Στον περίεργο τρόπο με τον οποίο ο κληρονόμος της Hermès, Νικολά Πουές, έχασε το μερίδιό του στον διάσημο οίκο μόδας, αξίας πολλών δισ. ευρώ, ερευνά σε ανάλυσή του ο Economist, παραθέτοντας μία σειρά από σημαντικά γεγονότα.
Τον Σεπτέμβριο του 2022, το διοικητικό συμβούλιο του Ιδρύματος Ισοκράτης (Isocrates Foundation) συγκεντρώθηκε στη Φλωρεντία για την ετήσια συνεδρίασή του. Δεν επρόκειτο για μια συνηθισμένη εταιρική σύναξη: τα μέλη του πραγματοποίησαν τα γεύματά τους σε πολυτελή εστιατόρια, επισκέφθηκαν μουσεία και περιπλανήθηκαν σε ηλιόλουστους δρόμους.
Το μικρό αυτό ίδρυμα, που χρηματοδοτούσε διάφορους ανθρωπιστικούς σκοπούς, επρόκειτο να λάβει δισεκατομμύρια ευρώ με τον θάνατο του ευεργέτη του, γεγονός που θα το καθιστούσε ένα από τα μεγαλύτερα φιλανθρωπικά ιδρύματα στον κόσμο.
Ο ιδρυτής του, ο Νικολά Πουές, ήταν ο μεγαλύτερος μεμονωμένος μέτοχος του οίκου μόδας και ειδών πολυτελείας Hermès. Από το 2004 κατείχε σχεδόν το 6% της εταιρείας – ποσοστό που σήμερα θα άξιζε 13 δισ. ευρώ. Ο Πουές, μέλος της οικογένειας Hermès, δεν έχει παιδιά. Ολόκληρη η τεράστια περιουσία του προοριζόταν για το Ιδρυμα Ισοκράτης, το οποίο είχε συστήσει το 2011 κατόπιν συμβουλής του Ελβετού τραπεζίτη του επί 24 χρόνια, του Ερίκ Φρεϊμόν. Ο Φρεϊμόν είχε οργανώσει το ταξίδι στη Φλωρεντία, είχε φιλοξενήσει τα μέλη του συμβουλίου στην έπαυλή του στην Τοσκάνη και παρέμενε συνεχώς στο πλευρό του Πουές. Ο γραμματέας του ιδρύματος, Νικολά Μπορσινζέ, χαρακτήρισε τη συμπεριφορά του «οικεία» και «δουλοπρεπή».
Στη συνεδρίαση, ο Πουές μίλησε ελάχιστα, παρεμβαίνοντας μόνο για την ακριβή απόχρωση του πράσινου στο νέο λογότυπο του ιδρύματος. «Δεν είχες την αίσθηση ότι επρόκειτο για τη δική του περιουσία», αποκαλύπτει στον Economist, ένα από τα πρόσωπα που συμμετείχε στο ταξίδι.
Οσα ακολούθησαν προκάλεσαν σοκ σε όλους τους εμπλεκόμενους. Ο Φρεϊμόν επέστρεψε στο σπίτι του και βρήκε μια επιστολή που τον απέπεμπε από το διοικητικό συμβούλιο. Τον Οκτώβριο, ο Πουές ανακάλεσε τις εξουσίες που είχε παραχωρήσει στον Φρεϊμόν για τη διαχείριση των χρημάτων του. Αργότερα κατέθεσε μήνυση στη Γενεύη, κατηγορώντας τον για «μαζική απάτη». Ο Πουές είχε συνειδητοποιήσει ότι οι μετοχές του στη Hermès είχαν εξαφανιστεί. Το χειρότερο ήταν ότι έλειπαν εδώ και πάνω από μια δεκαετία. Ούτε η ίδια η Hermès γνώριζε πού βρίσκονταν.
Πολλοί από τους πιο πολυτελείς οίκους, όπως η Hermès, η Ferragamo και η Prada, παραμένουν οικογενειακές επιχειρήσεις, παρότι είναι εισηγμένοι στο χρηματιστήριο. Ο Μπερνάρ Αρνό και η οικογένειά του διατηρούν τον έλεγχο της LVMH, του μεγαλύτερου ομίλου πολυτελείας στον κόσμο. Οι μάρκες καλλιεργούν επιμελώς την εικόνα ευγενών οικογενειακών δυναστειών με εμμονή στην παράδοση.
Η Hermès, που ανήκει κατά περισσότερο από 65% στην οικογένεια, υπερηφανεύεται για τεχνικές που εφαρμόζει, εδώ και αιώνες, στο δέρμα. Περιορίζει έξυπνα την παραγωγή των πιο περιζήτητων προϊόντων της, διατηρώντας τις τιμές υψηλές: μια τσάντα Birkin κοστίζει πάνω από 13.350 δολάρια στο κατάστημα και πολλαπλάσια στη δευτερογενή αγορά. Πουλώντας κυρίως στους πολύ πλούσιους —σε αντίθεση, για παράδειγμα, με τη Gucci, που απευθύνεται και στη φιλόδοξη μεσαία τάξη— η Hermès προστατεύεται από τις διακυμάνσεις της αγοράς πολυτελείας. Οι πελάτες της είναι λιγότερο πιθανό να περιορίσουν τις δαπάνες τους σε περιόδους οικονομικής αστάθειας. Γι’ αυτό και η μετοχή της Hermès έχει αυξηθεί κατά περίπου 150% τα τελευταία πέντε χρόνια (ενώ άλλες μετοχές οίκων πολυτελείας έχουν αυξηθεί το πολύ κατά 50%).
