Εμβολιασμένος μεν ο Ερικ Κλάπτον καταφέρεται συνεχώς εναντίον των εμβολίων και των lockdown | CreativeProtagon
Θέματα

Τι συνέβη και κατέληξε ψεκασμένος ο Ερικ Κλάπτον;

Η συμπεριφορά του θρυλικού κιθαρίστα προβλημάτιζε εδώ και χρόνια τους φίλους και τους συνεργάτες του, ωστόσο η στάση του απέναντι στην πανδημία έχει μπερδέψει τους πάντες, υπονομεύει την καριέρα του και έγινε αφορμή να χαθεί μια φιλία 35 χρόνων
Protagon Team

Οι θαυμαστές των μπλουζ λατρεύουν τον ζωντανό θρύλο της μαύρης μουσικής Ρόμπερτ Κρέι, και ο Κρέι με τη σειρά του λάτρευε τον Ερικ Κλάπτον . Ηταν ο μουσικός ήρωάς του και με τα χρόνια έγινε φίλος του και μέντοράς του. Ωστόσο, έμεινε έκπληκτος όταν άκουσε το «Stand and Deliver», το πρώτο τραγούδι διαμαρτυρίας που είχε κυκλοφορήσει ο Κλάπτον έπειτα από 56 χρόνια ηχογραφήσεων. Μόνο που δεν αφορούσε τον Τζορτζ Φλόιντ ή την υπερθέρμανση του πλανήτη.

Το τραγούδι, που έγραψε σε συνεργασία με τον Βαν Μόρισον τον περασμένο Δεκέμβριο, προκαλώντας τεράστιες αντιδράσεις, ήταν εναντίον των lockdown και των κυβερνητικών προσπαθειών να ελέγξουν την πανδημία κλείνοντας προσωρινά εστιατόρια, γυμναστήρια και αίθουσες συναυλιών.

Οπως γράφει ο Τζοφ Ετζερς στην εφημερίδα The Washington Post, την προσοχή του Ρόμπερτ Κρέι τράβηξε ειδικά ο δεύτερος στίχος: «Θέλεις να είσαι ελεύθερος άνθρωπος / ή θέλεις να είσαι σκλάβος; / Θέλεις να φοράς αυτές τις αλυσίδες / Μέχρι να ξαπλώσεις στον τάφο;»

Τότε ο Κρέι, μαύρος από την πολιτεία της Τζόρτζια και ένας από τους πιο σπουδαίους μπλουζ κιθαρίστες της γενιάς του, πέντε φορές βραβευμένος με Grammy, έστειλε αμέσως ένα e-mail στον Κλάπτον. Πώς είναι δυνατόν να νιώθει άνετα ο 76χρονος κιθαρίστας τραγουδώντας τους στίχους του Μόρισον, που συγκρίνουν το lockdown με τη σκλαβιά;

«Η αντίδρασή του απέναντί ​​μου ήταν ότι αναφερόταν σε σκλάβους, ξέρετε, στην Αγγλία από παλιά», λέει ο Κρέι στην Washington Post. Ωστόσο η απάντηση του Κλάπτον δεν τον ικανοποίησε, ούτε και τα e-mails που ακολούθησαν, οπότε η αλληλογραφία τους σταμάτησε. Και την επόμενη φορά που του έγραψε ο Κρέι, ήταν εβδομάδες αργότερα, για να τον ενημερώσει ευγενικά ότι για να τα έχει καλά με τη συνείδησή του δεν θα μπορούσε να ανοίξει τις συναυλίες του στην προγραμματισμένη περιοδεία του στις ΗΠΑ.

Η αντιδραστική συμπεριφορά του Κλάπτον, εν τω μεταξύ, δεν σταμάτησε εκεί. Μετά το «Stand and Deliver», ο Κρέι άκουσε άλλα δύο τραγούδια του κατά του lockdown, που κυκλοφόρησε ο αγαπημένος φίλος του, και το βίντεο με τις απόψεις του για τα εμβόλια, στο οποίο δεσμεύτηκε επίσης να εμφανίζεται μόνο σε χώρους όπου οι θαυμαστές του δεν θα πρέπει να είναι υποχρεωτικά εμβολιασμένοι.

