798
|

Ταμείο Κοινωνικού Πλούτου; Γιατί όχι;

Γιώργος Κατοστάρης Γιώργος Κατοστάρης 31 Δεκεμβρίου 2018, 17:00

Ταμείο Κοινωνικού Πλούτου; Γιατί όχι;

Γιώργος Κατοστάρης Γιώργος Κατοστάρης 31 Δεκεμβρίου 2018, 17:00

Αν θεωρήσουμε ότι η ύφεση έχει ξεπεραστεί αφήνοντας χώρο για επενδύσεις και δεδομένου ότι θα επανέλθει σύντομα η κανονικότητα στις ελληνικές επιχειρήσεις, έκανα κάποιες σκέψεις γύρω από τη διαχρονική θέση της μετοχικής σύνθεσης των εταιρειών.

Είναι διεθνής πραγματικότητα το μερίδιο του εθνικού εισοδήματος που ρέει προς την εργασία να μειώνεται κατά πολύ τα τελευταία 40 χρόνια. Βέβαια, οι επιτήδειοι και εδώ βρίσκουν ‘παραθυράκια’.

Η φορολόγηση των πλουσιότερων υπέρ των φτωχότερων, για χρηματοδότηση των δαπανών, αποτελεί τον πιο απλό τρόπο καταπολέμησης της ανισότητας μεταξύ πλούσιων- φτωχών. Σε έναν ιδεατό κόσμο, οι ελεύθερες αγορές θα ήταν και αυτορυθμιζόμενες και θα διασφάλιζαν ότι κάθε εργαζόμενος και κάθε εταιρεία θα κέρδιζαν ακριβώς αυτό που άξιζαν. Σύμφωνα όμως και με τον Adam Smith, ‘οι αγορές αναπόφευκτα αποσυντονίζονται από την άνιση κατανομή της εξουσίας’. Έτσι περνάμε από τους σοσιαλιστές του 19ου αιώνα της συλλογικής ιδιοκτησίας σε εκείνους του 20ού με πληθώρα από παραδείγματα αποτυχημένου κρατικού management που κατέστη καταναγκαστικό και για τον λόγο αυτόν στάσιμο, καθώς δεν αξιοποιούνταν το πλεονέκτημα της διάχυσης της γνώσης.

Το κράτος ως μέτοχος fund

Στην αγορά των ιδεών όμως τα πράγματα είναι ευτυχώς πιο ευδιάκριτα. Προτάσεις όπως, για παράδειγμα, το κράτος να κατέχει μια μετοχή των περιουσιακών στοιχείων όλων των επιχειρήσεων για λογαριασμό του λαού ή τη δημιουργία ενός ταμείου κοινωνικού πλούτου – ‘social wealth fund’, είναι ευπρόσδεκτες. Το ταμείο αυτό θα συγκέντρωνε μερίδια ιδίων κεφαλαίων, ομολόγων και αγορών ιδιοκτησίας και κατόπιν θα διένειμε ένα μέρος του επενδυτικού εισοδήματός του κάθε χρόνο ως παγκόσμιο βασικό μέρισμα. Ακόμα και στις πιο ισονομιστικές δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα, μια μειοψηφία του 10% κατείχε την πλειοψηφία του πλούτου. Το χρήμα κληροδοτείται στις γενιές όχι μόνο με αγαθά ή άλλα κληροδοτήματα, αλλά και μέσα από τις ευκαιρίες εκπαίδευσης και επιχειρηματικότητας που η τσέπη ‘αντέχει’. Στην περίπτωση αυτή ένα κοινωνικό μέρισμα θα μπορούσε να εξουδετερώσει τη διάσταση αυτού του πλεονεκτήματος.

Αν χρηματοδοτηθεί μέσα από φορολόγηση πλούτου – όπως ιδιοκτησία και κληροδοτήματα – μια τέτοια οντότητα θα αποτελούσε έναν απλούστατο τρόπο να μειωθεί η ανισότητα στη γέννησή της. Τέτοια παραδείγματα υπάρχουν ήδη, όπως το fund της Αλάσκας, χρηματοδοτούμενο από δικαιώματα εκμετάλλευσης, που αποτιμάται στο 113% του ΑΕΠ της. Είναι επενδυμένο σε ένα διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο με ετήσιες αποδόσεις 10% καθ’ όλη τη διάρκειά του. Τα μερίσματά του φαίνεται να μειώνουν την ανισότητα του πλούτου και τη φτώχεια, χωρίς να αποθαρρύνουν τους αποδέκτες να βρουν δουλειά.

