Advertisement

945
Το τεράστιο γκράφιτι που έγινε για τον Γιάννη στα γηπεδάκια στα Σεπόλια. Εκεί όπου άρχισαν όλα... | SOOC

Ο Γιάννης ξέφυγε, έμειναν πίσω άλλα αποπαίδια

Sportscaster Sportscaster 5 Μαΐου 2019, 22:28
Το τεράστιο γκράφιτι που έγινε για τον Γιάννη στα γηπεδάκια στα Σεπόλια. Εκεί όπου άρχισαν όλα...
|SOOC

Ο Γιάννης ξέφυγε, έμειναν πίσω άλλα αποπαίδια

Sportscaster Sportscaster 5 Μαΐου 2019, 22:28

Θυμάστε; Τον Γιάννη Αντετοκούνμπο τον γνωρίσαμε πριν από έξι χρόνια -Ιούλιο του 2013- στο γραφείο του (τότε) Πρωθυπουργού, Αντώνη Σαμαρά. Οποιος δεν ήξερε, και έβλεπε τη σκηνή στην τηλεόραση, θα πίστευε πως αυτή η χώρα είναι ο παράδεισος του μετανάστη. Αλλά, στην πραγματικότητα, εκείνη ήταν η πρώτη φορά που η Ελλάδα χαμογέλασε στο αποπαίδι της με τη νιγηριανή καταγωγή. Εάν οι Μιλγουόκι Μπακς δεν του είχαν στείλει την πρόσκληση για το ΝΒΑ, ακόμη θα πάλευε να νομιμοποιήσει την παρουσία του στον τόπο που γεννήθηκε. Οπως χιλιάδες σαν αυτόν -μηχανικοί, γιατροί κ.λπ.- που δεν ευτύχησαν να έχουν ταλέντο σε κάποιο δημοφιλές σπορ.

Την υποκριτική στάση της ελληνικής Πολιτείας απέναντι στους μετανάστες είχε καυτηριάσει, τον Οκτώβριο εκείνης της χρονιάς, το αμερικανικό δίκτυο ΝΒC: «Η Ελλάδα δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με την οικογένεια του Αντετοκούνμπο, μέχρι που το NBA παρατήρησε τη δεξιότητά του στο μπάσκετ. Ξαφνικά οι Ελληνες, οι οποίοι επί δυο δεκαετίες τους υποχρέωναν να ζουν στα σκοτάδια, τους αγκάλιασαν σαν να ήταν παιδιά τους. Συνάντησαν τον Πρωθυπουργό και, τώρα, τους αντιμετωπίζουν σαν ήρωες…».

Ακόμη κι αν θέλουμε να ξεχάσουμε, μας τα θυμίζουν οι ξένοι. Με αφορμή τον καλπασμό των Μπακς προς τους τελικούς της Ανατολικής Περιφέρειας και την ισχυρή υποψηφιότητα του Γιάννη για τον τίτλο του «Πολυτιμότερου Παίκτη» του ΝΒΑ, οι New York Times γράφουν (3 Μαΐου 2019) για τη θεαματική μεταστροφή των Ελλήνων απέναντί του. Ο άνθρωπος που έζησε 18 χρόνια σαν ξένος, στις συμπληγάδες των ρατσιστικών απειλών και του διαρκούς φόβου της απέλασης στη Νιγηρία, σήμερα είναι το πρόσωπο της Ελλάδας στο εξωτερικό. Ακόμη κι αυτοί που δεν τον ήθελαν στην ομάδα τους, στη γειτονιά, στο σχολείο, στο λεωφορείο ή στο παγκάκι τους, πανηγυρίζουν όταν -μετά τους θριάμβους του- τυλίγεται με την ελληνική σημαία. Και κομπάζουν, που ο τρομερός «Greek Freak» είναι Greek.

Με εκατοντάδες παιδιά και νέους στον αγώνα δρόμου από τα Σεπόλια μέχρι το Καλλιμάρμαρο που διοργάνωσαν ο Γιάννης, ο Θανάσης και ο Κώστας Αντετοκούνμπο για τη στήριξη ευάλωτων ομάδων (φωτό: SOOC)

Αλλάξαμε μυαλά; Δυστυχώς, όχι. Αγαπήσαμε τα κατορθώματά του, που ικανοποιούν την ακόρεστη ανάγκη μας για λίγη εθνική υπερηφάνεια. Οχι τον Γιάννη. Οπως μαρτυρά στους New York Times η Τζάκι Αμπουλιμέν, μια 27χρονη που γεννήθηκε στην Ελλάδα από αφρικανούς γονείς, «για τους ίδιους ανθρώπους που τώρα αγκαλιάζουν τον Αντετοκούνμπο, που τον θεωρούν «δικό τους» και τρέχουν να φωτογραφηθούν μαζί του όταν τον συναντούν, εγώ εξακολουθώ να μην υπάρχω».