Επιπλέον, ύστερα από μια συναυλία τον Σεπτέμβριο στο Οστιν, ο Ερικ Κλάπτον πόζαρε με τον κυβερνήτη του Τέξας Γκρεγκ Αμποτ, ο οποίος είχε πρόσφατα υπογράψει τον νόμο για την απαγόρευση των αμβλώσεων, που ξεσήκωσε μεγάλες αντιδράσεις στις ΗΠΑ, καθώς και ένα μέτρο που υποστηρίζεται από τους Ρεπουμπλικανούς για τον περιορισμό του δικαιώματος ψήφου στην πολιτεία. Και κάπως έτσι τελείωσε μια 35χρονη φιλία.

«Υπάρχει αυτή η υπέροχη φωτογραφία (του 2013) μετά τη συναυλία στο Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν, με τον Μπι Μπι Κινγκ  καθισμένο σε μια καρέκλα, και πίσω του όρθιος ο Τζίμι Βον (αδελφός του Στίβι Ρέι Βον) ανάμεσα σε εμένα και τον Ερικ», λέει ο Κρέι στην Washington Post. «Και μετά είδα αυτή τη φωτογραφία του κυβερνήτη Αμποτ, ανάμεσα στον Τζίμι Βον και τον Ερικ Κλάπτον σε παρόμοια πόζα, και λέω, τι είναι λάθος σε αυτή την εικόνα; Γιατί το κάνεις αυτό;»

Ο Ρόμπερτ Κρέι δεν είναι ο μόνος. Πολλοί από τους φίλους και τους θαυμαστές του Ερικ Κλάπτον κάνουν την ίδια ερώτηση. Πριν από την πανδημία, ο Κλάπτον ήταν ένας θρυλικός κιθαρίστας και τραγουδιστής, από τους μεγαλύτερους ανέγγιχτους της ροκ, ένας επιτυχημένος δημιουργός με μεγάλη βαρύτητα, ισάξιος του Μπίλι Τζόελ και του Ελτον Τζον. Το «Unplugged» του 1992, έχοντας πουλήσει πάνω από 25 εκατ. αντίτυπα, παραμένει το live άλμπουμ με τις περισσότερες πωλήσεις όλων των εποχών και ο Ερικ Κλάπτον είναι ο μόνος καλλιτέχνης που μπήκε τρεις φορές στο Rock and Roll Hall of Fame.

Ωστόσο, δεν ήταν πολιτικοποιημένος, όπως άλλοι ρόκερ. Σε έναν όλο και πιο πολωμένο κόσμο, ο Κλάπτον έμεινε εκτός πολιτικής, γράφει ο Ετζερς στην Washington Post. Ποτέ δεν εμφανίστηκε σε συγκεντρώσεις ή πορείες. Οπότε, ήταν σαν να έκανε μια τεράστια στροφή όταν μιλούσε σε ιστότοπους κατά των εμβολίων.

«Εχω μιλήσει με άλλους μουσικούς, παλιούς φίλους μου, σπουδαίους καλλιτέχνες, που θα μείνουν ανώνυμοι στη συζήτησή μας, οι οποίοι λένε, “Τι είναι αυτό που κάνει;”», λέει ο Ρας Τίτελμαν, ο οποίος, μεταξύ άλλων, έχει κάνει την παραγωγή του «Unplugged» αλλά και του νέου άλμπουμ του Κλάπτον,  «Lady in the Balcony: Lockdown Sessions», που πρόκειται να κυκλοφορήσει αυτό τον μήνα.