Ομως, συνεχίζει ο Economist, το μυστήριο που καθιστά τόσο κερδοφόρους τους οίκους πολυτελείας ενέχει και κινδύνους. Οι οικογενειακές επιχειρήσεις συχνά δεν διοικούνται βάσει εταιρικών κανόνων αλλά βάσει δεκαετιών παλαιών πιστών συμμαχιών, ανταγωνισμών και άρρητων συμφωνιών. Οι κληρονόμοι σκέφτονται βάσει της γενιάς που θα ακολουθήσει και όχι πώς πηγαίνει η εταιρεία ανά τρίμηνο, ενώ αντιστέκονται σθεναρά τη λογική ότι μπορεί να υπάρξει ανάγκη για περικοπές δαπανών.
Οι οικογενειακές επιχειρήσεις είναι επίσης ευάλωτες σε κρίσεις διαδοχής, κακοδιαχείριση και απόπειρες εξαγοράς — ιδίως όταν πρόκειται για εκτεταμένες δυναστείες με συγγενείς διάσπαρτους σε όλο τον κόσμο.
Η υπόθεση των χαμένων δισεκατομμυρίων του Πουές —σίγουρα μία από τις μεγαλύτερες απάτες στην ιστορία— εγείρει ερωτήματα που υπερβαίνουν το ποιος φταίει. Μαθαίνουν οι μέτοχοι της Hermès όλη την αλήθεια; Και πίσω από τις πασαρέλες και τις λαμπερές βιτρίνες, πόσο βρόμικη είναι στην πραγματικότητα η σύγκρουση μεταξύ των ευρωπαϊκών δυναστειών πολυτελείας;
Η ιστορία της Hermes
Το 1837, ένας δραστήριος τεχνίτης ονόματι Τιερί Ερμές άνοιξε ένα κατάστημα που πουλούσε ιπποσκευές στο ένατο διαμέρισμα του Παρισιού. Οι δουλειές πήγαιναν καλά, αλλά η εταιρεία απογειώθηκε πραγματικά τη δεκαετία του 1850, αφού ο Ναπολέων Γ΄ κατέλαβε την εξουσία και ξεκίνησε τον εκσυγχρονισμό της πρωτεύουσας. Το Παρίσι μεταμορφώθηκε σε μια κομψή μητρόπολη με πάρκα και φαρδιές λεωφόρους, ιδανικές για άμαξες με άλογα.
Κερδοσκόποι επένδυσαν μαζικά στην πόλη, χτίζοντας πολυκατοικίες, ξενοδοχεία, θέατρα, εστιατόρια και πολυκαταστήματα. Καθώς το Παρίσι έγινε τόπος όπου η νεόκοπη αστική τάξη πήγαινε για να βλέπει και να τη βλέπουν, η βιομηχανία της πολυτέλειας γνώρισε άνθηση. Η σύζυγος του Ναπολέοντα Γ΄, η αυτοκράτειρα Ευγενία, έγινε άτυπη πρέσβειρα της μάρκας: μετέφερε τα πράγματά της σε βαλίτσες Louis Vuitton και στόλιζε τα άλογά της με εξοπλισμό Hermes.
Κάθε επόμενη γενιά καθοδήγησε τη Hermes σε ελαφρώς διαφορετική κατεύθυνση. Επί των ημερών του γιου του Τιερί, Σαρλ-Εμίλ Ερμές, η εταιρεία άρχισε να κατασκευάζει σέλες (λέγεται ότι οι πελάτες άρχισαν να παραπονιούνται πως τα άλογά τους ήταν καλύτερα ντυμένα από τους ίδιους). Ο γιος του Σαρλ-Εμίλ, ο Εμίλ-Μορίς Ερμές, σχεδίασε μια υπερμεγέθη δερμάτινη τσάντα στην οποία οι πελάτες μπορούσαν να μεταφέρουν τις μπότες τους. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο εγγονός του Εμίλ-Μορίς, Ζαν-Λουί Ντιμά, κάθισε δίπλα στη βρετανίδα ηθοποιό Τζέιν Μπίρκιν σε ένα αεροπλάνο. Οταν η Μπίρκιν παραπονέθηκε για την έλλειψη ευρύχωρων γυναικείων τσαντών στην αγορά, ο Ντιμά σχεδίασε ένα αρχικό σκίτσο για αυτό που θα γινόταν η τσάντα Birkin.
Η οικογένεια εξακολουθεί να διοικεί τη Hermes σαν ένα μικρό ατελιέ. Η παραγωγή αυξάνεται μόνο οριακά κάθε χρόνο, παρά τις μακροχρόνιες λίστες αναμονής, και κάθε εργαστήριο περιορίζεται σε 300 εργαζομένους. Οι τεχνίτες, που γνωρίζουν άριστα την ιστορία της μάρκας, αναφέρονται στον Εμίλ-Μορίς και στον Ζαν-Λουί με τα μικρά τους ονόματα, σαν να μιλούσαν για τους δικούς τους παππούδες.