Αντίστοιχο και το παράδειγμα της Νορβηγίας, όπου μέσα από χρηματοδοτούμενα από το πετρέλαιο funds που δημιουργήθηκαν για να προστατεύσουν το γενναιόδωρο κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας ενάντια σε μελλοντική μείωση των πετρελαϊκών αποθεμάτων, ελέγχει περίπου το 60% του πλούτου της χώρας. Κι όμως, η χώρα δεν έχει μετατραπεί σε γκρίζα σοσιαλιστική δυστοπία.

Είναι βέβαιο πως θα υπήρχαν επιπλοκές αν ένα τέτοιο σχήμα λειτουργούσε σε χώρες μεγαλύτερου μεγέθους, όπως οι ΗΠΑ. Η πειθαρχική επίδραση της αγοράς θα έπαυε αν το κράτος συγκέντρωνε μερίδια στις περισσότερες εταιρείες. Μελέτες έχουν δείξει ότι η μεγάλη ιδιοκτησία μετοχών και περιουσιακών στοιχείων με παθητικό τρόπο, που συχνά οδηγεί σε έλεγχο σημαντικών μεριδίων σε πολλές εταιρείες, συνδέεται με λιγότερο ανταγωνιστική συμπεριφορά από το management. Η ενεργητική ιδιοκτησία από το κράτος μπορεί να απαλύνει αυτό το πρόβλημα, αλλά και την ίδια στιγμή να δημιουργήσει άλλα, όπως μεγαλύτερο έδαφος για διαφθορά.

Πιο συγκεκριμένα, ένα ταμείο κοινωνικού πλούτου εγείρει δύσκολα ερωτήματα σχετικά με τη διάρθρωση της οικονομίας. Θα δημιουργούσε σύγκρουση ανάμεσα στα ενδιαφέροντα των εργαζόμενων ως μισθωτών και τα ενδιαφέροντά τους ως μερισματούχων. Μεγαλύτερες απολαβές σημαίνει μικρότερο μέρισμα. Ένα ταμείο κοινωνικού πλούτου θα υπονόμευε τις προσπάθειες ενδυνάμωσης των σωματείων. Ένα τέτοιο ταμείο όμως την ίδια στιγμή θα μπορούσε να βελτιώσει την εικόνα που έχει η κοινή γνώμη για τον καπιταλισμό. Οι εργαζόμενοι θα αισθάνονταν διαφορετικά σχετικά με τις απολύσεις, ή τις εξωχώριες εταιρείες και την αυτοματοποίηση της εργασίας, αν τα μερίσματά τους αυξάνονταν ως αποτέλεσμα της συμμετοχής τους στο κοινωνικό ταμείο. Η κοινή γνώμη θα μεταστρεφόταν θετικά ως προς εταιρικές συμπεριφορές που αποσκοπούν στην αύξηση της αγοραίας αξίας.

Οι ιδέες για την ενδυνάμωση των εργαζόμενων συνήθως επιδέχονται κριτική. Ισχυρότερα σωματεία θα είχαν κάθε κίνητρο να διαπραγματευθούν τη μείωση των κεφαλαιακών μερίδων των εταιρικών κερδών, αλλά πολύ μικρά κίνητρα για την υποστήριξη πρωτοβουλιών που ενισχύουν τις ανταγωνιστικές μεταρρυθμίσεις που μπορεί να υπονομεύουν τη σταθερότητα αυτών των κερδών. Η θεσμοθέτηση της συμμετοχής των σωματείων στα Δ.Σ. φαίνεται ότι συμβάλλει στην αύξηση της περιουσίας των επιχειρήσεων. Την ίδια στιγμή όμως, καθιστά τα σωματεία ‘συνεργούς’ στη διατήρηση των εσόδων με κάθε κόστος, πόσο μάλλον στη διαμόρφωση των μισθών.

Καμία από αυτές τις ριζοσπαστικές προτάσεις για την καταπολέμηση της ανισότητας δεν είναι χωρίς κίνδυνο, αναμφισβήτητα. Αλλά ένα ταμείο κοινωνικού πλούτου που μετατρέπει τους εργαζόμενους σε ιδιοκτήτες μάλλον παρά σε ανταγωνιστές του κεφαλαίου μπορεί να είναι ελκυστικό σε αυτούς χωρίς να αποξενώνει τα ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα. Και αν ένα τέτοιο ταμείο καλλιεργούσε την έννοια της οικονομικής αλληλεγγύης, θα μπορούσε άνετα να ενθαρρύνει και άλλα βήματα προς μια πιο δίκαιη και ελεύθερη κοινωνία.


* Ο Γιώργος Κατοστάρης, MBA, είναι fund manager