3163
|

Προδημοσίευση: «Νέα φτώχεια και κοινωνικός αποκλεισμός», Βουλή των Ελλήνων

protagon.import 13 Απριλίου 2013, 00:12

Προδημοσίευση: «Νέα φτώχεια και κοινωνικός αποκλεισμός», Βουλή των Ελλήνων

protagon.import 13 Απριλίου 2013, 00:12

Εισαγωγικό σημείωμα
Ο τόμος αυτός αποτελεί τα πρακτικά της Ειδικής Συνεδρίας της Διαρκούς Επιτροπής Κοινωνικών Υποθέσεων που πραγματοποιήθηκε στην Αίθουσα της Γερουσίας της Βουλής των Ελλήνων, στις 15 Φεβρουαρίου 2012, με θέμα «Νέα φτώχεια και κοινωνικός αποκλεισμός: Πολιτικές καταπολέμησης και καθιέρωση ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος».

Η Ειδική Συνεδρία διοργανώθηκε σε συνεργασία με την Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Ισότητας, Νεολαίας και Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατόπιν πρωτοβουλίας 27 Βουλευτών1.
Είναι η πρώτη φορά που το ελληνικό Κοινοβούλιο αποφάσισε να ασχοληθεί με το συγκεκριμένο θέμα, καλώντας σε δημόσια συζήτηση επιστήμονες, εκπροσώπους φορέων καθώς και εκπροσώπους της πολιτικής ζωής, προκειμένου να τεθούν επί τάπητος τα εμπόδια και οι αγκυλώσεις που ακόμα υπάρχουν στο πεδίο της κοινωνικής προστασίας.
Στις σημερινές οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, η φτώχεια αποτελεί ξεκάθαρα ένα φαινόμενο απειλητικών διαστάσεων και η Πολιτεία οφείλει να μεριμνήσει για τις πληθυσμιακές ομάδες υψηλού κινδύνου, έχοντας χρέος να αναπτύξει κοινωνικές δομές πρόνοιας και υποστήριξης. Από την άλλη πλευρά, οι πολιτικοί ταγοί οφείλουν να υιοθετήσουν και να προωθήσουν μέτρα που θα δημιουργούν μια νέα κοινωνική συνείδηση, μια νέα κοινωνική αλληλεγγύη, μια νέα κοινωνική δικαιοσύνη.
Με την Ειδική Συνεδρία της Διαρκούς Επιτροπής Κοινωνικών Υποθέσεων της 15ης Φεβρουαρίου 2012 δόθηκε η ευκαιρία να αναπτυχθεί ένα πολυδιάστατο φαινόμενο με έμφαση στην έννοια της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού και στην αναγκαιότητα λήψης πολιτικών για την αντιμετώπισή του.
Ο παρών τόμος αποτελείται από τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος συγκεντρώνονται εμπεριστατωμένα άρθρα επιστημόνων που ανατροφοδοτούν με σύγχρονα δεδομένα τη συζήτηση για την καθιέρωση ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Τα άρθρα αυτά απηχούν τις απόψεις των συγγραφέων και μόνο.
Στο δεύτερο μέρος περιλαμβάνονται οι εισηγήσεις βουλευτών όλων των κομμάτων και αναδεικνύεται μία πρωτοβουλία που εμπεδώνει την αποστολή του Κοινοβουλίου, ως θεματοφύλακα των δημοκρατικών και κοινωνικών αξιών.

Στο τρίτο μέρος παρατίθενται οι τοποθετήσεις των εκπροσώπων των φορέων της κοινωνίας των πολιτών (ΜΚΟ) που συμμετείχαν στην Eιδική Συνεδρία.
Ελπίζουμε αυτή η Ειδική Συνεδρία να αποτελέσει ένα σταθερό θεσμό του ελληνικού Κοινοβουλίου, που θα επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο και θα πραγματοποιείται η αξιολόγηση της προόδου των δράσεων της Πολιτείας και της κοινωνίας στα θέματα της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

Διονύσης Μπαλούρδος
Μαρία Πετράκη

ΜΕΡΟΣ 1ο
Η φτώχεια στην Ελλάδα: Τάσεις, προκλήσεις και πολιτικές

Διονύσης Μπαλούρδος
Διευθυντής Ερευνών
Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (Ε.Κ.Κ.Ε)

