλη της Κερύνειας
|Cyprus International University/Facebook

Αφρικανοί φοιτητές στα Κατεχόμενα: απόκληροι και εγκλωβισμένοι

Protagon Team Protagon Team 22 Ιουλίου 2019, 13:45

Στην Ελλάδα ο Τσιγκόζι Ομπιόμα είναι γνωστός για τους «Ψαράδες». Πρόκειται για το πρώτο του μυθιστόρημα χάρη στο οποίο ο νιγηριανός συγγραφέας είδε (το 2015 όντας τότε 29 χρόνων) το όνομά του να συμπεριλαμβάνεται στη βραχεία λίστα των Man Booker Prize.

Ο Ομπιόμα ξεκίνησε να γράφει τους «Ψαράδες» το 2009 ενόσω ζούσε στην κατεχόμενη βόρεια Λευκωσία και ολοκλήρωνε τις σπουδές του στο αγγλόφωνο και ιδιωτικό Διεθνές Πανεπιστήμιο Κύπρου (Uluslararası Kibris Üniversitesi – CIU). Η πλοκή του βιβλίου, ωστόσο, δεν εκτυλίσσεται στα κατεχόμενα εδάφη της Mεγαλονήσου αλλά στη Νιγηρία. Πρόκειται για μια ιστορία αγάπης την οποία αφηγείται ο συγγραφέας με φόντο τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις που έλαβαν χώρα στην πατρίδα του κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990.

Στη συνέχεια, όμως, έχοντας μεταβεί στο Μίτσιγκαν για μεταπτυχιακές σπουδές στη δημιουργική γραφή, ο Ομπιόμα άρχισε να γράφει την «Ορχήστρα των μειονοτήτων», βιβλίο το οποίο κυκλοφόρησε εφέτος τον Ιανουάριο.

Πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος είναι ο Τσινόνσο, ένας νεαρός και φτωχός πτηνοτρόφος ο οποίος έτυχε μια μέρα να γνωρίσει, συμπτωματικά εντελώς και κάτω από ιδιαίτερες συνθήκες, τη Νντάλι, μια νεαρή γυναίκα που επρόκειτο να του αλλάξει τη ζωή. Τη συνάντησε πάνω σε μια γέφυρα στην οποία είχε ανεβεί εκείνη με σκοπό να ριχτεί στο κενό. Κατάφερε, ωστόσο, να τη μεταπείσει, θυσιάζοντας δύο από τις κότες του. Βλέποντας τα ανίκανα να πετάξουν πτηνά να πέφτουν από τη γέφυρα, η Νντάλι τρόμαξε τόσο πολύ που άλλαξε γνώμη και αποφάσισε να παραμείνει στη ζωή.

Μετά το δραματικό συμβάν οι δύο νέοι ερωτεύονται παράφορα και επιθυμούν να παντρευτούν και να ζήσουν για πάντα μαζί. Η Νντάλι, όμως, προέρχεται από μια πλούσια οικογένεια και δυσκολεύεται να φανταστεί πώς θα μπορέσει να πείσει τους γονείς της ότι θα είναι ευτυχισμένη στο πλευρό ενός φτωχού πτηνοτρόφου. Οταν εκείνοι εναντιώνονται στον γάμο με τη δικαιολογία ότι ο Τσινόνσο είναι αμόρφωτος, εκείνος αποφασίζει να πουλήσει όλα του τα υπάρχοντα, ώστε να μπορέσει να μεταβεί στη Βόρεια Κύπρο και να σπουδάσει.

Αλλά όταν φτάνει εκεί, διαπιστώνει πως δεν υπάρχει καμιά θέση για αυτόν στο πανεπιστήμιο όπου νόμιζε πως είχε εγγραφεί, πως ο νεαρός νιγηριανός «εκπαιδευτικός πράκτορας» πίσω στην πατρίδα του, που προσφέρθηκε να τον βοηθήσει, τον είχε εξαπατήσει. Απορος και άστεγος και οργισμένος με τον κόσμο που δεν τον αφήνει να ξεφύγει από το περιθώριο της ζωής, ο Τσινόνσο απομακρύνεται ακόμα περισσότερο από το όνειρό του, την Νντάλι που αγαπάει και το κοτέτσι του που εκείνος αποκαλούσε σπίτι.

Το απομακρυσμένο campus του Near East University

Ο Ομπιόμα συνέθεσε την πλοκή της ιστορίας του βασιζόμενος σε όλα όσα έζησε ο ίδιος κατά την παραμονή του στην κατεχόμενη Βόρεια Κύπρο ενώ καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε και ο τραγικός θάνατος ενός φίλου και συμφοιτητή του, επίσης από τη Νιγηρία. Ο Τζέι αποφάσισε να μεταναστεύσει και εκείνος στη Βόρεια Κύπρο για να σπουδάσει και να βγάλει λίγα λεφτά με σκοπό στη συνέχεια να επιστρέψει στην πατρίδα του και να παντρευτεί την αρραβωνιαστικιά του. Κατέληξε, ωστόσο, να είναι εγκλωβισμένος δίχως χρήματα στη Βόρεια Κύπρο όπου δεν υπάρχουν δουλειές και οι ντόπιοι σίγουρα δεν βλέπουν με καλό μάτι τους μετανάστες, ειδικά από την Αφρική. Είχε και εκείνος εξαπατηθεί, όπως και ο Τσινόνσο, από τους μεσάζοντες και βρήκε παρηγοριά στο πιοτό. Εως την ημέρα που τον εντόπισαν νεκρό στον πάτο του φρεατίου ενός ανελκυστήρα όπου φέρεται ότι έπεσε κατά λάθος λόγω της υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ.