«Είναι ο αντι-Μπόνο», λέει ο Μπιλ Οουκς, ο οποίος διαχειριζόταν τη δισκογραφική του Κλάπτον κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970. «Είναι η επιτομή κάποιου που ζει για τη μουσική, ποτέ δεν μίλησε με παγκόσμιους ηγέτες ούτε το ήθελε ποτέ».

Συνεντεύξεις του Ετζερς με περισσότερους από 20 μουσικούς και ανθρώπους που γνώριζαν τον Κλάπτον όλα αυτά τα χρόνια, από τις ημέρες του στους Yardbirds έως τις πιο πρόσφατες συναυλίες του, τον Σεπτέμβριο, έριξαν φως στο γιατί μπορεί να μπήκε στη συζήτηση για την Covid-19. Φίλοι και συνεργάτες του διατηρούν την ελπίδα ότι ο Κλάπτον μπορεί να επιδιορθώσει τη ζημιά που έχει κάνει στη φήμη του. Ωστόσο, η απογοήτευσή τους είναι εμφανής.

Ο ντράμερ Τζιμ Κέλτνερ γνωρίζει τον Κλάπτον εδώ και 51 χρόνια: «Κανείς με τον οποίο έχω μιλήσει και ξέρει τον Ερικ, δεν έχει μια απάντηση», λέει. «Ολοι λέμε το ίδιο: “Δεν μπορώ να το καταλάβω”». Νωρίτερα φέτος, όταν άκουσε τον Κλάπτον να παραπονιέται ότι οι φίλοι του τον εγκαταλείπουν, ο Κέλτνερ τού έγραψε ότι πολλοί από αυτούς είναι απλώς μπερδεμένοι. «Είναι κάτι που το προκάλεσε ο ίδιος», λέει ο Κέλτνερ. «Ηλπιζα και προσευχόμουν να μπορέσει να βρει έναν τρόπο, δεν λέω να ξεφύγει από αυτό, αλλά αυτό να μην παρεμβαίνει τελικά στη μουσική».

Ωστόσο, δεν είναι σαφές κατά πόσο νοιάζεται ο Κλάπτον για την κριτική που του ασκούν. Απέρριψε πολλά αιτήματα του Ετζερς για συνέντευξη στην Washington Post και ο μάνατζέρ του, Μάικλ  Ιτον, εξήγησε αυτή την απόφαση με ένα email που έστειλε στην εφημερίδα: «Δεδομένου τού καταθλιπτικά κακού επιπέδου της δημοσιογραφίας, που αντανακλάται σε ορισμένα πρόσφατα άρθρα, ο Ερικ Κλάπτον δεν έχει καμία επιθυμία αυτή τη στιγμή να ασχοληθεί με τον Τύπο των ΗΠΑ. Οποιοσδήποτε βρίσκεται στη δημοσιότητα πρέπει να περιμένει και να αποδέχεται αρνητικά σχόλια, αλλά θα πρέπει να είναι ισορροπημένα», έγραψε στο email του.

Ο Ιτον διευκρίνισε, ακόμη, ότι η φωτογραφία του καλλιτέχνη με τον Αμποτ δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως ένδειξη ότι υποστηρίζει την απαγόρευση των αμβλώσεων, σημειώνοντας ότι ο Κλάπτον «πιστεύει ακράδαντα στην ελευθερία επιλογής η οποία κατευθύνει τη θέση του σχετικά με τους εμβολιασμούς και οι απόψεις του για άλλα θέματα αντικατοπτρίζουν επίσης αυτή την πεποίθηση για την ελευθερία επιλογής».

Στο βίντεο με τις δηλώσεις του Κλάπτον, που δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο, ο διάσημος μουσικός  μιλά για το πώς του επιτέθηκαν από τότε που κυκλοφόρησε το «Stand and Deliver»: «Τη στιγμή που άρχισα να λέω οτιδήποτε για το lockdown, με χαρακτήρισαν υποστηρικτή του Τραμπ», είπε.