Περίληψη
Η μελέτη εξετάζει πως έχει επηρεαστεί ο κίνδυνος της φτώχειας, κατά τη διάρκεια της τρέχουσας κρίσης.
Η βασική ιδέα είναι ότι η φτώχεια είναι ένα σχετικό φαινόμενο και οι διαφοροποιήσεις θα είναι περισσότερο ποιοτικές παρά ποσοτικές. Θα υπάρξει αύξηση της ακραίας και της απόλυτης φτώχειας, περισσότεροι μη-φτωχοί θα έλθουν κοντά στο όριο φτώχειας ενώ παραδοσιακά μεσαία στρώματα (νέοι φτωχοί) θα περάσουν το κατώφλι και θα παγιδευτούν στη φτώχεια. Καθώς οι μισθοί και οι συντάξεις περικόπτονται, η εργασία γίνεται επισφαλής, η υπερχρέωση οδηγεί σε αδιέξοδο και το υποτυπώδες κοινωνικό κράτος αποδομείται, τα άτυπα δίκτυα στήριξης εξασθενούν και δεν μπορούν να έχουν τον υποστηρικτικό τους ρόλο στα αδύναμα μέλη τους. Πολλοί ηλικιωμένοι που ζουν μόνοι τους, σε συνθήκες εξαθλίωσης, αντιμετωπίζουν φτώχεια για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Το 2010, ένας στους δύο ανέργους ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, ενώ το ίδιο ισχύει για έναν στους τρεις νέους ηλικίας 16 έως 24 ετών (27,8%), για έναν στους τρεις μερικώς απασχολούμενους (29,4%) και για έναν στους τέσσερις απασχολούμενους –εκτός των μισθωτών (25,9%). Οικογένειες με ένα παιδί και οικογένειες με δύο παιδιά αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στις ανάγκες και στις υποχρεώσεις τους καταγράφοντας επίπεδα φτώχειας κοντά στον εθνικό μέσο όρο. Είναι απαραίτητο η οικονομική πολιτική, να έχει και έναν πυλώνα κοινωνικής πολιτικής, ο οποίος να βασίζεται σε ένα «ενεργό κράτος πρόνοιας» με την παροχή εξατομικευμένων προσεγγίσεων προώθησης στην απασχόληση, εξασφαλίζοντας για εκείνους που δεν μπορούν να εργαστούν, τη δυνατότητα να ζήσουν αξιοπρεπώς και να συμβάλλουν όσο το δυνατόν περισσότερο στην κοινωνία.

1. Προλεγόμενα
Αρκετά χρόνια, πριν τη σημερινή κρίση, κάποιοι ειδικοί αναλυτές όπως ο Peter Townsend και ο David Gordon (2000, σ.9) είχαν επισημάνει ότι στην Ευρώπη, τις τελευταίες δύο δεκαετίες του 20ου αιώνα, «η κοινωνική πόλωση φαίνεται να έχει επιταχυνθεί επειδή οι αποδοχές και η αγορά εργασίας απορυθμίζονται, η προοδευτική φορολογία μειώνεται, οι κοινωνικές παροχές με έλεγχο του εισοδήματος διευρύνεται, ενώ ταυτόχρονα η κοινωνική ασφάλιση αποδυναμώνεται και οι δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμοί και υπηρεσίες ουσιαστικά ιδιωτικοποιούνται».