Σήμερα, συνεχίζει ο Economist, η οικογένεια είναι χωρισμένη σε τρεις κλάδους, που κατάγονται από τις κόρες του Εμίλ-Μορίς. Οι Ντιμά, που κατέχουν τις κορυφαίες θέσεις, είναι διακριτικοί προτεστάντες εργάτες — ο Αξέλ Ντιμά είναι ο σημερινός διευθύνων σύμβουλος.
Οι Πουές μοιράζονται αυτή τη συγκρατημένη στάση αλλά σε μεγάλο βαθμό μένουν εκτός της καθημερινής λειτουργίας του ομίλου. Μέχρι πρόσφατα, οι Γκεράν, διασκορπισμένοι στο Μαρόκο, στην Αμερική και αλλού, θεωρούνταν τα «ανεξέλεγκτα στοιχεία» της οικογένειας, με τους απογόνους τους να βρίσκονται στα πρωτοσέλιδα των ταμπλόιντ στις αρχές της δεκαετίας του 2000.
Το να διοικεί κανείς μια οικογενειακή επιχείρηση απαιτεί περισσότερα από απλή επιχειρηματική ικανότητα. «Ενα από τα καθήκοντα του διευθύνοντος συμβούλου της Hermès», εξηγεί στον Economist ο Στεφάν Βαρνιέ, που εργάστηκε στο τμήμα επικοινωνίας της εταιρείας, «είναι να κρατά την οικογένεια ενωμένη». Ανά πάσα στιγμή υπάρχει κάποιος κληρονόμος που χρειάζεται ρευστό και θέλει να πουλήσει το μερίδιό του.
Τα κορυφαία στελέχη οργανώνουν ταξίδια σε εγκαίνια καταστημάτων στο εξωτερικό για μακρινούς συγγενείς με ρητό σκοπό να «τους κάνουν να νιώθουν μέρος της ζωής της εταιρείας». Ακόμη και όσοι έχουν πολύ μικρά ποσοστά προσκαλούνται σε λαμπερά πάρτι και λαμβάνουν τσάντες Birkin ως δώρα.
Η πορεία του Νικολά Πουές
Ο Νικολά Πουές, δισέγγονος του Τιερί Ερμές, γεννήθηκε σε προάστιο του Παρισιού το 1943. Εκείνος και τα αδέλφια του μεγάλωσαν περιπλανώμενοι στα κεντρικά γραφεία της Hermes στην οδό Rue du Faubourg Saint-Honore, όμως ο Πουές έδειξε ελάχιστο ενδιαφέρον για την επιχείρηση. Προτιμούσε να διασκεδάζει με κοσμικούς και διασημότητες, ανάμεσά τους και ο Ιβ Σεν Λοράν. Ο μεγαλύτερος αδελφός του, ο Μπερτράν, φέρεται να σκέφτηκε να τον θέσει υπό επιτροπεία για να τον εμποδίσει να σπαταλήσει την περιουσία του.
Κάποιοι λένε ότι η σπατάλη του Πουές τον κατέστησε το «μαύρο πρόβατο» της οικογένειας• άλλοι ότι οι συγγενείς του αποδοκίμαζαν το γεγονός ότι είναι ομοφυλόφιλος. Σε κάθε περίπτωση, όπως συμβαίνει με πολλούς κοσμικούς τύπους, με την ηλικία ηρέμησε. Τη δεκαετία του 1990 αποσύρθηκε από τη δημόσια ζωή και απομακρύνθηκε από την οικογένειά του. Τελικά έφυγε από τη Γαλλία, μετακινούμενος μεταξύ μιας φάρμας έξω από τη Σεβίλλη και ενός ανακαινισμένου πανδοχείου στις ελβετικές Αλπεις.
Το 1996 πέθανε η μητέρα του Πουές. Η Υβόν Πουές (το γένος Ερμές) άφησε στον γιο της ποσοστό 4,7% της εταιρείας. (Το 2004 απέκτησε ακόμη 1% όταν πέθανε η αδελφή του Οντίλ.) Σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα, ο Πουές κατέθεσε τις μετοχές σε τρεις ελβετικές τράπεζες, κατόπιν συμβουλής του Φρεμόν, τον οποίο είχε γνωρίσει το 1989.
Σύμφωνα με τον Economist ο Φρεμόν εισήγαγε τον Πουές στην καλή κοινωνία της Γενεύης. Οι δυο τους έκαναν μαζί διακοπές και συνδέθηκαν μέσω της αγάπης τους για την τέχνη. Το 1998 ο Πουές έδωσε στον Φρεμόν σχεδόν πλήρη έλεγχο των οικονομικών του, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να πωλεί περιουσιακά στοιχεία εξ ονόματός του, και τον επόμενο χρόνο του παραχώρησε πληρεξουσιότητα. Σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα, ο Πουές έτρεφε «μεγάλη εμπιστοσύνη» στον τραπεζίτη του, υπογράφοντας έγγραφα χωρίς να τα διαβάζει και ελέγχοντας σπάνια τους λογαριασμούς του. Γνώρισε συνεργάτες του Φρεμόν, ανάμεσά τους τη Φαράχ Ντιμπά, την τελευταία αυτοκράτειρα του Ιράν, καθώς και τον φίλο και δικηγόρο του Φρεμόν, Φρανσουά Μπες, ο οποίος άρχισε επίσης να εκπροσωπεί τον Πουές.
