Η συνέντευξη της Μαρίας Καρυστιανού στο Kontra δεν είχε καμία έκπληξη. Προφανώς και στοχεύει στη δημιουργία κόμματος και προφανώς «θέλει την πρωτιά, όπως κάθε ένας που συμμετέχει στις εκλογές με στόχο να αλλάξει πράγματα». Ακριβώς το ίδιο είχε πει ο Στέφανος Κασσελάκης, πριν από μερικούς μήνες στο ίδιο κανάλι. Η μεγάλη διαφορά είναι ότι εκείνος είχε ήδη «νοικιάσει» ένα κόμμα. Η μεγάλη ομοιότητα είναι ότι και οι δύο προσπαθούν να παίξουν έναν ρόλο που δεν τους ταιριάζει· τον κύριο Κασσελάκη τον κατέστρεψε ήδη ο «λάθος» ρόλος, όπως κατέστρεψε και το πρώην κόμμα του. Η κυρία Καρυστιανού πιστεύει ότι θα κάνει τη διαφορά.
Εχουν καταστραφεί πολλές καριέρες από έναν λάθος ρόλο και όχι μόνο στο σινεμά. Θα μπορούσε να θυμίσει κανείς σε όλους τους επίδοξους πολιτικούς ηγέτες αυτού του είδους την περίπτωση του Λεχ Βαλέσα. Ο Βαλέσα έμεινε στην Ιστορία ως το πρόσωπο του πολύ επιτυχημένου κινήματος που έριξε τον κομμουνισμό στην Πολωνία και ταυτόχρονα ως ο πλέον αποτυχημένος και καταστροφικός πρόεδρος που είχε ποτέ η χώρα. Η υστεροφημία του διασώθηκε ως έναν βαθμό επειδή το πρώτο γεγονός ήταν κοσμοϊστορικό. Εάν είχε μείνει σε αυτό, θα ήταν για πάντα ένας ήρωας.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της, η κυρία Καρυστιανού έγινε «πραγματική» μόνο τη στιγμή που μιλούσε για την κόρη της και το δωμάτιό της που «δεν αερίζει για να μη φύγει η μυρωδιά της Μάρθης». Αποκλείεται να παρακολουθούσες και να μην συναισθάνθηκες τον λυγμό που την έπνιξε εκείνη τη στιγμή. Διότι είναι αυτός ακριβώς ο λυγμός, αυτή η εικόνα, αυτό το συναίσθημα, που διαπέρασε απ’ άκρη σ’ άκρη την ελληνική κοινωνία, πέρα από πολιτικές, κόμματα, ιδεολογίες και επιμέρους συνθήκες και ένωσε ένα εκατομμύριο ανθρώπους, πέρυσι, στους δρόμους της Αθήνας.
Και συνεχίζει να το κάνει. Και θα μπορούσε να συνεχίσει. Είναι το πιο κοινό πράγμα που έχουμε ζήσει ως χώρα εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Η πιο ευρεία συναίνεση που πετύχαμε.
Η ίδια, παρ’ όλα αυτά, έπνιξε αμέσως τη συγκίνηση και μπήκε πάλι στον ρόλο της πολιτικού που μιλάει με ψυχραιμία και αυτοσυγκράτηση για το νομοσχέδιο για τις Ενοπλες Δυνάμεις, τα αιτήματα των αγροτών, τον Αλέξη Τσίπρα και τον Κυριάκο Βελόπουλο, τους «σοφούς» που θα μας σώσουν, το πρόγραμμα που θα παρουσιάσει για την οικονομία και τον Νικολάς Μαδούρο.
Η στιγμή χάθηκε και μαζί της χάθηκε όλη η βαρύτητα που κουβαλάει η Μαρία Καρυστιανού. Ο άλλος ρόλος, αυτός που επέλεξε, όχι μόνο δεν της «πάει», όχι μόνο δεν τον ξέρει, αλλά ισοπεδώνει και αυτό που πραγματικά η ίδια θα μπορούσε να εκπροσωπεί στο διηνεκές. Τη Μάγδα Φύσσα σκέφτομαι, στον αντίποδα, και μάλλον δεν τη σκέφτομαι μόνο εγώ.