Σήμερα αυτό αποτελεί ένα πραγματικό γεγονός σε εξέλιξη, το οποίο διαχρονικά εντείνεται και επιδεινώνεται. Είναι επίσης δεδομένο ότι η χρηματοπιστωτική κρίση έχει επηρεάσει σημαντικά τη χώρα μας και οι επιπτώσεις της δεν περιορίζονται μόνον σε αυτούς που αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στην κάλυψη των βασικών τους αναγκών ή στους ανθρώπους που έχασαν τη δουλειά τους αλλά και σε πολλές οικογένειες που αντιμετωπίζουν πλέον το μέλλον τους με αβεβαιότητα. Αν η ελληνική οικονομία δεν περάσει άμεσα σε φάση οικονομικής ανάκαμψης και σταθερότητας και συνεχίσει να βαδίζει στο άνισο περιβάλλον που είχε διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια, οι τάσεις για διεύρυνση και εξάπλωση της φτώχειας θα είναι ακόμα εντονότερες.
Σε μερικές περιπτώσεις οι πολιτικές παρεμβάσεις και οι αυτόματοι σταθεροποιητικοί μηχανισμοί των συστημάτων πρόνοιας περιόρισαν κάπως τις οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες της ύφεσης. Ωστόσο, είναι δύσκολο, να αξιολογήσουμε πλήρως το ανθρώπινο κόστος αυτής της κρίσης στη χώρα μας καθώς ο αντίκτυπος στις αγορές εργασίας και στον ευρύτερο πληθυσμό, ιδίως όσον αφορά τις πλέον ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, συνεχίζει να επεκτείνεται. Ταυτόχρονα, η ανάγκη να περιοριστεί η αύξηση των δημόσιων δαπανών επιτάσσει τη βελτίωση της ποιότητας των παρεμβάσεων και, σε μερικές περιπτώσεις, το σαφή καθορισμό στόχων και προτεραιοτήτων με αποτελεσματικότερα και ουσιαστικότερα μέτρα κοινωνικής προστασίας και κοινωνικής ένταξης.
Άλλωστε ο κατάλογος των κοινωνικών προκλήσεων, είναι μακρύς, διευρύνεται συνεχώς και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τον κίνδυνο για αύξηση των ποσοστών της φτώχειας, των μακροχρόνια ανέργων, των επισφαλώς εργαζόμενων οι οποίοι εκτίθενται στον κίνδυνο της απόλυσης και στη δυσχέρεια εξεύρεσης μιας νέας θέσης εργασίας, των χαμηλοσυνταξιούχων, των νέων και της παραδοσιακής οικογένειας με ένα ή δύο παιδιά.
Κάθε νέα πρόβλεψη των επιπτώσεων της κρίσης και κάθε νέα εκτίμηση των δεικτών φτώχειας εκλαμβάνεται ως μέγιστη και σύντομα απορρίπτεται ως ξεπερασμένη και περιορισμένης εμβέλειας, πράγμα που ενισχύει την αβεβαιότητα και δυσχεραίνει τη χαρτογράφηση ολόκληρου του φάσματος της νέας πολυμορφικής και πολύπλοκης πραγματικότητας. Η παραδοσιακή φτώχεια, η οποία μεταφέρεται από γενιά σε γενιά και συνδέεται με οικονομικούς, κοινωνικούς και πολιτισμικούς παράγοντες, περιπλέκεται με τις νέες αστικές μορφές φτώχειας που καθορίζονται από μια αλληλουχία αρνητικών παραγόντων,1 οι οποίοι αλληλοεπηρεάζονται και αλληλοενισχύονται δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο ή μία παγίδα της φτώχειας.
Τα ερωτήματα στα οποία θα επιχειρήσει να απαντήσει η παρούσα εργασία είναι τα εξής: Η οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται στη χώρα μας, οδηγεί σε αυξημένα επίπεδα σχετικής φτώχειας; Ποιά είναι η σύνθεση των ομάδων υψηλού κινδύνου και πώς έχουν επηρεαστεί; Ποιά η θέση της χώρας μας συγκριτικά με τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε-27 και κυρίως με άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου ή χώρες που ακολούθησαν πολιτική αυστηρής λιτότητας; Ποιές πολιτικές θα μπορέσουν να προσφέρουν ανακούφιση στους φτωχούς;
Οι απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα, θα αναζητηθούν μέσα από κατάλληλες αναλύσεις και συμπεράσματα τα οποία θα προκύψουν κυρίως από συγκριτική περιγραφή στοιχείων και σχετικών δεικτών φτώχειας για την Ελλάδα και τις χώρες της Ε.Ε-27, τα οποία έχουν ως πηγή την Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών (EU-SILC) και δημοσιεύονται από τη Eurostat και την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ.).2 Θεωρούμε ότι, εξετάζοντας προσεκτικότερα κάποιους δείκτες, οι οποίοι στο παρελθόν ήταν δευτερεύουσας σημασίας μπορεί να προκύψουν συμπεράσματα, τα οποία είναι ιδιαίτερα χρήσιμα για το σχεδιασμό πολιτικής.3
Κατά την άποψή μας η σχετική φτώχεια θα κινηθεί σε οριακές αυξήσεις. Όμως αυτό δεν είναι το ζητούμενο. Είναι σχεδόν σίγουρο, ότι η φτώχεια στο εσωτερικό της θα σημειώσει απρόσμενες ανακατατάξεις. Οι παραδοσιακές ομάδες υψηλού κινδύνου θα φτάσουν στον πάτο της εισοδηματικής κλίμακας. Θα δημιουργηθούν νέες ομάδες φτωχών, με την απασχόληση να μην αποτελεί ασφαλές δίχτυ προστασίας ενάντια στη φτώχεια, με τα παιδιά και τους ηλικιωμένους να είναι τα βασικότερα θύματα σημειώνοντας τα υψηλότερα ποσοστά φτώχειας μακράς διάρκειας.
Η εργασία, εξετάζει αρχικά το εννοιολογικό πλαίσιο «φτώχειας» και τους δείκτες μέτρησής της. Ακολουθώντας μεθοδολογικές προσεγγίσεις που προτείνονται από την επισκόπηση της σχετικής βιβλιογραφίας, αναγνωρίζεται ότι η φτώχεια συνιστά μία από τις πολλές διαστάσεις στέρησης. Στη συνέχεια εξετάζονται η τάση της φτώχειας στην Ελλάδα και ο εντοπισμός των ομάδων υψηλού κινδύνου, διερευνώντας παράλληλα τις ομάδες «νέας φτώχειας» και υλικής στέρησης. Ακολουθεί η περιγραφή που εξετάζει τη διασπορά της φτώχειας γύρω από τη διαχωριστική γραμμή (40%, 50%, 60% και 70% του διάμεσου ισοδύναμου εισοδήματος), το βάθος του κινδύνου της φτώχειας, τη φτώχεια με όριο σε σταθερές τιμές ενός έτους και την εμμονή της φτώχειας. Στόχος είναι να διαφανεί αν υπάρχει αύξηση της «ακραίας φτώχειας»,4 πόσοι βρίσκονται κάτω από τη διαχωριστική γραμμή και πόσοι μη-φτωχοί έρχονται πλησιέστερα προς αυτή. Οι δύο τελευταίες ενότητες αφορούν τις φωνές των φτωχών (στοιχεία ποιοτικής έρευνας) και τα τελικά συμπεράσματα με σύντομη αναφορά σε πολιτικές αντιμετώπισης της φτώχειας.

