580
Το άγαλμα της Κοιμωμένης (1877) του Γιαννούλη Χαλεπά | Nick Paleologos / SOOC

Ψυχοσάββατο. Λες;

Ρέα Βιτάλη Ρέα Βιτάλη 6 Μαρτίου 2021, 16:21
Το άγαλμα της Κοιμωμένης (1877) του Γιαννούλη Χαλεπά
|Nick Paleologos / SOOC

Ψυχοσάββατο. Λες;

Ρέα Βιτάλη Ρέα Βιτάλη 6 Μαρτίου 2021, 16:21

Εκείνο το σπίτι της παιδικής μου μνήμης… Πόσο στοιχειωμένο μέσα μου. Έτσι όπως τραμπαλιζόταν σε ζωή και θάνατο. Όλα τα μπροστινά δωμάτια κοίταζαν στον πιο πολύβουο δρόμο, τον κεντρικό της κωμόπολης. Ακόμα και τώρα αν κλείσω τα μάτια ακούω την κόρνα από εκείνο το τεράστιο γκρι ταξί, «Τα παιδιά του Πειραιά» έπαιζε. Και ξεσήκωνε μια χαρά ότι περνάει αυτοκίνητο! Και τρέχαμε στο μπαλκόνι. Και ο ταξιτζής σταματούσε, κοιτούσε επάνω κι έλεγε πάντα το ίδιο σαχλό αστείο.

«Καλέ Ρέα πώς σε λένε;». Κι εγώ τίναζα τα μαλλιά μου δήθεν αδιάφορα κοιτάζοντας δήθεν αλλού, μα σαν να είχα λίγο ξαφνικά ψηλώσει καθώς από κάπου μέσα μου ξεφύτρωνε θηλυκό, αν και παιδί. Πόσο πονηρεμένα απονήρευτα τα παιδιά! Θυμάμαι και τον περιπτερά, ακριβώς απέναντι, τον κυρ-Γιώργο τον κουτσό που τον στραβώναμε με ένα καθρεφτάκι κόντρα στον ήλιο ενώ περπατούσε δέκα μέτρα δεξιά, δέκα μέτρα αριστερά, με το πόδι του σαν διαβήτης. Όλη του τη ζωή το ίδιο δρομολόγιο βημάτων. Πώς άντεξε την πλήξη;

Και θυμάμαι και το παζάρι. Δεν ξέρω κάθε πότε γινόταν αλλά όταν άρχιζαν οι ετοιμασίες και απλώνονταν οι πάγκοι, έσπαγε η καρδιά μου το κοντέρ της ευτυχίας μου! Ένα σωρό σαχλίτσες αλλά και (για τότε) είδη πρώτης ανάγκης και οπωσδήποτε είδη προικός. Τι γειτνιάσεις! Ο πάγκος με τα γεροντίστικα, τεραστίων διαστάσεων εσώρουχα και παραδίπλα ο χαλβάς Φαρσάλων. Και το βράδυ άναβαν κάτι λάμπες πετρελαίου και γινόταν το όλον, ακόμα πιο μαγευτικό. Και δοκίμαζα «μπακακάκια», εκείνα τα τσίγκινα βατραχάκια που θορυβούσαν όταν τα πατούσες. Και κούκλες. Και βραχιολάκια και τόσα δα δακτυλιδάκια που τα φορούσα και κοίταζα, το τόσο δα χεράκι μου με δέος, γιατί και πάλι, είχα γίνει «σαν μεγάλη».

Μα αν τα μπροστινά δωμάτια ήταν συνώνυμα της ζωής, της κίνησης ζωής, το πίσω, αυτό της κουζίνας δηλαδή πάνω από το πλυσταριό έβλεπε τον δρόμο προς το νεκροταφείο. Μια ησυχία γαλήνης. Στην καλύτερη, ένας γκιώνης από κάπου. Και εγώ θυμόμουν το μελαγχολικό παραμύθι και αυτόματα μελαγχολούσα ότι ψάχνει αιώνια τον αδελφό του. Κάθε απόγευμα χάζευα στο μονοπάτι, μια σειρά μαυροφορεμένες γυναίκες σαν κάμπιες που πήγαιναν να ανάψουν τα καντήλια σε πεταλούδες. Σε ψυχές.

Θυμάμαι και τη γιαγιά στην κουζίνα να ζυμώνει λειτουργιές. Έχοντας αφήσει το δακτυλίδι των αρραβώνων της παραδίπλα. Και μετά μου έδινε ένα χαρτί για να σημειώσω δυο στήλες. Υπέρ Υγείας και Υπέρ Αναπαύσεως. Και ανάλογα με τη σειρά της μνήμης της ήξερα ποιόν αγαπούσε πιο πολύ και ποιον απλώς ανεχόταν. Γιατί δήθεν για μερικά που τις υπενθύμιζα, μου υποκρινόταν την ξεχασιάρα.

«Σήμερα ψυχοσάββατο». Το διάβασα και στο Fb. Ένα ταξιδάκι της μνήμης σε εκείνα τα μέρη, της παιδικής μου ζωής. Τίποτα δεν υπάρχει πια. Κι όσες ελάχιστες φορές τα επισκέφτηκα αδίκησαν τόσο τις μνήμες. Σήμερα Ψυχοσάββατο. Τον κοίταζα στην φωτογραφία του τάφου.

Με θυμήθηκα να περπατάω δίπλα του. Πάντα η ίδια και η ίδια σκηνή. Εκείνος αγέρωχος, όμορφος, χαμογελαστός, ήλιος. Και γω να τον καμαρώνω προσπαθώντας να συντονίσω το βήμα μου με το δικό του. Πόσο καμάρωνα για τον μπαμπά μου! Μου έλειψε πολύ.

Αλλά σε αυτή την έλλειψη, πολλά χρωστάω. Ήταν ευεργετική η αίσθηση ενός προσωπικού αγίου. Αλλά μόνη μου πάντα καθάριζα. Και νομίζω, τα έβγαζα πέρα. Σήμερα Ψυχοσάββατο. Διαβάζω: «Α’ Ψυχοσάββατο. Η μέρα των κεκοιμημένων. Η μέρα που ο Θεός τους επιτρέπει να φύγουν για λίγο από κοντά του και να επιστρέψουν στα σπίτια τους και στους δικούς τους ανθρώπους». Βέβαια δηλώνω άθρησκη. Oχι, όχι άθεη. Δεν το αντέχω. Αλλά λες; Λες;  

ΥΓ. Μπαμπά τρέξε στην υποδοχή του Γιώργου Κουρούπη. Θα τον αναγνωρίσεις. Ο πιο κομψός άνθρωπος με ένα συγκλονιστικό πάντα καπέλο. Σίγουρα θα τρέξουν παιδιά κοντά του. Πάντα έτσι γινότανε.  

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News