Μετά ήρθε ένας σαρωτικός αχταρμάς, υποβοηθούμενος –μάλλον ακούσια– από τη δημοσιογράφο, η οποία έθετε μηχανικά τις ερωτήσεις: Η κυρία Καρυστιανού προσπαθεί να δείξει ότι έχει άποψη για όλα, ενώ στην πραγματικότητα δεν μπορεί να απαντήσει σε τίποτε. Σε κάποιο σημείο άρχισε να εξηγεί γιατί στο στράτευμα πρέπει να παραμείνουν οι υπαξιωματικοί, με τόσες λεπτομέρειες που ούτε οι ίδιοι δεν θα ανέλυαν. Παίρνοντας το μέρος κάθε «εξεγερμένου» και «διαμαρτυρόμενου» σε αυτή τη χώρα, πιθανώς θεωρεί ότι δημιουργεί ένα εννιαίο μέτωπο «αντίθεσης». Η πιθανότητα τα συμφέροντα των διαφόρων «διαμαρτυρόμενων» να είναι αντικρουόμενα μεταξύ τους, είναι κάτι που μάλλον μελετούν οι «σοφοί».
Κοινός τόπος η αντίθεση σε κάθε «ιδιωτικοποίηση», παρότι οι «σοφοί» του κινήματος-κόμματος προέρχονται όλοι από την «αγορά και είναι επιτυχημένοι στους τομείς τους», η καθολική απαξίωση του πολιτικού συστήματος, παρότι ο Νικόλας Φαραντούρης που «στέκεται στο πλευρό της» είναι εν ενεργεία ευρωβουλευτής και η «εθελοντική» προσφορά όσων εργάζονται για το κίνημα-κόμμα.
Δεν είναι σαφές τι μερίδιο ευθύνης φέρει η ίδια η Μαρία Καρυστιανού για όλα αυτά. Αυτό που είναι σαφές είναι ότι υπάρχουν διάφοροι που τη σπρώχνουν σε αυτήν την κατεύθυνση. Μια προσεκτική ματιά στα σόσιαλ αρκεί για να διαπιστώσει κανείς ποιοι στρώνουν καθημερινά τον ολισθηρό αυτόν δρόμο με κατεβατά «πολιτικής θεωρίας», που μπερδεύει εθνικοπατριωτισμό, θρησκεία, ατομικά και συλλογικά τραύματα, ψυχιατρικοποίηση, κορώνες περί κατάρρευσης της ελληνικής κοινωνίας και ό,τι άλλο μπορεί να πιάσει το κοινό αίσθημα.
Οι «σοφοί» μπορεί να προσφέρουν εντελώς εθελοντικά και ανιδιοτελώς σε αυτήν τη φάση, αλλά μάλλον επενδύουν σε μελλοντικά οφέλη. Οσο ανιδιοτελής και να είσαι, όταν η πολιτική σού πετάξει στον δρόμο κάποιο μισθό, δύσκολα θα τον αρνηθείς. Αλλιώς, δεν θα πήγαινες στην πολιτική.
Αντί αυτού θα συμβούλευες τη Μαρία Καρυστιανού να παραμείνει συγκεντρωμένη στη διεκδίκηση για δικαιοσύνη. Για το παιδί της και για όλους μας. Θα τη συμβούλευες να μην «καεί», βάζοντας τον εαυτό της στη θέση να κοντράρεται με τον κ. Τσίπρα και τον κ. Βελόπουλο στη Β’ Εθνική του εκλογικού σκηνικού. Να μη μιλάει για πράγματα που δεν ξέρει, αποδυναμώνοντας ραγδαία τον εαυτό της και τον σκοπό της.
Εάν γίνει τελικά το κόμμα, κάποιοι από αυτούς θα βρουν τη θέση τους στη Βουλή ή σε κάποιο γραφείο. Θα γίνουν μέρος του συστήματος που τόσο υποτίθεται ότι μισούν.
Η ίδια η Καρυστιανού, από σύμβολο θα γίνει γρανάζι. Ο πιο λάθος ρόλος στο πιο λάθος έργο.