2. Προβληματισμοί και διαφορετικές προσεγγίσεις της φτώχειας
Η φτώχεια είναι ένα περίπλοκο φαινόμενο που επηρεάζεται από ένα μεγάλο αριθμό παραγόντων που μπορούν να μελετηθούν από πολλές διαφορετικές προοπτικές και διαφορετικά γνωστικά πεδία. Έτσι, στο ερώτημα «τι είναι φτώχεια» δεν έχει τόσο σημασία ένας ακριβής και ενδελεχής ορισμός, όσο να δημιουργήσουμε μια συναίνεση γύρω από τις διαφορετικές προσεγγίσεις που μπορεί να λάβει το φαινόμενο.
Για τον Αριστοτέλη, η φτώχεια είναι γονέας της επανάστασης και του εγκλήματος και φτώχεια χωρίς χρέη είναι μεγάλος πλούτος.
Ο Galbraith (1958) στο γνωστό του έργο «Η κοινωνία της αφθονίας», αναφέρει ότι οι άνθρωποι πλήττονται από φτώχεια όταν το εισόδημά τους, αν και τους εξασφαλίζει τα αναγκαία προς επιβίωση, είναι σημαντικά χαμηλότερο της κοινότητας. Ουσιαστικά αδυνατούν να έχουν ό,τι θεωρείται ως ελάχιστα αξιοπρεπές και δεν μπορούν να ξεφύγουν από την κατάσταση αυτή, έτσι θεωρούνται από την υπόλοιπη κοινότητα ως αναξιοπρεπείς (όπ.π. σ. 323–4).