Προσφάτως, ο Τσιγκόζι Ομπιόμα, καθηγητής, πλέον, στο Πανεπιστήμιο της Νεμπράσκα, θέλοντας να ευαισθητοποιήσει ένα ευρύτερο κοινό για όλα όσα υποφέρουν οι μετανάστες από την Αφρική (αλλά και την Ασία) στη Βόρεια Κύπρο, συνέταξε ένα εκτενές κείμενο που δημοσιεύτηκε την Κυριακή 23 Ιουνίου στο Foreign Policy με τον άκρως κατατοπιστικό τίτλο «Στην άκρη της Ευρώπης, ανεπιθύμητοι μετανάστες εγκλωβισμένοι σε μια μη αναγνωρισμένη χώρα». Και όλα όσα αναφέρει είναι τουλάχιστον δραματικά.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, επτά χρόνια μετά την μονομερή ανακήρυξη από την Αγκυρα των εδαφών που είχε καταλάβει το 1974 σε ανεξάρτητο κράτος με την ονομασία «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου», η τοπική κυβέρνηση, θέλοντας να γεμίσει τα άδεια της ταμεία, άρχισε να εκδίδει άδειες για την ίδρυση διεθνών πανεπιστημίων στην επικράτειά της, πολλά από τα οποία κατέληξαν με τα χρόνια να προσελκύουν χιλιάδες, πλέον, μετανάστες-επίδοξους φοιτητές από χώρες της Αφρικής και της Ασίας.

Αφρικανοί φοιτητές σε εκδήλωση του πανεπιστημίου Cyprus International University

Κατά το τρέχον έτος στα αποκαλούμενα «διεθνή πανεπιστήμια»ν των Κατεχομένων της Κύπρου, των 350.000 κατοίκων, είναι εγγεγραμμένοι σχεδόν 95.000 αλλοδαποί φοιτητές, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που προέρχονται από την Τουρκία. Οι Αφρικανοί είναι περίπου 20.000, οι περισσότεροι από τη Νιγηρία, τη Ζιμπάμπουε και το Καμερούν.

Για να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, πολλοί εργάζονται. Αλλά ενώ πληρώνονται σε (υποτιμημένες) τουρκικές λίρες, είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν τα δίδακτρά τους σε ευρώ. Αρκετοί, επίσης, είναι εκείνοι που θεωρούν πως θα καταφέρουν να μεταβούν από την κατεχόμενη στην ευρωπαϊκή Κύπρο (ως πρόσφυγες) και από εκεί στη Φινλανδία ή στη Βρετανία, «σε μια χώρα πραγματικά ευρωπαϊκή», όπως δηλώνουν οι ίδιοι. Συνήθως, όμως, καταλήγουν, τελικά, «να είναι τώρα εγκλωβισμένοι σε μια διεθνή νεκρή ζώνη όπου δεν τους θέλει κανείς».

Στη Νιγηρία, ωστόσο, εξακολουθούν να κάνουν χρυσές δουλειές οι «εκπαιδευτικοί πράκτορες» που υπόσχονται σε αφελείς και απελπισμένους νέους και νέες μια καλύτερη ζωή με σπουδές αλλά και χρήματα στη Βόρεια Κύπρο μόνο και μόνο για να αρπάξουν τις οικονομίες τους. Τους εξαπατούν διαδίδοντας φήμες ακόμα και περί επικείμενης ένωσης του νησιού και εξευρωπαϊσμού, κατ΄ επέκταση, της Βόρειας Κύπρου.

Οταν, όμως, φτάνουν στο νησί καλούνται να τα βγάλουν πέρα κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. «Δεν θέλουμε Αφρικανούς» απαντούν οι περισσότεροι ιδιοκτήτες σε όσους από αυτούς αποπειρώνται να νοικιάσουν ένα σπίτι. Εξίσου δύσκολο είναι και να βρουν δουλειά. Μοναδική λύση είναι η μαύρη (και κακοπληρωμένη) εργασία για τους άνδρες και η πορνεία για τις γυναίκες. Οπότε αναπόφευκτα αυξάνονται τα περιστατικά βίας, συμπεριλαμβανομένων βιασμών και δολοφονιών φοιτητριών και φοιτητών από την Αφρική, που εξαναγκάζονται στη συνέχεια να περάσουν στην παρανομία για να επιβιώσουν.

Το πιο τραγικό, όμως, είναι το γεγονός πως πολλοί Νιγηριανοί θεωρούν είναι καλύτερα στη Βόρεια Κύπρο παρά στη Νιγηρία όπου «δεν υπάρχει ελπίδα καμία».