Γιατί το Στεγαστικό έμεινε… άστεγο
| Shutterstock/ CreativeProtagon
Επικαιρότητα

Γιατί το Στεγαστικό έμεινε… άστεγο

Οταν το 33% των Ελλήνων δαπανά το 40% του εισοδήματός του για στέγη, το «Σπίτι μου 2» αυξάνει τις τιμές ακόμη και σε «σαπάκια», οι νέοι καλούνται να πληρώσουν έως και 800 ευρώ για 50 τ.μ. και οι φοιτητές στα νησιά πρέπει να μετακομίζουν κάθε καλοκαίρι λόγω AirBnb, κάτι δεν πάει καλά. Τι φταίει και δεν φέρνουν αποτέλεσμα οι μέχρι σήμερα παρεμβάσεις και πολιτικές;
Ζώης Τσώλης

Τη Δευτέρα η Ελληνική Στατιστική Αρχή θα ανακοινώσει για πρώτη φορά μια ειδική έρευνα για τον πανελλαδικό αριθμό των κατοικιών που αποσύρθηκαν από την αγορά για τους Ελληνες –οικογενειάρχες, νέους και φοιτητές που θέλουν να νοικιάσουν– και απευθύνονται πλέον μόνο στην τουριστική αγορά.

Τα στοιχεία αυτά αναμένεται να προκαλέσουν σοκ, καθώς η έρευνα έχει δείξει ότι περισσότερες από 250.000 κατοικίες έχουν ανέβει στις πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης, διαθέτοντας περισσότερο από 1.100.000 κλίνες στον τουρισμό.

Από μόνο του το φαινόμενο αυτό –το «σύνδρομο Airbnb» όπως αποκαλείται, ακόμη κι αν τα καταλύματα νοικιάζονται μέσω και της Booking, που πρώτη άνοιξε την αγορά και εισήγαγε και στην Ευρώπη την οικονομία του διαμοιρασμού– ήταν ικανό να διώξει τους κατοίκους των πόλεων, πρώτα από τα νησιά, στη συνέχεια από τους χειμερινούς τουριστικούς προορισμούς, και πλέον από τις μεγαλουπόλεις.

Δεν είναι μόνο η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη όπου χάθηκαν τα σπίτια προς ενοικίαση. Είναι και η Βαρκελώνη, η Μαδρίτη, η Ρώμη και άλλες ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις που παραδόθηκαν στον τουρισμό.

Αυτή θεωρείται από τους ειδικούς η κύρια αιτία για την εκτόξευση των ενοικίων στα ύψη (μέση αύξηση 60% τέσσερα χρόνια μετά την πανδημία), καθώς από την αγορά και το οικιστικό απόθεμα, χρόνο με τον χρόνο, μήνα με τον μήνα, αφαιρείται ένας μεγάλος αριθμός κατοικιών.

Σε αυτό το συμπέρασμα έχουν οδηγηθεί όλες οι μελέτες της Τράπεζας της Ελλάδος, με τελευταία εκείνη του Νίκου Βέττα και της ομάδας του ΙΟΒΕ, η οποία διαπιστώνει ότι «το 1/3 των ελληνικών νοικοκυριών δαπανά πάνω από το 40% του εισοδήματος για την κάλυψη του κόστους στέγασης, δείκτης που φέρνει την Ελλάδα στη χειρότερη θέση ανάμεσα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης».

Η εξέλιξη αυτή προήλθε από την εκρηκτική αύξηση των ενοικίων, αλλά και του κόστους ενέργειας (ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου) μεταξύ 2018-2021.

Προχωρώντας στην ανάλυση επιμέρους στοιχείων, οι ερευνητές (Γιώργος Γατόπουλος, Αλέξανδρος Λουκά, Αντώνης Μαυρόπουλος και Σωτήριος Σαπέρας) διαπιστώνουν ότι το ποσοστό των νοικοκυριών που πλήττονται από υπερεπιβάρυνση στο κόστος στέγασης αυξήθηκε, από 28,7% το 2018 σε 30,9% το 2021. Η αύξηση αυτή καταγράφηκε τόσο σε αστικές όσο και σε μη αστικές περιοχές, με τις αστικές να έχουν τα υψηλότερα ποσοστά, φτάνοντας το 32,2%.

Η γεωγραφική κατανομή του προβλήματος παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις, ακριβώς λόγω του τουρισμού. Το Νότιο Αιγαίο καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό υπερεπιβάρυνσης με 45,7%, ακολουθούμενο από την Ηπειρο με 38,0%. Η Αττική, όπου συγκεντρώνεται μεγάλο μέρος του πληθυσμού, εμφανίζει ποσοστό 35,4%, ενώ η Θεσσαλονίκη φτάνει το 35,0%. Αντίθετα, η Κεντρική Ελλάδα παρουσιάζει το χαμηλότερο ποσοστό, στο 23,4%.