Ο Sen (1999) στο βιβλίο του “Development as Freedom” υποστηρίζει πως η πραγματική ανάπτυξη μιας κοινωνίας ταυτίζεται με τη διαδικασία αύξησης των ελευθεριών και ευκαιριών που απολαμβάνουν τα άτομα της κοινωνίας αυτής. Επομένως με την ανάπτυξη θα πρέπει να περιορίζεται η φτώχεια, η διαφθορά, η έλλειψη δικαιοσύνης, η κακή διακυβέρνηση, ο αναλφαβητισμός και η σχολική διαρροή, η έλλειψη ενημέρωσης, η έλλειψη υποδομών, υπηρεσιών κ.λπ. Αναφέρεται σε παράγοντες στέρησης δυνατοτήτων τους οποίους θεωρεί ως πιο καθοριστικούς για την πραγματικότητα της φτώχειας, συγκριτικά με το εισόδημα.
Το 1995, στη διάσκεψη της Κοπεγχάγης για την κοινωνική ανάπτυξη που διοργανώθηκε από τον ΟΗΕ υιοθετήθηκε ο εξής ορισμός: «φτώχεια είναι μία κατάσταση η οποία χαρακτηρίζεται από οξεία στέρηση βασικών ανθρώπινων αναγκών όπως φαγητό, πόσιμο νερό, βασικές παροχές υγιεινής, υγείας, στέγης, μόρφωσης και πληροφόρησης. Εξαρτάται δε τόσο από το εισόδημα5 όσο και από την πρόσβαση στις υπηρεσίες».6
Για την Παγκόσμια Τράπεζα (2001), φτώχεια είναι η έλλειψη ή η μη-ικανότητα επίτευξης ενός κοινωνικά αποδεκτού επιπέδου διαβίωσης, ενώ το κέντρο έρευνας Innocenti της UNICEF (2005) αναφέρει ότι, ένας επιχειρησιακός ορισμός της φτώχειας θα πρέπει πάντα να συνδέεται με την οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας.
Το Συμβούλιο της Ευρώπης το 1975, χαρακτηρίζει ως φτωχούς: «άτομα ή οικογένειες, των οποίων οι πόροι είναι τόσο περιορισμένοι ώστε να αποκλείονται από τον ελάχιστο αποδεκτό τρόπο ζωής στο κράτος μέλος στο οποίο ζουν». (EEC, 1981). Η έννοια των «πόρων» ορίζεται περαιτέρω ως: «αγαθά, χρηματικό εισόδημα και υπηρεσίες από άλλους ιδιωτικούς πόρους». Το 1984, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υιοθέτησε τον εξής ορισμό: «φτωχοί είναι τα άτομα ή οι οικογένειες των οποίων οι πόροι (υλικοί, πολιτισμικοί και κοινωνικοί) είναι τόσο περιορισμένοι ώστε να αποκλείονται από τον ελάχιστο αποδεκτό τρόπο ζωής στο κράτος-μέλος στο οποίο ζουν» (EEC, 1985).
Για τον Townsend (1979, σ. 31), η φτώχεια ορίζεται σε όρους σχετικής στέρησης ως «ανεπάρκεια πόρων που έχει αποτέλεσμα τον ουσιαστικό αποκλεισμό του ατόμου ή της οικογένειάς του από το συνηθισμένο επίπεδο διαβίωσης, καθώς και από τη συμμετοχή του στις συνήθειες και δραστηριότητες της κοινωνίας που ζει». Έτσι, σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα η διαχωριστική γραμμή μεταξύ φτωχών και μη φτωχών θα έπρεπε να αναζητηθεί στη στέρηση ή τη μη στέρηση ενός ατόμου / νοικοκυριού από τον κυρίαρχο σε μια δεδομένη κοινωνία «τρόπο ζωής».7

Αντίστοιχα ο Hagenaars (1986, σ. 37) καθόρισε τη φτώχεια με τρία χαρακτηριστικά:
– Στέρηση βασικών αγαθών,
– Να έχει κανείς λιγότερα από άλλους σε μία κοινωνία,
– Να αισθάνεται κανείς ότι δεν έχει επαρκείς πόρους να τα βγάλει πέρα μόνος του.