Ο Πουές και ο Φρεμόν ήταν, από ορισμένες απόψεις, ένα παράξενο ζευγάρι. Κάθε πηγή με την οποία μίλησε ο Economist χρησιμοποίησε τις ίδιες λέξεις για να περιγράψει τον Πουές: σεμνός, χαμηλών τόνων, ήπιος — αν και όχι ιδιαίτερα οξυδερκής. Τόνισαν ότι μετά την αποχώρησή του από τη Γαλλία δεν έκανε επίδειξη του πλούτου του (αν και έκανε εξαιρέσεις για περιστασιακά πολυτελή πάρτι γενεθλίων, ιδιωτικές πτήσεις και μια μπορντό Bentley).
Ο Φρεμόν, δεκαπέντε χρόνια νεότερος, ήταν μέλος της ελίτ της Γενεύης. Στις φωτογραφίες συνήθως φορά ραμμένα κοστούμια και γυαλιά με στρογγυλούς φακούς και κρατά συχνά ένα ποτήρι σαμπάνιας. Ο Φρεμόν και η σύζυγός του Καρολίν ήταν γνωστοί για τα κοσμικά πάρτι υψηλής κοινωνίας που διοργάνωναν στο σπίτι τους πάνω στα τείχη της παλιάς πόλης της Γενεύης και στο σαλέ τους του 18ου αιώνα κοντά στο Γκστάαντ. Αυτές οι δεξιώσεις βοήθησαν τον Φρεμόν να καλλιεργήσει ισχυρές διασυνδέσεις. Αφού σπούδασε νομικά και εργάστηκε σε ιδιωτική τράπεζα, ίδρυσε τη δική του εταιρεία το 2001 με την ονομασία Semper Gestion, η οποία έφτασε να διαχειρίζεται δισεκατομμύρια. Ο Φρεμόν διαχειριζόταν τις περιουσίες της γαλλίδας χορεύτριας Ζιζί Ζανμαίρ και της Ούρσουλα Αντρες. Γνώρισε επίσης αρκετά μέλη της οικογένειας Ερμές, αρκετοί από τους οποίους έγιναν πελάτες του. Δεν άργησε το μικρό μαύρο βιβλίο επαφών του να τραβήξει την προσοχή στελεχών της LVMH.
Η επίθεση της LVMH
Ο Μπερνάρ Αρνό, ιδρυτής της LVMH, πιστώνεται με τη μεταμόρφωση του τομέα της πολυτέλειας από ένα σύνολο μικρών οίκων σε μια παγκόσμια βιομηχανία πολλών δισεκατομμυρίων. Εχτισε την αυτοκρατορία του εξαγοράζοντας μικρότερες επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων οι Louis Vuitton, Dior, Moët & Chandon, καθώς και διάφορους ωρολογοποιούς και κοσμηματοποιούς, κερδίζοντας το προσωνύμιο «ο λύκος με κασμίρι». Το 1999 ο Αρνό προσπάθησε να αποκτήσει τη Gucci, αλλά απέτυχε. Επειτα, η Hermes τράβηξε το ενδιαφέρον του.
Ηταν μια επικίνδυνη στιγμή για την εταιρεία. Ο διευθύνων σύμβουλος, Ζαν-Λουί Ντιμά, ο «πατέρας» της Birkin, έπασχε από Πάρκινσον και δεν υπήρχε σαφές σχέδιο διαδοχής. Το 2001 και το 2002 η LVMH άρχισε αθόρυβα να αγοράζει μετοχές της Hermes μέσω των χρηματιστηριακών αγορών. Συνολικά, αυτές οι αγορές έφτασαν λίγο κάτω από το όριο του 5%, πάνω από το οποίο το γαλλικό δίκαιο απαιτεί από τους επενδυτές να δηλώνουν τις συμμετοχές τους.
Ο Αρνό και η ομάδα του ήρθαν σε επαφή με τον Φρεμόν και οι δύο άνδρες συναντήθηκαν μυστικά αρκετές φορές για να διαπραγματευτούν μια συμφωνία, υπογραμμίζει το δημοσίευμα του Economist. Ο Πουές συχνά συμμετείχε στις συναντήσεις. Ο Φρεμόν είχε αναλάβει να εντοπίσει μέλη της οικογένειας που ήταν πρόθυμα να πουλήσουν τις μετοχές τους και να μεταφέρει διακριτικά τα μερίδιά τους στον Αρνό. Ο ρόλος του Πουές στην υπόθεση παραμένει ασαφής. Σε δικαστικά έγγραφα, ο Πουές φέρεται να λέει ότι δεν είχε «καμία αντίρρηση» στη συμφωνία, αλλά ότι δεν συμφώνησε ποτέ να πουλήσει το δικό του ποσοστό (το οποίο στο τέλος του 2008 θα άξιζε περίπου 500 εκατ. ευρώ).
Οι εξαγορές αυτές δομήθηκαν προσεκτικά ώστε να αποφευχθεί η υποχρέωση γνωστοποίησης. Το 2008 η LVMH συνήψε συμβάσεις ανταλλαγής (swap) με τρεις γαλλικές τράπεζες, οι οποίες επέτρεπαν στον Αρνό να στοιχηματίσει στη μελλοντική τιμή των μετοχών της Hermes. Για να διαχειριστούν τον κίνδυνο, οι τράπεζες αγόρασαν οι ίδιες μετοχές της Hermes — ορισμένες εκτός αγοράς. Αρχικά, η LVMH επρόκειτο να λάβει μετρητά όταν τα στοιχήματά της απέδιδαν, όμως η συμφωνία τροποποιήθηκε ώστε οι τράπεζες να καταβάλλουν την απόδοση σε μετοχές της Hermes.