Αποκάλεσε τον Μόρισον «ατρόμητο» και ανέφερε ότι προσπάθησε να επικοινωνήσει με τους δικούς του φίλους μουσικούς, «αλλά δεν ακούω κανέναν. Το τηλέφωνό μου δεν χτυπάει πια συχνά. Ούτε λαμβάνω πια πολλά μηνύματα και email. Είναι αρκετά αισθητό».

Ο μπασίστας Νέιθαν Ιστ, ο οποίος παραμένει πιστός στον Κλάπτον έπειτα από δεκαετίες στην μπάντα του και είναι ένας από τους ερμηνευτές στο «Lady in the Balcony», είπε ότι η σύζυγός του και ο μάνατζέρ του τον προέτρεψαν να μιλήσει μόνο αν μπορούσε να αποφύγει να συζητήσει για πολιτική. «Για μένα, η ομορφιά της μουσικής είναι ότι πραγματικά ξεπερνά τη γλώσσα, το χρώμα και την πολιτική», λέει ο Ιστ. Και πράγματι, αυτό ήταν αλήθεια για το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του Ερικ Κλάπτον, ο οποίος στα 18 του, ένα βράδυ του 1963, στο Marquee Club, τον ναό της ροκ στη βρετανική πρωτεύουσα, θα μάγευε τον Μικ Τζάγκερ, τον Κιθ Ρίτσαρντς και τον Μπράιαν Τζόουνς (Διαβάστε εδώ για τη ζωή και την καριέρα του).

Ηταν «ένας χαμαιλέοντας από κάθε άποψη, όχι μόνο με την εμφάνισή του, αλλά και αναδιαμορφώνοντας τον εαυτό του και ξαναφτιάχνοντας την προσωπικότητά του και πηγαίνοντας τη μουσική του σε άλλους τόπους», λέει ο κιμπορντίστας, τραγουδιστής και συνθέτης Μπόμπι Γουίτλοκ, ο οποίος ήταν μόλις 22 ετών το 1970 όταν ίδρυσε με τον Κλάπτον το μπλουζ-ροκ συγκρότημα Derek and the Dominos και έγραψαν επτά τραγούδια μαζί, για το περίφημο άλμπουμ «Layla and Other Assorted Love Songs».

Ηταν η εποχή της πολιτικά συνειδητοποιημένης ποπ μουσικής, από το «Ohio» των Crosby, Stills, Nash and Young μέχρι το «What’s Going On» του Μάρβιν Γκέι. Αλλά η κοσμοθεωρία του Κλάπτον περιοριζόταν στην ταστιέρα της κιθάρας του, γράφει ο Ετζερς στην Washington Post. Επίσης ήταν σφοδρά ερωτευμένος με την Πάτι Μπόιντ, το κακό όμως ήταν ότι εκείνη μόλις είχε παντρευτεί τον καλύτερό του φίλο, τον Τζορτζ Χάρισον (σε εκείνη άλλωστε απευθύνεται το σπαρακτικό κομμάτι «Layla», που  παραμένει βασικό στοιχείο του ρεπερτορίου στις συναυλίες του Κλάπτον). Για την ιστορία, την παντρεύτηκε τελικά το 1979, αλλά μετά από δέκα χρόνια χώρισαν. Ο ίδιος παραδέχτηκε αργότερα ότι τη βίαζε και την κακοποιούσε υπό την επήρεια αλκοόλ και ναρκωτικών.

Ο Κρις Ο’ Ντελ, βοηθός του Χάρισον και στη συνέχεια του Κλάπτον, αναγνωρίζει ότι έχει κάτι το εμμονικό: «Οπως κάθισε κάτω και έμαθε να παίζει κιθάρα με τον τρόπο που το κάνει, με τον ίδιο τρόπο ακολουθούσε την Πάτι. Ισως η εμμονή είναι λάθος λέξη, ίσως το σωστό είναι ότι έχει μόνο ένα πράγμα στο μυαλό του και είναι το μόνο στο οποίο μπορεί να συγκεντρώνεται πραγματικά κάθε φορά», λέει.

