Advertisement

917
Απογοήτευση στους παίκτες της ΑΕΚ | REUTERS/Andreas Gebert

Ουφ, ευτυχώς χάσαμε (με λίγα)

Sportscaster Sportscaster 8 Νοεμβρίου 2018, 15:16
Απογοήτευση στους παίκτες της ΑΕΚ
|REUTERS/Andreas Gebert

Ουφ, ευτυχώς χάσαμε (με λίγα)

Sportscaster Sportscaster 8 Νοεμβρίου 2018, 15:16

Οι εμπειρίες των ελληνικών συλλόγων από τη Βαυαρία είναι τραυματικές. Προτού, καν, η Μπάγερν κατακτήσει το πρώτο από τα πέντε της Κύπελλα Πρωταθλητριών – Champions League, ο Παναθηναϊκός του 1967 είχε επιστρέψει από το Μόναχο με ένα 5-0 στην πλάτη. Ο Ολυμπιακός «έφαγε» τρία το 1980 και τέσσερα το 2015. Ο Αρης, έξι το 2007. Χωρίς να σκοράρουμε, ως Ελληνες, ούτε ένα γκολ. Μόνον ο ΠΑΟΚ, το 1983, πήγε να κάνει το «θαύμα». Αλλά, έπειτα από ένα περήφανο 0-0, λύγισε στα πέναλτι.

Η ΑΕΚ αντιμετώπισε τον μεγάλο της αντίπαλο με το δέος που ταίριαζε στην περίσταση. Ο Μαρίνος Ουζουνίδης για μια στιγμή εγκατέλειψε τα ποδοσφαιρικά του «πιστεύω» και έπαιξε με τρεις στόπερ και τρεις ανασταλτικούς χαφ. Σε κανέναν από τους 18 επίσημους αγώνες της ομάδας του, μέχρι χθες, δεν είχε παίξει τόσο συντηρητικά. Με… ενάμισι επιθετικό, οι πιθανότητες να βάλει γκολ η ΑΕΚ ήταν μια στις εκατό – η κεφαλιά του Λαμπρόπουλου που έφυγε ελάχιστα άουτ στην αρχή του παιχνιδιού. Το θέμα, όμως, δεν ήταν να πετύχει τέρμα. Ηταν, να μη δεχθεί πολλά.

Το πέναλτι με το οποίο η Μπάγερν άνοιξε το σκορ (φωτό: REUTERS Michael Dalder)

Η ΑΕΚ του «Αλιάντς Αρίνα» θύμισε την περυσινή ομάδα του Μανόλο Χιμένεθ. Επίσης, εκείνη που στην αρχή της σεζόν άρπαξε την πρόκριση από τα χέρια της Σέλτικ. Της πάει αυτό το σύστημα (3-5-1-1) στους δύσκολους ευρωπαϊκούς της αγώνες. Εάν ο Τσόσιτς δεν ήταν τόσο αφελής στη φάση του πέναλτι (και ο σλοβένος διαιτητής τόσο πρόθυμος να διευκολύνει τον ξακουστό σύλλογο), το ματς μπορεί να είχε εξελιχθεί εντελώς διαφορετικά. Απέναντι στην τακτικά άριστη ΑΕΚ του πρώτου μέρους, οι Γερμανοί έκαναν μόλις δύο αξιοσημείωτες φάσεις.

Αυτή τη φορά, η «Ενωση» δεν κατέρρευσε μετά το πρώτο γκολ, όπως στο αντίστοιχο παιχνίδι της Αθήνας. Χάρη και στον Βασίλη Μπάρκα, που εξελίσσεται -όπως αναμενόταν- σε τερματοφύλακα διεθνούς κλάσης. Κουράστηκαν, όμως, οι παίκτες της από την υπερπροσπάθεια να κυνηγούν τους πολύ πιο προικισμένους αντιπάλους τους σε κάθε σπιθαμή του τερέν. Κανένα αγωνιστικό σύστημα δεν μπορεί να εξαλείψει τη διαφορά ποιότητας ενός ποδοσφαιριστή με έναν άλλον. Οχι για πολλή ώρα. Είναι το σημείο στο οποίο κρίθηκε (και) το χθεσινό ματς. Κατά σύμπτωση, με τους ίδιους πρωταγωνιστές και στα δύο γκολ. Αλλά, πώς να μη γίνει έτσι; Ο Τσόσιτς κάνει, εφέτος, τα πρώτα του βήματα στο Champions League (όπως και όλοι οι συμπαίκτες του, πλην Τσιγκρίνσκι). Ενώ ο Ρόμπερτ Λεβαντόφσκι, συμπλήρωσε χθες 49 γκολ στη διοργάνωση. Προσπέρασε τον Ζλάταν Ιμπραΐμοβιτς και τον Αντρέι Σεβτσένκο, και ανέβηκε στην έβδομη θέση των σκόρερ όλων των εποχών.