Στις 23 Οκτωβρίου 2010 η LVMH ανακοίνωσε ότι κατείχε το 14,2% της Hermes (ποσοστό που θα αυξανόταν σε πάνω από 20% πριν το τέλος του έτους). Η μετοχή της Hermes εκτινάχθηκε κατά περισσότερο από 15% μετά την ανακοίνωση. Η οικογένεια Ερμές αιφνιδιάστηκε. Ο Αρνό εξόργισε τα στελέχη της Hermès αρνούμενος ότι σχεδίαζε να εξαγοράσει την εταιρεία και χαρακτηρίζοντας την επένδυση «φιλική». Ο αδελφός του Πουές, ο Μπερτράν, που τότε ήταν πρόεδρος της Hermès, είπε πικρόχολα σε δημοσιογράφο: «Με τέτοιους φίλους, ποιος χρειάζεται εχθρούς;» Ο διευθύνων σύμβουλος του ομίλου πρόσθεσε: «Αν θέλεις να αποπλανήσεις μια όμορφη γυναίκα, δεν ξεκινάς βιάζοντάς την από πίσω».
Η LVMH δεν κατάφερε ποτέ να συγκεντρώσει αρκετές μετοχές της Hermès ώστε να μπλοκάρει αποφάσεις της οικογένειας. Οι κληρονόμοι της Hermès συσπειρώθηκαν για να αποτρέψουν την εξαγορά. Στις 5 Δεκεμβρίου 2010 ανακοίνωσαν τη δημιουργία μιας νέας οικογενειακής εταιρείας συμμετοχών, της H51, στην οποία δεκάδες κληρονόμοι κατέθεσαν πάνω από το 50% του κεφαλαίου της εταιρείας, ουσιαστικά «κλειδώνοντας» τις συμμετοχές τους για τα επόμενα 20 χρόνια. (Το 2022 η προθεσμία παρατάθηκε έως το 2041.)
Στο μεταξύ, η γαλλική χρηματοπιστωτική ρυθμιστική αρχή, η Autorité des Marchés Financiers (AMF), άνοιξε έρευνα για την απόκτηση μετοχών της Hermès από τη LVMH. Τον Ιούνιο του 2013 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι πληροφορίες που είχε παράσχει η LVMH δεν ήταν επαρκώς ακριβείς, σαφείς και ειλικρινείς. Η AMF επέβαλε στη LVMH πρόστιμο οκτώ εκατ. ευρώ. Το ποσό αυτό ωχριούσε μπροστά στα 3,8 δισ. ευρώ σε κεφαλαιακά κέρδη που ανακοίνωσε η LVMH από την επένδυσή της στη Hermès, χάρη στην άνοδο της τιμής της μετοχής.
Οπως σημειώνει ο Economist όταν ζητήθηκε σχόλιο για τα ζητήματα που θίγονται σε αυτό το άρθρο, η LVMH κοινοποίησε δελτίο Τύπου που εξέδωσε την περασμένη εβδομάδα μετά την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τις συναλλαγές της με τη Hermès: «Η LVMH και οι μέτοχοί της επαναλαμβάνουν κατηγορηματικά ότι ουδέποτε, σε καμία χρονική στιγμή, εκτράπηκαν μετοχές της Hermes International με οποιονδήποτε τρόπο και ότι δεν κατέχουν “κρυφές” μετοχές — σε αντίθεση με τους υπαινιγμούς που προβάλλει ο κ. Νικολά Πουές, ο οποίος επέλεξε να προσφύγει στα γαλλικά δικαστήρια αφού απορρίφθηκε επανειλημμένως από την ελβετική Δικαιοσύνη.» Η LVMH δήλωσε ότι «αβάσιμες κατηγορίες» αναφέρθηκαν σε πρόσφατα δημοσιεύματα, «επιδιώκοντας να επανερμηνεύσουν τις συνθήκες υπό τις οποίες η LVMH απέκτησε τη συμμετοχή της στη Hermès International πριν από περισσότερα από 15 χρόνια».
Οι πρώτες ανησυχίες
Μετά την ανακοίνωση του Αρνό το 2010, οι υποψίες στράφηκαν προς τον Πoυές. Η οικογένειά του που τον θεωρούσε επί μακρόν έναν ακίνδυνο εκκεντρικό, άρχισε να τον βλέπει ως τον Ιούδα. Ο ίδιος ισχυριζόταν ότι εξακολουθούσε να κατέχει το ποσοστό του 6% στη Hermès, αλλά αρνήθηκε να «κλειδώσει» τις μετοχές του στην H51. Αντ’ αυτού, ανακοίνωσε ότι θα δημιουργούσε ένα ίδρυμα και ότι θα άφηνε σε αυτό τις μετοχές του μετά τον θάνατό του. Ωστόσο, παραχώρησε στην οικογένειά του δικαίωμα πρώτης άρνησης σε περίπτωση που αποφάσιζε ποτέ να πουλήσει το ποσοστό του.