Οι αριθμοί αυτοί, για την εκρηκτική αύξηση του κόστους στέγασης, συνδυάζονται με τον αισθητά χαμηλότερο ρυθμό ανόδου των πραγματικών εισοδημάτων στα χρόνια που πέρασαν. Ναι μεν αυξήθηκαν οι κατώτατοι μισθοί και οι μέσες αποδοχές των Ελλήνων, αλλά τα ενοίκια και οι λογαριασμοί έτρεξαν με διπλάσιο ρυθμό.

Ισως εδώ βρίσκεται και η απάντηση στο γιατί τα μέτρα ενίσχυσης των νέων που αναζητούν να αγοράσουν σπίτι,  όπως τα προγράμματα «Σπίτι μου Ι και II», με στεγαστικό δάνειο και επιδοτούμενο από το κράτος επιτόκιο, δεν έδωσαν έστω μια ανάσα στο πρόβλημα.

Οπως δείχνουν τα στοιχεία των τραπεζών, το σύνολο των εκταμιεύσεων στο πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ» ανέρχεται σε μόλις 165 εκατ. ευρώ και αφορά 1.600 πελάτες για το σύνολο των τραπεζών κατά το πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους. Και αυτό όταν, στο ίδιο διάστημα, το σύνολο των υπαγωγών για τα επιδοτούμενα δάνεια (δέσμευση πόρων με την εύρεση ακινήτου) ανέρχεται σε περίπου ένα δισ. ευρώ επί συνολικού προϋπολογισμού δύο δισ. ευρώ, για 8.300 ενδιαφερόμενους.

Γιατί συμβαίνει όμως αυτό;

Οπως εξηγούν πηγές της Τράπεζας της Ελλάδος, το μέτρο αυτό αύξησε τη ζήτηση, και μάλιστα συγκεκριμένων ακινήτων, με αποτέλεσμα οι πωλητές (οι ιδιοκτήτες) να αυξήσουν κι άλλο τις τιμές.

Το αποτέλεσμα είναι οι ενδιαφερόμενοι ή να μην μπορούν να βρουν το κατάλληλο σπίτι ή να αλλάζουν τα δεδομένα του προϋπολογισμού τους και να εγκαταλείπουν το πρόγραμμα.

Ολα αυτά δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν έχει αντιμετωπιστεί, αλλά αντιθέτως, οξύνεται. Και μπορεί η κυβέρνηση να θέλει να δώσει μια ανάσα με την επιστροφή ενός ενοικίου έως 800 ευρώ στους ενοικιαστές τον ερχόμενο Νοέμβριο, αλλά γνωρίζει πολύ καλά ότι αυτό δεν αποτελεί λύση στη συντριπτική μείωση της προσφοράς κατοικιών για τους Ελληνες.

Οι προτάσεις Στουρνάρα

Σε αυτό το σημείο παρεμβαίνει η Κεντρική Τράπεζα και ο διοικητής της Γιάννης Στουρνάρας, προτείνοντας επτά μέτρα πολιτικής που αποσκοπούν στην αύξηση της προσφοράς στέγης και στην προστασία των ευάλωτων νοικοκυριών.

Τα μέτρα αυτά είναι:

  1. Παροχή επιδομάτων στέγασης σε νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος, το οποίο ήδη έχει υιοθετήσει και εφαρμόζει η κυβέρνηση (π.χ. με την επιδότηση ενοικίου στους φοιτητές).
  2. Επέκταση κοινωνικής στέγασης με την ανάπτυξη προγραμμάτων κοινωνικής κατοικίας.
  3. Ρύθμιση αγοράς ακινήτων μέσω ενισχυμένης προστασίας των ενοικιαστών.
  4. Περιορισμοί στην αγορά βραχυχρόνιων μισθώσεων.
  5. Αναθεώρηση ή και κατάργηση πολιτικών όπως η Golden Visa.

Φορολογικά μέτρα

  1. Φορολογικά κίνητρα για την επίσημη καταγραφή κενών ιδιοκτησιών και στη συνέχεια φορολόγηση κενών ακινήτων που κατέχουν οι τράπεζες ή τα funds,
  2. Στοχευμένες φορολογικές μεταρρυθμίσεις (όπως η έκπτωση φόρου που προβλέπει το πρόγραμμα «Ανακαινίζω» για την τόνωση των επενδύσεων στην αγορά ενοικίων).
Exit mobile version