Οπως πολλοί άλλοι, ο Κλάπτον είχε ένα πλάνο για το 2020. Το lockdown, ωστόσο, ακύρωσε όλες τις συναυλίες και τις ζωντανές  ηχογραφήσεις του, που ήταν προγραμματισμένες να γίνουν στο Royal Albert Hall του Λονδίνου, «το οποίο είναι καταστροφικό, γιατί είμαι σε μια ηλικία που δεν ξέρω για πόσο ακόμη θα έχω τις ικανότητές μου», είπε ο Κλάπτον στη βιντεοσκοπημένη συνέντευξή του του Ιουνίου.

Αυτή λοιπόν, είναι η βασική θεωρία που έχει προκύψει ως προς το γιατί ο Ερικ Κλάπτον έχει αντιδράσει τόσο σθεναρά στα lockdown. Στα 76 του και με έναν μακρύ κατάλογο προβλημάτων υγείας –από θέματα νεύρων στα χέρια και τα πόδια του, μέχρι απώλεια ακοής– μπορεί να αισθάνεται ότι ο χρόνος του τελειώνει και θέλει απεγνωσμένα να παίζει όσο περισσότερο μπορεί.

«Γι’ αυτό ζει», λέει ο Κέλτνερ. «Δεν μπορείτε να του στερήσετε τις συναυλίες (του). Είναι η ανάσα του».

Ο Κλάπτον εμβολιάστηκε τον Φεβρουάριο. Αλλά είναι δύσπιστος απέναντι στις κυβερνητικές οδηγίες, ενώ επίσης σε όλη τη ζωή του φοβόταν τις βελόνες. Ακόμη και όταν ήταν εθισμένος στην ηρωίνη, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, μόνο την εισέπνεε. «Ενιωσα τόσο μόνος», ακούγεται να λέει στη συνέντευξη του Ιουνίου. «Πραγματικά δεν μπορούσα να μιλήσω στην οικογένειά μου ή στα παιδιά μου. Hταν σαν να τους είχαν κάνει πλύση εγκεφάλου».

Ωστόσο, οι επιστήμονες λένε ότι ο Κλάπτον δεν είναι ένα κοινός άνθρωπος, αλλά ένα δημόσιο πρόσωπο με τεράστια επιρροή: «Θα μπορούσε να μας βοηθήσει να τελειώσουμε με αυτή την πανδημία, ειδικά σε έναν ευάλωτο πληθυσμό», λέει ο Τζόσουα Μπαρόκας, αναπληρωτής καθηγητής Ιατρικής με εξειδίκευση στις μολυσματικές ασθένειες στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Κολοράντο. «Εξετάζουμε εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Θα μπορούσε να είναι ένας παγκόσμιος πρεσβευτής, αλλά αντ’ αυτού επέλεξε τη διαδρομή υπέρ της Covid, κατά της δημόσιας υγείας».

Τα χέρια του Κλάπτον επανήλθαν τελικά και μπορούσε πάλι να παίζει. Τότε ήρθε σε επαφή με τον Νέιθαν Ιστ και του πρότεινε να δημιουργήσουν μια μικρή «φούσκα», όπου θα μπορούσαν να παίξουν και να ηχογραφήσουν με ασφάλεια. Το μέρος βρέθηκε στο Cowdray House, ένα υπέροχο αρχοντικό μέσα σε ένα κλαμπ του πόλο, στο Δυτικό Σάσεξ. Εκεί ηχογράφησαν το τελευταίο άλμπουμ του «Lady», και όπως είπε ο Ιστ, «Τραγουδάει με την καρδιά του, δεν θα ξεχάσω ποτέ τα ρίγη που ένιωσα».