Για όλους τους καταφρονεμένους και «αόρατους» της αφρικανικής κοινότητας, που ζουν στο περιθώριο της ελληνικής κοινωνίας, η ιστορία του Γιάννη -το παραμύθι ενός τινέιτζερ που κατάφερε να αλλάξει τη μοίρα του μέσα από το μπάσκετ- είναι πηγή έμπνευσης και ελπίδας. Τα αγόρια θέλουν να γίνουν σαν αυτόν. Ιδρώνουν στα γυμναστήρια και αναζητούν μπασκέτες για να εξασκηθούν. Αλλά, σπανίως βρίσκουν πρόσβαση σε ομάδες, έστω ερασιτεχνικές. Ούτε ο Γιάννης θα έβρισκε, εάν δεν είχε την τύχη να… πέσει πάνω στον πρώτο του προπονητή, τον Σπύρο Βελλινιάτη, ο οποίος διέγνωσε το ταλέντο του, παρακολουθώντας τον -στα 13 του- να παίζει κυνηγητό με τα αδέλφια του έξω από το γηπεδάκι του Τρίτωνα. Οπως αναφέρει ο ίδιος ο κόουτς στους New York Times, πολλοί γονείς είχαν δυσκολευτεί να αποδεχτούν ότι τα παιδιά τους θα ήταν συμπαίκτες με ένα «μαυράκι».

Πόσω μάλλον, που ο μικρός κοιτούσε το καλάθι με δέος. Δεν ήξερε ούτε τα βασικά: να ντριμπλάρει, ή να κάνει ένα λέι-απ. Ο συνομήλικός του Χρήστος Ηλιόπουλος Οντοεμέλαμ, παιδί της ίδιας γειτονιάς, τον θυμάται κοκκαλιάρη και αδύναμο, και δεν μπορεί να πιστέψει ότι ο παλιός του φίλος κι αυτό το «τέρας της φύσης» που θαυμάζει στα βιντεάκια του YouTube, είναι το ίδιο πρόσωπο. «Ο Γιάννης, που μοιραζόταν ένα ζευγάρι παπούτσια με τα αδέλφια του, εκατομμυριούχος! Είναι τρελό», λέει στους Times.

Θέαμα σε αγώνα επίδειξης στη Γκράβα… (φωτό: SOOC)

Αλλά, ούτε ο αρχηγός της ομάδας στην οποία ο Γιάννης έκανε τα πρώτα του βήματα, Χριστόφορος Κελαϊδής, είχε παρατηρήσει κάτι εξαιρετικό στο παιχνίδι του. Τότε, πώς κατάφερε να μπει στην ίδια πρόταση με τον Μάτζικ Τζόνσον, τον Μάικλ Τζόρνταν, τον Καρίμ Αμπντούλ Τζαμπάρ, ή τον Κέβιν Γκαρνέτ; «Ηταν φοβερά ανταγωνιστικός. Σιχαινόταν την ήττα. Συχνά έμενε στο γήπεδο μετά την προπόνηση, για να συνεχίσει μόνος του, μέχρι τα μεσάνυχτα. Το πρωί τον έβρισκαν να κοιμάται πάνω στο στρώμα των ασκήσεων. Φοβόταν να γυρίσει στο σπίτι του μέσα στη νύχτα, σε μια γειτονιά όπου φασίστες και νεο-Ναζί τριγυρνούσαν και απειλούσαν τους μετανάστες».

Η ιστορία του Αντετοκούνμπο είναι ο θρίαμβος της προσπάθειας και της επιμονής, όμως πολλές άλλες, με πρωταγωνιστές παιδιά μεταναστών, δεν είχαν happy end. Θα περίμενε κανείς, ο Γιάννης να ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του, αντί να διαφημίζει σε κάθε ευκαιρία μια χώρα που του έδειξε το πιο σκληρό της πρόσωπο. Αλλά, την Ελλάδα την αγάπησε πραγματικά. Επειδή την έβαλαν στην ψυχή του, μια οικογένεια, μια ηλικιωμένη κυρία, η Εκκλησία της γειτονιάς, ένας κόουτς, ένας δάσκαλος στο σχολείο, ένας ιδιοκτήτης καφετέριας και λιγοστοί συμμαθητές του. Και γιατί, διάολε, η Ελλάδα είναι η μοναδική πατρίδα που γνώρισαν, αυτός και τα τρία από τα τέσσερα αδέλφια του.

Επέστρεψε στην Αθήνα για πρώτη φορά το 2015, δύο χρόνια μετά την επιλογή του στο «ντραφτ». Ετρεξε αμέσως στην παλιά του γειτονιά, στο καφέ που βρίσκεται απέναντι στο γηπεδάκι των Σεπολίων. Περνούσε από εκεί κάθε μέρα, μαζί με τα αδέλφια του, από τότε που ήταν εννέα ετών. Ο κ. Τσίγγας, ο ιδιοκτήτης του, που ήξερε ότι πεινούσαν, τους πρόσφερε σάντουϊτς και χυμούς. Σήμερα, στους τοίχους του μαγαζιού υπάρχουν φωτογραφίες του με τον Γιάννη. Αλλες με τον λιπόσαρκο έφηβο που πάλευε για να επιβιώσει, κι άλλες με τον «ατσάλινο» άνδρα που κατέκτησε το ΝΒΑ. Πάνω από την ταμειακή μηχανή κρέμεται η φανέλα που φορούσε στο All-Star Game του 2018.

Ο κ. Τσίγγας, 64 ετών σήμερα, δηλώνει στους New York Times υπερήφανος για τον «Ελληνα Αντετοκούνμπο». Εκείνος δικαιούται να είναι. Εμείς, οι υπόλοιποι;