Παρά τις διαμαρτυρίες του Πουές, οι συγγενείς του ανησυχούσαν ολοένα και περισσότερο ότι το ποσοστό του είχε παραδοθεί στον Αρνό. Η διερεύνηση του τι είχε συμβεί στις μετοχές του Πουές περιπλέχθηκε από το γεγονός ότι επρόκειτο για μετοχές στον κομιστή. Οι μετοχές στον κομιστή ήταν παλαιότερα χάρτινα πιστοποιητικά που ανήκαν σε όποιον τις κατείχε σε φυσική μορφή και σε δεδομένη χρονική στιγμή. Το γαλλικό δίκαιο απαιτεί πλέον την ψηφιοποίησή τους. Σε αντίθεση με τις ονομαστικές μετοχές, όμως, οι εταιρείες δεν γνωρίζουν τα ονόματα των κατόχων των μετοχών στον κομιστή (κάτι που τις καθιστά ελκυστικές για επενδυτές που επιθυμούν να παραμείνουν ανώνυμοι). Οι εταιρείες επικοινωνούν μόνο με τον διαμεσολαβητή, συνήθως μια τράπεζα, στην οποία τηρούνται οι μετοχές.
Η Hermès χρησιμοποίησε την Euroclear France, τον φορέα που είναι αρμόδιος για την παρακολούθηση της ιδιοκτησίας μετοχών και ομολόγων, για να ζητήσει από τους διαμεσολαβητές που κατείχαν τις μετοχές της στον κομιστή να αποκαλύψουν τα ονόματα των ιδιοκτητών τους. Η Hermès όμως δεν έλαβε απαντήσεις.
Η Hermès συνεχίζει να καταβάλλει μερίσματα για τις μετοχές του Πoυές. Οι πληρωμές για τις μετοχές στον κομιστή καταβάλλονται στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που τις διαχειρίζονται, οπότε η εταιρεία δεν έχει τρόπο να γνωρίζει αν τα ποσά αυτά έχουν καταλήξει στα χέρια του Πυές. Τα τελευταία πέντε χρόνια, οι πληρωμές για 6 εκατ. μετοχές της Hermès θα ανέρχονταν σε πάνω από 450 εκατ. ευρώ. Από το 2015 η Hermès σταμάτησε να αναφέρει το ποσοστό του Πυές στις ετήσιες εκθέσεις, υποδηλώνοντας ότι διέθετε επαρκή στοιχεία πως ο Πυές δεν κατείχε πλέον όλες αυτές τις μετοχές.
Το ίδιο έτος, η Hermès κατέθεσε ποινική μήνυση στη Γαλλία κατά του Πουές για χρήση εγγράφων που είχαν πλαστογραφηθεί από τον Φρεμόν. Ουσιαστικά, η εταιρεία κατηγορούσε τον Πουές ότι ισχυριζόταν ψευδώς πως κατείχε μετοχές της Hermès. Ο Φρεμόν προσπάθησε να καθυστερήσει την υπόθεση αμφισβητώντας διαδικαστικά σημεία και φέρεται να συμβούλευσε τον Πoυές να μην εμφανιστεί στο δικαστήριο.
Η αποτυχία της σύμπραξης με τη LVMH αποτέλεσε τεράστια απογοήτευση για τον Φρεμόν, ο οποίος περίμενε να αποκομίσει μια μικρή περιουσία για τις υπηρεσίες του. Σύμφωνα με το γαλλικό περιοδικό Glitz, υπέβαλε καταγγελία κατά του Αρνό διεκδικώντας το 10% των κεφαλαιακών κερδών που αποκόμισε η LVMH από τις μετοχές της Hermès. Ο Φρεμόν φέρεται να απασχόλησε ιδιωτικούς ντετέκτιβ για να ερευνήσουν αυτό που πίστευε ότι ήταν παρασκηνιακές συναλλαγές του Αρνό και προσκόμισε στοιχεία τα οποία, όπως ισχυριζόταν, έδειχναν ότι η LVMH, παρά τις διαψεύσεις του Αρνό, είχε πράγματι σχεδιάσει την εξαγορά της Hermès. Ο Φρεμόν, σύμφωνα με το Glitz, απέσυρε την καταγγελία του το 2019.
O Πoυές στάθηκε στο πλευρό του τραπεζίτη του. Η Σαρλότ Μπιλζέ, δικαστής που επέβλεψε επί σειρά ετών την ποινική μήνυση της Hermès, αποκάλυψε στον Economist ότι ο Πουές βρισκόταν «σε πλήρη άρνηση» και μάλιστα έγραψε στο δικαστήριο ζητώντας της να σταματήσει τη δίωξη κατά του Φρεμόν. «Εμοιαζε με κάποιον που χειραγωγούνταν εύκολα», εξήγησε η Μπιλζέ. Τον παρομοίασε με τον πρίγκιπα Μίσκιν, τον αφελή ήρωα του μυθιστορήματος του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι «Ο Ηλίθιος».
Το απομονωτήριο στις Αλπεις και η δικαστική διαμάχη
Ο Πουές συνήθιζε τα καλοκαίρια του να τα περνά στο χωριό Φερέ στις ελβετικές Αλπεις. Το χωριό αποτελείται από μια χούφτα σπίτια σε σχήμα Toblerone με κρεμαστά καλάθια και ονόματα όπως Le Petit Paradis σε χειροποίητες πινακίδες.