Δεν μίλησαν καθόλου πολιτικά, ωστόσο ο Τίτελμαν, που έκανε την παραγωγή του δίσκου, ένιωσε άβολα όταν ο Κλάπτον του είπε ότι ανάμεσα στα κλασικά κομμάτια του ήθελε να συμπεριλάβει και το «Stand and Deliver». Τελικά τη λύση έδωσε η δισκογραφική, που, σύμφωνα με τον Τίτελμαν, δεν ήθελε το τραγούδι.

Τους μήνες που ακολούθησαν, ο Κλάπτον συνέχισε να παράγει πρωτοσέλιδα με τη φλυαρία του για την Covid. Κυκλοφόρησε άλλο ένα τραγούδι με τον Μόρισον, με τίτλο «The Rebels», και στη συνέχεια το «This Has Gotta Stop», το οποίο έγραψε μόνος του και συνοδευόταν από ένα βίντεο κινουμένων σχεδίων με ανθρώπους σαν ζόμπι που χειραγωγούνται από πολιτικούς και οδηγούνται σε παράλογες δουλειές στο εργοστάσιο.

Αναμφισβήτητα, η  εκστρατεία κατά του lockdown έχει βλάψει τη φήμη του Κλάπτον, γράφει η Washington Post. Τον Οκτώβριο, το περιοδικό Rolling Stone, το οποίο τον είχε παρουσιάσει οκτώ φορές στο εξώφυλλό του με διθυραμβικές κριτικές στο παρελθόν, του έκανε μια τρομακτική επίθεση, όχι μόνο καταγγέλλοντας τη συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια της πανδημίας και ότι χρηματοδοτεί αντιεμβολιαστές, αλλά και υπενθυμίζοντας τις ρατσιστικές δηλώσεις του πριν από 45 χρόνια. Το 1976, κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας στο Μπέρμιγχαμ, ο Κλάπτον είχε πει ότι ήταν σημαντικό «να κρατηθεί η Αγγλία λευκή», υποστηρίζοντας τον ακροδεξιό βουλευτή Ινοχ Πάουελ, ο οποίος είχε δεχτεί κριτική για ξενοφοβικές απόψεις: «Πιστεύω ότι ο Ινοχ έχει δίκιο. Νομίζω ότι πρέπει να τους στείλουμε όλους πίσω. Μαύροι, Αραβες και Τζαμαϊκανοί δεν ανήκουν εδώ. Μην αφήσετε τη Βρετανία να γίνει μαύρη αποικία», είχε πει, προκαλώντας τη δημιουργία του κινήματος διαμαρτυρίας «Rock against Racism».

Αναπόφευκτα, το περιστατικό εξακολουθεί να είναι ένα μελανό σημείο της καριέρας του, παρά το γεγονός ότι αργότερα αναίρεσε τις δηλώσεις του –τις απέδωσε στο αλκοόλ– είπε ότι ντρέπεται και ζήτησε συγγνώμη. Καθώς το κίνημα #BlackLivesMatter διογκώνεται όμως, η διάσημη αμερικανίδα τραγουδοποιός Φίμπι Μπρίτζερς, σε συνέντευξή της πέρσι τον Αύγουστο, τον χτύπησε και αυτή λέγοντας ότι κάνει «εξαιρετικά μέτρια μουσική» και είναι «διάσημος ρατσιστής»…

Οι υπερασπιστές του από την άλλη πλευρά ισχυρίζονται ότι ουδέποτε έκανε ρατσιστικά σχόλια ιδιωτικά, ενώ ο Αλμπι Γκαλούτεν που έπαιζε με τον Κλάπτον τη δεκαετία του 1970 πριν γίνει ο εγκέφαλος των παραγωγών των Bee Gees, αναρωτιέται μήπως το χάος στο οποίο βρίσκεται τώρα οφείλεται, εν μέρει, στον αφελή και απροστάτευτο τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε πάντα την καριέρα του: «Οι περισσότεροι έχουν κάποιον δίπλα τους συνεχώς που τους λέει τι να κάνουν και τι όχι», λέει. «Από την εμπειρία μου με τον Έρικ, είναι ο πιο απονήρευτος άνθρωπος που έχω γνωρίσει ποτέ. Αυτό που νιώθει αυτό κάνει, και αυτό είναι που κάνει τη μουσική του τόσο εκπληκτική και τον κάνει να αγαπά τα μέλη του συγκροτήματός του και τα μέλη του συγκροτήματος να τον αγαπούν. Δεν σκέφτεται τον κόσμο σαν ένα μονοπάτι όπου διαπραγματεύεσαι τον εαυτό σου για να φτάσεις σε ορισμένα επιτεύγματα».

