| CreativeProtagon
Απόψεις

Το τεκμήριο της αθωότητας και οι εντυπώσεις 

Στην Ελλάδα καταναλώνουμε καθημερινά «ενόχους» μέσα από τα Μέσα Ενημέρωσης πολύ συχνά πριν καν απαγγελθούν κατηγορίες, όταν ακόμα οι υποθέσεις βρίσκονται στο στάδιο της αστυνομικής ή της δικαστικής έρευνας, ή και στο πλαίσιο της διερεύνησης από τη Βουλή, αν πρόκειται για πολιτικά πρόσωπα
Ανδρέας Στασινός

Οπως μας θύμισε το 2016 η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ), οι περιορισμοί της ελευθερίας της πληροφορίας αποτελούν σε ορισμένες περιπτώσεις εχέγγυο για το σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας. Στο κείμενο των συστάσεων της ΕΕΔΑ, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος οδηγείται στο δικαστήριο για να δικαστεί σε μια δίκαιη δίκη, να αθωωθεί ή να καταδικαστεί, να τιμωρηθεί, αλλά όχι να διαπομπευθεί. Και τονίζεται η ανάγκη για «την προστασία της προσωπικότητας, της τιμής και της υπόληψης του κατηγορούμενου, ο οποίος πρέπει να προστατευθεί απέναντι στο ιδιότυπο τηλεοπτικό (ή και ηλεκτρονικό) ποινικό αρχείο που έχουν πια στη διάθεσή τους τα ΜΜΕ». 

Στην πράξη, όπως ανέφερε το κείμενο των συστάσεων -και όπως διαπιστώνουμε καθημερινά στην τηλεόραση, το διαδίκτυο και τις εφημερίδες- οι περιορισμοί και οι ασφαλιστικές δικλείδες που υφίστανται στη χώρα μας δεν αρκούν για να προστατεύσουν αποτελεσματικά το τεκμήριο αθωότητας.

Η ειδική πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Ενωσης που ονομάζεται ARISA, ασχολείται με την «αξιολόγηση του κινδύνου απομόνωσης των υπόπτων και των κατηγορουμένων καθώς και τη διερεύνηση των συνεπειών στην προσωπική ζωή των ανθρώπων όταν κατηγορούνται για διάπραξη εγκλήματος». Στην ιστοσελίδα της θυμίζει ότι «εννέα εκατομμύρια άνθρωποι διώκονται κάθε χρόνο στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Πολλοί από αυτούς δεν κρίνονται ποτέ ένοχοι».  

Στην Ελλάδα ωστόσο καταναλώνουμε καθημερινά «ενόχους» μέσα από τα Μέσα Ενημέρωσης πολύ συχνά πριν καν απαγγελθούν κατηγορίες, όταν ακόμα οι υποθέσεις βρίσκονται στο στάδιο της αστυνομικής ή της δικαστικής έρευνας, ή και στο πλαίσιο της διερεύνησης από τη Βουλή, αν πρόκειται για πολιτικά πρόσωπα.

Το σύστημα αποδεικνύεται διάτρητο, καθώς τα στοιχεία της έρευνας διαρρέουν πολύ εύκολα στην τηλεόραση και τις ιστοσελίδες και κάποιοι δημοσιογράφοι αναλαμβάνουν τον ρόλο του εισαγγελέα και του δικαστή ενός λαϊκού στην ουσία δικαστηρίου, που στιγματίζει υπόπτους και κατηγορούμενους πολύ πριν καταδικαστούν ή αθωωθούν από τη Δικαιοσύνη.

Τα παραδείγματα είναι αμέτρητα. Ας δούμε δύο πρόσφατα:

Στην πολύκροτη υπόθεση των παρακολουθήσεων, για παράδειγμα, δημοσίευμα του Ιουνίου του 2022 με τίτλο «Ο Μεγάλος Ανιψιός κι ο Μεγάλος Αδερφός» αναφερόταν στον γενικό γραμματέα του Πρωθυπουργού Γρηγόρη Δημητριάδη. Εκανε λόγο για «μπίζνες μέσα απ’ το Μαξίμου» και σημείωνε μεταξύ άλλων ότι «ο κ. Δημητριάδης συναλλάχθηκε με επιχειρηματία, ο οποίος με τη σειρά του συνδέεται με φυσικά και νομικά πρόσωπα που εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα στην υπόθεση των υποκλοπών». Ο κ. Δημητριάδης παραιτήθηκε στις 5 Αυγούστου από τη θέση του καθώς «ανέλαβε την αντικειμενική πολιτική ευθύνη» σύμφωνα με τον Πρωθυπουργό, ως εποπτεύων την ΕΥΠ, μόλις έγινε γνωστό ότι η Υπηρεσία παρακολούθησε το κινητό τηλέφωνο του προέδρου του ΠΑΣΟΚ Νίκου Ανδρουλάκη. Πριν παραιτηθεί, ο κ. Δημητριάδης ζήτησε με αγωγή την ανάκληση των δημοσιευμάτων που τον ενέπλεκαν στις υποκλοπές. Ωστόσο οι υπεύθυνοι των μέσων ενημέρωσης που τον παρουσίαζαν εμμέσως πλην σαφώς ως εγκέφαλο της υπόθεσης των υποκλοπών επικαλέστηκαν κώλυμα των δικηγόρων τους στις 17 Νομεβρίου του 2022 και πέτυχαν αναβολή της δίκης για τον για τον Ιανουάριο του 2024. Δηλαδή αρκετά μετά από τις επόμενες εθνικές εκλογές κι ενώ το θέμα παραμένει στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Παράλληλα, δημοσιεύονται σε συνέχειες ονόματα προσώπων που εμφανίζονται ως θύματα παρακολούθησης, χωρίς κανένα υποστηρικτικό στοιχείο. Και σε αυτή την περίπτωση η διαδικασία αντιστρέφεται: αντί οι καταγγέλλοντες να παρουσιάσουν τα στοιχεία τους -που αρνούνται να το κάνουν- ζητείται από τους καταγγελλόμενους να αποδείξουν ότι δεν είναι ένοχοι, με τις υποψίες να αιωρούνται στις πρώτες σελίδες κάποιων εντύπων καλλιεργώντας εντυπώσεις. Επομένως, στην περίπτωση των υποκλοπών το τεκμήριο της αθωότητας έχει καταργηθεί προκαταβολικά για ένας μέρος του μιντιακού σύμπαντος χωρίς να υπάρχουν κατηγορίες, ούτε καν στοιχεία.

Τις τελευταίες ημέρες διαβάσαμε στον Τύπο ότι η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες πραγματοποίησε ενδελεχή έλεγχο στη ΜΚΟ HumanRights 360. Τα δημοσιεύματα αναφέρονται σε «πόρισμα-”φωτιά”» στο οποίο σημειώνουν ότι γίνεται λόγος για «περίεργη διαδρομή εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ τα οποία αντί να κατευθύνονται στο ανθρωπιστικό έργο της οργάνωσης, κατέληγαν να μεταφέρονται από τον έναν λογαριασμό στον άλλον». Οι τίτλοι, για παράδειγμα, ανέφεραν: «Στον εισαγγελέα για ξέπλυμα χρήματος η ΜΚΟ που κατήγγειλε την Ελλάδα για τους 38 στον Εβρο». Δεν αφήνουν ως εκ τούτου καθόλου χώρο για το τεκμήριο της αθωότητας. Αρκεί όμως το γεγονός ότι πρόκειται για μια ΜΚΟ που έκανε ένα πολύ σοβαρό λάθος το οποίο παραδέχτηκε εκ των υστέρων αφού εξυπηρέτησε -ηθελημένα ή άθελά της- εγχώρια πολιτικά συμφέροντα και επιδιώξεις της Τουρκίας, ώστε να θεωρηθεί a priori ένοχος ο επικεφαλής της για ξέπλυμα χρήματος;

«Ο ιδρυτής της Επαμεινώνδας Φαρμάκης, ο οποίος είδε τους λογαριασμούς του να δεσμεύονται, εμφανίζεται να οικειοποιείται κεφάλαια από ευρωπαϊκούς πόρους, ύψους άνω των 210.000 ευρώ» σημειώνεται σε ένα από τα δημοσιεύματα. Απαντώντας, η ΜΚΟ κάνει λόγο για σειρά «ψευδών και ανυπόστατων ισχυρισμών», σημειώνοντας ότι οι λογαριασμοί δεν έχουν παγώσει και ότι δεν είχε «καμία επίσημη ενημέρωση για το εν λόγω πόρισμα», κοινώς ότι το πληροφορήθηκε από τα δημοσιεύματα. Παράλληλα κάνει λόγο για διαφάνεια στη διαχείριση των οικονομικών και ελέγχους από εξωτερικούς ορκωτούς λογιστές.

Επομένως, ακόμη και σε μια κραυγαλέα υπόθεση που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης ότι εξυπηρετήθηκαν (εκούσια ή ακούσια) εγχώρια πολιτικά συμφέροντα και επικοινωνιακές επιδιώξεις του Ερντογάν, οι επιπλέον αιτιάσεις για οικονομικές ατασθαλίες δεν σέβονται το τεκμήριο της αθωότητας. Ο «κατηγορούμενος» με βάση τα δημοσιεύματα, μαθαίνει από τις εφημερίδες «λεπτομέρειες» για μια έρευνα των αρχών εις βάρος του, ενώ οι αναλυτικές απαντήσεις που δίνει δεν αποτελούν παρά μια υποσημείωση, αν υπάρχει κι αυτή, των επιβαρυντικών εις βάρος του αναφορών στο δικαστήριο της κοινής γνώμης.