Ο Πουές ζούσε μαζί με ένα ζευγάρι. Τον μαροκινό επιστάτη, Τζαντίλ Μπουτράκ-Αμπντεραζάκ και τη σύζυγό του Μαρία Παζ Πινέρο. Ο Μπουτράκ πιστεύεται ότι άρχισε να εργάζεται για τον Πουές τη δεκαετία του 1990 και σε κάποιο σημείο τον ακολούθησε η σύντροφός του, Maria Paz Pinero. Πολλές πηγές ανέφεραν στον Economist ότι ο Πουές είχε μία «ασυνήθιστα στενή σχέση» με τον Μπουτράκ, ενώ περιέγραψαν την Πινέρο ως «μία οξύθυμη γυναίκα».
Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ο Πουές έκοψε τους δεσμούς με σχεδόν όλους όσους γνώριζε. Για 18 μήνες δεν είδε τον Φρεμόν από κοντά, επικοινωνώντας μαζί του μόνο τηλεφωνικά. Φαίνεται ότι οι μόνοι άνθρωποι με τους οποίους περνούσε χρόνο ήταν η Μπουτράκ και ο Πινέρο. Ισως, εκτιμά ο Economist, το ζευγάρι να έπεισε τον Πουές ότι ο τραπεζίτης του δεν ενεργούσε προς το συμφέρον του. Σε συνέντευξή του στο L’Express, ο Πουές είπε ότι συνειδητοποίησε ότι ο Φρεμόν του έλεγε ψέματα όταν ένα μεγάλο χρηματικό ποσό που είχε ζητήσει από τον Φρεμόν να δώσει στον Μπουτράκ δεν υλοποιήθηκε.
Οποια και αν ήταν η αφορμή, ο Πουές φαίνεται να άρχισε να ανησυχεί για την τύχη των μετοχών που κληρονόμησε. Το 2021 και το 2022 έγραψε στον Φρεμόν ζητώντας πληροφορίες για τις συμμετοχές του. Σύμφωνα με έγγραφα που κατατέθηκαν σε δικαστήριο της Γενεύης, οι επιστολές αυτές έμειναν αναπάντητες.
Το σημείο καμπής ήρθε πιθανώς όταν ο Πουές, ανακάλυψε ότι η περιουσία του Richard Desurmont, κληρονόμου μιας γαλλικής εταιρείας κλωστοϋφαντουργίας, τον μηνύει για απλήρωτα χρέη. Αποκαλύφθηκε ότι ο Φρεμόν ανέλαβε τη διαχείριση της περιουσίας του Desurmont μετά το θάνατό του το 2021 και είχε δανείσει 20 εκατομμύρια ευρώ από την κληρονομιά του στον Πουές στις αρχές του 2022. Αν ο Πουές κατείχε μετοχές της Hermès αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων, οι οποίες αποφέρουν υψηλά μερίσματα, γιατί ο τραπεζίτης του ανέλαβε χρέη στο όνομά του;
Τον Οκτώβριο του 2022, ο Πουές τελικά απέλυσε τον Φρεμόν. Αφησε να εννοηθεί ότι ήθελε να αφήσει τις μετοχές του στον Μπουτράκ αντί για το ίδρυμα Ισοκράτης, το οποίο ο Φρεμόν είχε βοηθήσει να ιδρυθεί. Τον Φεβρουάριο του 2023, ο Πουές εξέτασε το ενδεχόμενο να υιοθετήσει τον Μπουτράκ. Τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του ο Economist, επιβεβαιώνουν ότι ο Πουές μεταβίβασε δεκάδες ακίνητα στον Μπουτράκ μέχρι το 2023.
Οι δικηγόροι του Πουές ζήτησαν από το ίδρυμα Ισοκράτης να ακυρώσει τη συμφωνία που του δίνει δικαιώματα επί των μετοχών του Πουές όταν πεθάνει. Το διοικητικό συμβούλιο αρνήθηκε.
Ο Φρεμόν, εν τω μεταξύ, ζήτησε την παρέμβαση της ελβετικής αρχής προστασίας παιδιών και ενηλίκων, ισχυριζόμενος ότι ανησυχούσε για την ευημερία του Πουές. Στην έκθεση, την οποία έχει δει ο Economist, περιγράφει τον Πουές ως έναν ευάλωτο ηλικιωμένο άνδρα που έχει παγιδευτεί από τον Μπουτράκ και την Πινέρο και τον χαρακτηρίζει ως «φίλο για τον οποίο ο Ερίκ Φρεμόν διατηρεί όλη του την καλοσύνη και την αγάπη».
Τον Σεπτέμβριο του 2023, ο Πουές υπέβαλε αίτηση σε δικαστήριο της Γενεύης, κατηγορώντας τον Φρεμόν για υπεξαίρεση. Ζήτησε να ανακριθούν ο Φρεμόν και η σύζυγός του, να γίνει έρευνα στο σπίτι τους στη Γενεύη και να κατασχεθούν όλα τα έγγραφα ή τα περιουσιακά στοιχεία που σχετίζονταν με την χαμένη περιουσία του. Ωστόσο, η καταγγελία ήταν τόσο κακώς συνταγμένη — με ελλιπή έγγραφα και λανθασμένα νομικά επιχειρήματα — που το δικαστήριο αρνήθηκε να ξεκινήσει έρευνα. Οι εισαγγελείς δήλωσαν ότι δεν ήταν ρόλος τους «να διεξάγουν προκαταρκτικές έρευνες σε μια προσπάθεια να εντοπίσουν πιθανά αδικήματα».