Πολλοί, εξάλλου, που γνωρίζουν τον Κλάπτον θεωρούν λάθος τον  χαρακτηρισμό «ρατσιστής». Αντιθέτως μιλούν για την υποστήριξή του στους μαύρους καλλιτέχνες, είτε δίνοντας σε έναν σχεδόν άγνωστο Γκάρι Κλαρκ τζούνιορ μια κορυφαία θέση στο Crossroads Guitar Festival του 2010 είτε χρησιμοποιώντας την εμπορική επιρροή του για να επιβάλει τη συνεργασία του με έναν ηλικιωμένο Μπι Μπι Κινγκ, σε ένα άλμπουμ.

Ο Γκρεγκ Φιλινγκέινς, πρώην κιμπορντίστας του Κλάπτον, ο οποίος επίσης πιστεύει ότι τα εμβόλια δεν πρέπει να είναι υποχρεωτικά, λέει ότι οι κατηγορίες για ρατσισμό έχουν πολιτικά κίνητρα: «Ολοι κάνουμε λάθη, αλλά σας εγγυώμαι ότι αν ο Ερικ δεν είχε τη στάση που έχει για τον κορονοϊό, αυτά τα πράγματα δεν θα είχαν ξεθαφτεί», λέει.

Γεγονός είναι ότι πρόκειται για έναν από τους καλύτερους κιθαρίστες όλων των εποχών και οι περισσότεροι φίλοι και συνάδελφοί του προτιμούν να μένουν στη μαγεία της μουσικής, όσο κι αν τους μπερδεύει η συμπεριφορά του. Γεγονός, όμως, είναι επίσης ότι η φιλική σχέση του με τον Ρόμπερτ Κρέι, όσο στενή κι αν υπήρξε στο παρελθόν, δεν θα μπορέσει να αποκατασταθεί.

O κιθαρίστας Ρόμπερτ Κρέι

Ο Κρέι λέει ότι ο Κλάπτον έχει αλλάξει με τα χρόνια. Κάποτε γνωστός για τις φάρσες του, έχει χάσει πια το χιούμορ του. Πριν από μερικά χρόνια, μάλιστα, ο Κρέι δεν μπορούσε να πιστέψει στα αυτιά του όταν τον άκουσε να υποστηρίζει το κυνήγι της αλεπούς.

Το φθινόπωρο, καθώς ο Κλάπτον περιόδευε στον αμερικανικό Νότο, ο Κρέι έκανε τις δικές του συναυλίες σε μικρότερους χώρους. Διέγραψε τα email που είχαν ανταλλάξει γιατί τον πονούσε να τα βλέπει: «Είπα στον εαυτό μου ότι δεν χρειάζεται να κάνω καμιά συζήτηση», λέει ο επίσης θρυλικός κιθαρίστας των μπλουζ, «Προτιμώ να μη συναναστρέφομαι με κάποιον που βρίσκεται στα άκρα και είναι τόσο εγωιστής. Αρχίσαμε να παίζουμε μια μουσική που δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής τη στιγμή που ξεκινούσαμε. Εχουμε κερδίσει κάποια φήμη και είμαι καλά, αλλά σίγουρα δεν χρειάζεται να κάνω παρέα με τον Ερικ Κλάπτον για να συνεχιστεί αυτό»…