Σε τερματοφύλακα διεθνούς κλάσης εξελίσσεται ο Μπάρκας (φωτό: REUTERS/Michael Dalder)

Ο φουκαράς ο Τσόσιτς είχε αναλάβει, ίσως, την πιο δύσκολη αποστολή απέναντι στον πολωνό αρχισκόρερ. Κάπου «θόλωσε» – η κόπωση παίζει άσχημα παιχνίδια και στο μυαλό. Μάλλον γι’ αυτό, προς το τέλος του αγώνα πρωταγωνίστησε σε ένα πρωτοφανές περιστατικό, που έγινε, βεβαίως, highlight της αγωνιστικής: πήγε και τράβηξε την κοτσίδα του Χουλτ! Είχε προηγηθεί μια λογομαχία με τον συμπαίκτη του, η οποία είχε να κάνει με τις ευθύνες, του ενός ή του άλλου, για τα λάθη που έγιναν στην άμυνα. Ευτυχώς, ο Σουηδός δεν αντέδρασε. Θα γινόμασταν ρεζίλι… Ο Σέρβος ζήτησε, αμέσως, «συγγνώμη»: «Ντρέπομαι γι’ αυτό που έκανα, αυτό που είδατε δεν είμαι εγώ. Με τον Χουλτ έχουμε φοβερή σχέση και πάντα γελάμε στην προπόνηση. Τώρα που το βλέπω σε βίντεο, ντρέπομαι για τον εαυτό μου. Δεν αναγνωρίζω αυτό που έκανα. Μεταξύ μας δεν έχουμε κανένα πρόβλημα και το είπα και στα αποδυτήρια. Δεν είναι δυνατόν να δείχνω τέτοια εικόνα μπροστά σε όλο τον κόσμο. Δεν έχω καμία δικαιολογία. Ζητώ συγγνώμη από την ομάδα, τον κόσμο, τον Χουλτ, τους δικούς μου ανθρώπους». Αλλά, ήταν ένα σαφές δείγμα ταραχής.

Τσόσιτς και Λεβαντόφσκι μονομαχούν (φωτό: REUTERS/Andreas Gebert)

Σε κάποια άλλη συγκυρία, το ματς με την Μπάγερν Μονάχου θα ήταν απολαυστικό για τους παίκτες της ΑΕΚ. Επειτα, όμως, από το κύμα αμφισβήτησης που τους χτύπησε μετά τη μετριότατη εμφάνισή τους στο ντέρμπι με τον Παναθηναϊκό, αυτό που τους έλειπε ήταν μια συντριβή στο Μόναχο. Εκαναν ό,τι μπορούσαν για να την αποφύγουν – και τα κατάφεραν. Αλλά, τα πιο ευχάριστα ήρθαν από την Πορτογαλία. Η ισοπαλία (1-1) της Μπενφίκα με τον Αγιαξ αφήνει στην ΑΕΚ περιθώρια να κυνηγήσει την τρίτη θέση του ομίλου της. Οχι πως είναι εύκολη δουλειά. Θα πρέπει να μην ηττηθεί από τον Αίαντα, την επόμενη αγωνιστική στο ΟΑΚΑ, κι έπειτα να πάει στη Λισαβόνα για να παίξει «τα ρέστα της». Με το άγχος της αποτυχίας να βαραίνει τους Πορτογάλους.

Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν δεν προκριθεί στο Europa League, η ΑΕΚ θα προσπαθήσει να αποφύγει το αρνητικό ρεκόρ συγκομιδής ελληνικού συλλόγου στους ομίλους του Champions League, το οποίο κατέχει από πέρυσι ο Ολυμπιακός (τερμάτισε με μόλις ένα βαθμό). Πλέον, θα έχει διαθέσιμο και τον Μάρκο Λιβάγια, που εξέτισε την ποινή του. Και πάλι, όμως, η διαφορά δυναμικότητας που τη χωρίζει από τους δυο προσεχείς αντιπάλους της είναι μεγάλη. Φυσιολογική συνέπεια της στρατηγικής επιλογής που έκανε το καλοκαίρι, να μην ξοδέψει πολλά για την ενίσχυσή της. Κανείς, ποτέ, δεν θα μάθει τι θα συνέβαινε εάν η ΑΕΚ είχε δαπανήσει ένα μέρος από τα ανέλπιστα έσοδά της, λόγω της πρόκρισής της στους ομίλους, ώστε να αποκτήσει έναν δύο ποδοσφαιριστές έξτρα ποιότητας.

Η ΑΕΚ έζησε μια εμπειρία που θα τη ζήλευαν δεκάδες ευρωπαϊκοί σύλλογοι: είδε τον θρύλο Κάρλ-Χάινς Ρουμενίγκε να την υποδέχεται στην πόρτα της δεξίωσης, με τον πιανίστα να παίζει τον ύμνο της. Το πρεστίζ της εκτινάχθηκε στα ύψη. Τώρα, στα δύο ματς που απομένουν, θα μετρήσει η ουσία: πρέπει να πάρει και κανένα βαθμό.