Οι τρεις τελευταίοι ορισμοί υπογραμμίζουν τη σχετική φύση της σύγχρονης φτώχειας. Ένας ελάχιστα αποδεκτός τρόπος ζωής εξαρτάται κατά ένα μεγάλο μέρος από τον επικρατούντα τρόπο ζωής στην κοινότητα και στο επίπεδο κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξής της. Επομένως, η φτώχεια είναι στενά συνδεδεμένη με το χρόνο και τόπο παρατήρησής της.
Ο Sarpellon (1984 σ. 48), θεωρεί ότι η «η φτώχεια αποτελεί συνθετική έκφραση ευρύτερων αιτιακών διεργασιών και παραγόντων που δρουν σωρευτικά προκαλώντας τη γένεση αλλά και τη συντήρηση του πολύπλοκου αυτού κοινωνικού φαινομένου».
Για τον Ringen (1987 και 1995), ένα άτομο / νοικοκυριό είναι πραγματικά φτωχό αν στερείται πόρων (κυρίως εισοδήματος) ή έχει φτωχές εκβάσεις σε όρους συνθηκών διαβίωσης και δραστηριοτήτων. Στην πρώτη περίπτωση, η φτώχεια προσεγγίζεται έμμεσα μέσω παραγόντων που προσδιορίζουν τον τρόπο ζωής, στη δεύτερη περίπτωση, η φτώχεια ορίζεται άμεσα ανάλογα με το βαθμό στέρησης σε συνιστώσες του τρόπου ζωής. Οι Gordon κ.ά. (2000), θεωρούν ότι οι δύο αυτές προσεγγίσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται ως συμπληρωματικές: Κάποιος είναι φτωχός αν έχει χαμηλό επίπεδο διαβίωσης ή / και χαμηλό εισόδημα.
Για τον Chambers (2006), η απάντηση στο τι είναι φτώχεια εξαρτάται από το ποιος ρωτάει και το ποιος απαντάει. Στο πλαίσιο αυτό, μεταξύ άλλων διακρίνει:
α) Τη φτώχεια λόγω έλλειψης εισοδηματικών πόρων (εισοδηματική φτώχεια).
β) Τη φτώχεια λόγω στέρησης άλλων –εκτός του εισοδήματος– υλικών πόρων8 όπως είναι π.χ. η αξιοπρεπής κατοικία, η αδυναμία απόκτησης συνηθισμένων ή / και διαρκών καταναλωτικών αγαθών (αυτοκίνητο, τηλεόραση, κ.λπ.) καθώς και η ανεπαρκής πρόσβαση σε υπηρεσίες.
γ) Τη πολυδιάστατη στέρηση, με την υλική έλλειψη να συνιστά μία μεταξύ πολλών αμοιβαία ενισχυόμενων διαστάσεων, σε διάφορες πτυχές της ανθρώπινης ζωής.
δ) Τη φτώχεια ως έλλειψη ικανοτήτων.9

Ο Narayan (2009), θεωρεί ότι η φτώχεια, από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, εξετάζεται μέσα από διεπιστημονικές προσεγγίσεις ως δυναμικό και πολυδιάστατο φαινόμενο, ενώ οι Duclos, Sahn και Younger (2005), θεωρούν ότι για την εξέλιξη αυτή καταλυτική ήταν η συμβολή του Sen (1979, 1985, 1987).
Ο Osmani (2005) και ο Ringen (1988, σ. 355), θεωρούν ότι οι οποιεσδήποτε διαφορές που προκύπτουν είναι καθαρά ιδεολογικές. Κυρίως αμφισβητείται ότι στην πράξη, δεν μπορεί η φτώχεια να είναι απλά «μειωμένο πορτοφόλι». Θα πρέπει να αναφέρεται και να υπονοείται ένας «πολύπλευρος συνδυασμός στερήσεων και μη ικανοποιηθεισών αναγκών που αποτρέπουν ορισμένα άτομα από τη συμμετοχή στην κοινωνία με τους ίδιους τρόπους που μπορεί και το κάνουν άλλοι» (Alcock, 1997, σ.85).
Η φτώχεια δεν είναι εύκολο να οριστεί, λόγω του δυναμικού και πολυδιάστατου χαρακτήρα της. Οι υφιστάμενες εννοιολογικές και οι μεθοδολογικές διαφοροποιήσεις μπορεί να οδηγήσουν στον προσδιορισμό διαφορετικών ατόμων ή ομάδων υψηλού κινδύνου και κατά συνέπεια σε διαφορετικές πολιτικές αντιμετώπισης του προβλήματος.

