409
Αστυνομική επιχείρηση για την εκκένωση του Προσφυγικού Καμπ του Ελληνικού, στις 2 Ιουνίου, 2017 | Nikos Libertas / SOOC

Ελληνικό. Οι ζωές των ανθρώπων

Μαργαρίτα Μανσόλα 27 Ιουνίου 2017, 09:14
Αστυνομική επιχείρηση για την εκκένωση του Προσφυγικού Καμπ του Ελληνικού, στις 2 Ιουνίου, 2017
|Nikos Libertas / SOOC

Ελληνικό. Οι ζωές των ανθρώπων

Μαργαρίτα Μανσόλα 27 Ιουνίου 2017, 09:14

Στα ρεπορτάζ της εκκένωσης του Ελληνικού, οι άνθρωποι που ακούσια πρωταγωνίστησαν ήταν «πρόσφυγες» ή «μετανάστες», τα παιδιά  «μικρές, αθώες  ψυχές».

Για τους πολιτικούς –ανάλογα με την παράταξη βέβαια– ήταν «επιτυχία». Για τους «αλληλέγγυους»  «ντροπή», για τους δημοσιογράφους «παρεμπόδιση του έργου τους». Γιατί το Ελληνικό παρά τα όσα γράφονταν πριν από την εκκένωσή του δεν ήταν στο τέλος παρά μια είδηση, και ως τέτοια, καταδικασμένη σε μια βραχύχρονη ζωή.

Σκέφτηκα τότε, αν θα πήγαινε κανείς μετά, να δει το Ελληνικό μόνο, στερημένο από όλο το ανθρώπινο ντεκόρ του που όμως έχει αφήσει σαφώς το αποτύπωμά του. Αν κάποιος από όλους εκείνους που για τους δικούς τους λόγους παρατάχθηκαν στο φόντο του, από τους φωτορεπόρτερ που είχαν μαζευτεί νωρίς, τα ξημερώματα εκεί με τη μάταιη προσδοκία να περάσουν την πορτοκαλί ταινία της αστυνομίας, μέχρι τους περαστικούς και τους «ανθρωπιστές», αν είχαν κάποιο άλλο ενδιαφέρον εκτός από το να «βγάλουν την είδηση» και να απαθανατίσουν τον «ανθρώπινο πόνο και την ταλαιπωρία».

Αν θα νοιαζόταν κανείς μια άλλη μέρα, πιο ήσυχη να ψάξει να βρει τους ανθρώπους καλά κρυμμένους στα αφημένα αντικείμενα, στα μηνύματα στους τοίχους, στα απλωμένα στα συρματοπλέγματα ακόμα ρούχα τους. Αν θα έβλεπε κανείς τα παιδιά να παίζουν όπως μόνο τα παιδια ξέρουν, βγάζοντας απ’ τα σκουπίδια  «θησαυρούς» και καβαλώντας με δεινότητα μισοσπασμένα ποδήλατα. Αν θα τα άκουγε να μαλώνουν ποιό θα πρωτοκαθίσει στις αυτοσχέδιες κούνιες που είχαν φτιάξει στο στενόμακρο σκουριασμένο πια σκέπαστρο, όπου κάποτε ταξιδιώτες περίμεναν τα αθηναϊκά ταξί και με τα παιδιά ευτύχησε να ζήσει μια δεύτερη ζωή μεταλλαγμένο σε παιδική χαρά.

Αν θα αναρωτιόταν ποιανού να ήταν ο γυάλινος βόλος, ακίνητος τώρα στην άσφαλτο, σε ποιανού τα χέρια να στριφογύριζε προτού εγκαταλείψει άθελά του μια αγορίστικη τσέπη πάνω στο ατελείωτο βροντερό κυνηγητό, πάνω – κάτω στη μεταλλική σκάλα (άλλο αγαπημένο παιχνίδι …).

Αν θα έψαχνε κανείς να βρει όχι τους «πρόσφυγες» αλλά τους ανθρώπους, που για ενάμιση χρόνο έζησαν εκεί, σε ένα εγκατελειμμένο βρώμικο κτίριο περιμένοντας μέρα με τη μέρα μια είδηση και χωρίς να το θέλουν ή ίσως και να το καταλάβουν έστησαν μια ζωή με την αταβιστική ανάγκη του ανθρώπου να φτιάχνει το σπιτικό του. Μια προσωρινή, αβέβαιη (πάλι) ζωή που προσπάθησαν να κάνουν πιο όμορφη στολίζοντας με πολύχρωμα φωτάκια τη σκηνή τους, φυτεύοντας λουλούδια ή ζωγραφίζοντας ζωγραφιές που ακόμα είναι μάλλον εκεί μέσα.

Ανθρωποι έζησαν στο Ελληνικό. Κάνοντας ό,τι κάνουν όλοι οι άνθρωποι. Ζώντας. Γιατί πολύ πριν αποκτήσουν τον χαρακτηρισμό του «πρόσφυγα» που τους κάνει στα μάτια πολλών να φαντάζουν «άλλοι», ήταν και παραμένουν μητέρες, πατέρες, παππούδες, γιαγιάδες, παιδιά.