3. Ορισμός και μέτρηση της φτώχειας
Ο προβληματισμός σχετικά με τον εννοιολογικό και ποσοτικό προσδιορισμό της φτώχειας έχει αποτελέσει και εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο εκτεταμένων ερευνητικών αναζητήσεων και προβληματισμών. Η καταγραφή του επιπέδου, της δομής και της διαχρονικής εξέλιξής της συνιστά κεντρικό σημείο αναφοράς για το σχεδιασμό κατάλληλης κοινωνικής πολιτικής και ταυτόχρονα αποτελεί σημαντικό δείκτη αξιολόγησης της αποτελεσματικότητάς της. Εξαιρετικά επιγραμματικά, θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως φτωχό ένα άτομο με βιοτικό επίπεδο κάτω από το ελάχιστο όριο διαβίωσης ή κάτω από το μέσο βιοτικό επίπεδο. Από τον ορισμό αυτό εξάγεται ότι η φτώχεια μπορεί να είναι φυσική ή κοινωνική, απόλυτη10 ή σχετική ή συνδυασμός και των δύο.
Για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Joint Report on Social Inclusion, 2004): «Οι άνθρωποι θεωρούνται ότι διαβιούν σε συνθήκες φτώχειας, εάν το εισόδημα και οι πόροι τους είναι τόσο ανεπαρκείς ώστε να αποκλειστούν από ένα βιοτικό επίπεδο, αποδεκτό στην κοινωνία που ζουν. Μπορούν να εμφανίζουν πολλαπλά μειονεκτήματα λόγω ανεργίας, χαμηλού εισοδήματος, φτωχών συνθηκών στέγασης, ανεπαρκούς υγειονομικής περίθαλψης και εμποδίων στη δια βίου μάθηση, στον πολιτισμό, στον αθλητισμό και στην αναψυχή. Είναι συχνά αποκλεισμένοι και περιθωριοποιημένοι από τη συμμετοχή σε δραστηριότητες (οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές) που είναι ο κανόνας για άλλους ανθρώπους και η πρόσβασή τους στα θεμελιώδη δικαιώματα μπορεί να είναι περιορισμένη». O ορισμός αυτός, αδρά υπογραμμίζει τη διαδικασία της κοινωνικής ένταξης στην ΕΕ. Από αυτό το σημείο εκκίνησης, η φτώχεια έχει δύο βασικά στοιχεία: τη φτώχεια που οφείλεται σε ανεπαρκείς πόρους και την αδυναμία πρόσβασης και συμμετοχής σε αγαθά, υπηρεσίες και δραστηριότητες. Στις περισσότερες εμπειρικές έρευνες έμφαση δίνεται στην ανεπάρκεια πόρων η οποία αποτιμάται με εισοδηματικούς πόρους11 και τον καθορισμό ενός ad hoc ορίου για τη διάκριση των φτωχών από τους μη φτωχούς (relative income method). Σύμφωνα με τη Eurostat, το όριο αυτό τίθεται στο 60% του διάμεσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος του νοικοκυριού.12
Αυτή η έννοια του κινδύνου σχετικής φτώχειας (φτωχός σε σχέση με τους άλλους)13 διαφοροποιείται από την έννοια του κινδύνου απόλυτης ή ακραίας φτώχειας (στερούμενος βασικών μέσων επιβίωσης), η οποία εκτιμάται και αναφέρεται σε σχέση με άλλες λιγότερο οικονομικά αναπτυγμένες χώρες (ΕΛ.ΣΤΑΤ, 2003).14
Η αδυναμία πρόσβασης και συμμετοχής σε αγαθά, υπηρεσίες και δραστηριότητες προσεγγίζεται με την ανάπτυξη δεικτών στέρησης. Πρόκειται για μία μεθοδολογία η οποία βασίζεται στον κλασικό ορισμό και στην προσέγγιση του Townsend (1979), με βάση την οποία προσδιορίζεται ένας ad hoc κατάλογος στοιχείων15 με σκοπό να δημιουργηθεί μία κλίμακα ή ένας δείκτης στέρησης και ένα όριο φτώχειας.
Οι Mack και Lansley (1985), στα πλαίσια του κλασικού ορισμού του Townsend (1979), όρισαν τη στέρηση ως την επιβεβλημένη έλλειψη κοινωνικά καθορισμένων αναγκών, δηλαδή, αγαθών που η πλειοψηφία του πληθυσμού θεωρεί ως αναγκαία / απαραίτητα να έχει και δεν μπορούν να αποκτηθούν από ένα μέρος του πληθυσμού (φτωχοί / στερημένοι). Ουσιαστικά, η επιβεβλημένη απουσία αγαθών εκλαμβάνεται ως απεικόνιση της υλικής στέρησης: όσο μεγαλύτερος ο αριθμός ελλειπόντων αγαθών, τόσο μεγαλύτερος ο βαθμός υλικής στέρησης. Τα μέτρα στέρησης βασισμένα σε αυτό το είδος πληροφόρησης είναι γνωστά και ως συναινετικά μέτρα στέρησης ( Mack και Lansley, 1985. Nolan και Whelan, 1996. Goodman και Myck, 2005).
Η προσέγγιση αυτή, αναπτύχθηκε περαιτέρω από τους Halleröd (1994) και τους Nolan και Whelan (1996), με αποτέλεσμα να υπάρχουν και να αποτυπώνονται αντίστοιχα ερωτήματα σε μεγάλες Ευρωπαϊκές Έρευνες όπως η έρευνα EU-SILC. Οι ερωτώμενοι καλούνται να διευκρινίσουν εάν δεν έχουν ή δεν καταναλώνουν ένα στοιχείο / αγαθό επειδή: α) «δεν το έχουν ανάγκη» ή β) «δεν μπορούν να το αντέξουν οικονομικά». Με τον τρόπο αυτό, είναι δυνατή η διάκριση μεταξύ «μη-επιβεβλημένης» και «επιβεβλημένης δυσκολίας/ στέρησης».16
Πάνω στους προβληματισμούς αυτούς, η Eurostat έχει αναπτύξει το δείκτη ή το ποσοστό υλικής στέρησης, ο οποίος αναφέρεται στον πληθυσμό που αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες σε, τουλάχιστον, τέσσερις από τις κάτωθι εννέα (9), διαστάσεις στέρησης:17
i) Δυσκολίες ανταπόκρισης στην πληρωμή πάγιων λογαριασμών, όπως ενοίκιο ή δόση δανείου, πάγιοι λογαριασμοί (ηλεκτρικού ρεύματος, νερού, αερίου, κ.λπ.), δόσεις πιστωτικών καρτών ή δόσεις δανείου για οικοσκευή, διακοπές κ.ά., ή αγορές με δόσεις κύριας κατοικίας,
ii) οικονομική αδυναμία για ικανοποιητική θέρμανση,
iii) οικονομική αδυναμία για αντιμετώπιση έκτακτων, αλλά αναγκαίων δαπανών αξίας περίπου 500 ευρώ,
iv) οικονομική αδυναμία να τρώνε κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή ισοδύναμο πρωτεΐνης κάθε δεύτερη μέρα,
v) οικονομική αδυναμία να απολαύσουν μία εβδομάδα διακοπών μακριά από το σπίτι, μία φορά το χρόνο,
vi) οικονομική αδυναμία να έχουν ΙΧ επιβατηγό αυτοκίνητο,
vii) οικονομική αδυναμία να έχουν πλυντήριο ρούχων,
viii) οικονομική αδυναμία να έχουν έγχρωμη τηλεόραση,
ix) οικονομική αδυναμία να έχουν τηλέφωνο.

Οι πρώτες πέντε χαρακτηρίζουν τη διάσταση της οικονομικής πίεσης ενώ οι υπόλοιπες χαρακτηρίζουν τη στέρηση στην ιδιοκτησία διαρκών καταναλωτικών αγαθών. Πρόκειται για ένα ημι-απόλυτο δείκτη φτώχειας, διότι μετρά την πρόσβαση σε εννέα βασικά είδη με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα κράτη μέλη,18 ενώ είναι στενά συνδεδεμένος με το επίπεδο ανάπτυξης μιας χώρας.