Απρόθυμος να αποθαρρυνθεί, ο Πουές μετέφερε τη μάχη στη Γαλλία, όπου υπέβαλε καταγγελία εναντίον του Φρεμόν για κατάχρηση εμπιστοσύνης και υπεξαίρεση κεφαλαίων. Αυτή τη φορά η υπόθεσή του ήταν καλύτερα δομημένη. Οι δικαστές στο Παρίσι την συνέδεσαν με την εκκρεμή αγωγή για απάτη της Hermès από το 2015. Μετά από χρόνια αποξένωσης, ο Πουές και η οικογένειά του πολεμούσαν πλέον από την ίδια πλευρά.
Ο Φρεμόν κατέβαλε μια ύστατη προσπάθεια να βγει από την τρύπα που είχε σκάψει ο ίδιος. Αυτός και ο Μπεσέ, ο δικηγόρος του Πουές και σύμμαχος του Φρεμόν, κανόνισαν την πώληση των έξι εκατομμυρίων μετοχών του Πουές στη βασιλική οικογένεια του Κατάρ. Ο Φρεμόν ονομάστηκε «σύμβουλος» της συμφωνίας, παρά το γεγονός ότι είχε απολυθεί από τον Πουές. Σύμφωνα με αγωγή που κατέθεσαν οι Καταριανοί στην Ουάσινγκτον, οι μετοχές επρόκειτο να «επανεκδοθούν» από την Euroclear και να τους παραδοθούν. Αλλά στις 19 Μαρτίου, ο Μπεσέ έγραψε στη βασιλική οικογένεια τα άσχημα νέα: «Παρά τις καλύτερες και επανειλημμένες προσπάθειές μας, ο πωλητής, ο πελάτης μου, δεν μπόρεσε να ανακτήσει τις μετοχές».
Δεν είναι σαφές τι ακριβώς σκόπευε να επιτύχει ο Φρεμόν. Οταν έγινε γνωστή η δικαστική υπόθεση, ο δικηγόρος του Πουές αρνήθηκε ότι ο πελάτης του συμμετείχε στη συμφωνία και είπε ότι ο Πουές το είχε μάθει για πρώτη φορά από δημοσιεύματα του Τύπου. Ενας εκπρόσωπος της Euroclear υποστήριξε στον Economist ότι η εταιρεία δεν είχε τη δυνατότητα να «επανεκδίδει» μετοχές και δεν ήταν σίγουρος τι σήμαινε ο όρος. Η βασιλική οικογένεια του Κατάρ αρνήθηκε να σχολιάσει.
Πάντως ο Φρεμόν συνέχισε να υπερασπίζεται τον εαυτό του, αλλά τελικά δεν μπόρεσε να αποφύγει τα δικαστήρια. Στις 7 Ιουλίου εμφανίστηκε ενώπιον των παριζιάνικων δικαστών που διερευνούσαν την τύχη των χαμένων μετοχών. Εδωσε μια εκτενή κατάθεση και απάντησε σε ερωτήσεις κεκλεισμένων των θυρών.
Ομως φαίνεται ότι δεν άντεξε την πίεση και τελικά αυτοκτόνησε στις 23 Ιουλίου, δύο ημέρες μετά τα 67α γενέθλιά του. Οσο για την παρουσία του στο δικαστήριο, μία πηγή υποστήριξε στον Economist ότι ο Φρεμόν παρέμεινε δουλοπρεπής έναντι του Πουές. Μάλιστα ισχυρίστηκε ότι αυτός και ο Πουές είχαν σχέση για περίπου 15 χρόνια μέχρι το 2016. Είπε ότι ήταν ερωτευμένος με τον Πουές: «Θαύμαζα την κομψότητά του, το savoir-vivre του, την πρωτοτυπία του, την αγάπη του για τη φύση».
Στη δική του κατάθεση ο Πουές υποστήριξε οι ισχυρισμοί του Φρεόμόν για τη σχέση τους ήταν «εντελώς ανόητοι… Είναι απλώς ένας τρόπος να σας μπερδέψουν. Το απορρίπτω». Είπε ότι ο Φρεμόν κρατούσε σφιχτό έλεγχο στη ζωή του: έλεγχε τις κινήσεις του, άνοιγε τη θέση του και του απαγόρευε να προσκαλεί συγγενείς στο πάρτι των 75ων γενεθλίων του.
Μετά από δεκαετίες άρνησης, ο Φρεμόν παραδέχτηκε στους δικαστές ότι είχε πουλήσει τις μετοχές του Πουές στην LVMH. Είπε ότι ο Πουές ήταν «απόλυτα ενημερωμένος» και συνάντησε τον Αρνό 14 φορές, μεταξύ άλλων στο διαμέρισμα του Αρνό στο Παρίσι και στο κάστρο του στο Μπορντό. «Ο κ. Πουές ήταν αυτός που πήρε την απόφαση, ο οποίος ήταν ενθουσιώδης και πρόθυμος να προχωρήσει», ισχυρίστηκε ο Φρεμόν, με τον Πουές, όπως είναι φυσικό να το αρνείται κατηγορηματικά.
Πάντως, τονίζει το δημοσίευμα του Economist, παραδέχτηκε ότι είχε συναντήσει τον Αρνό αρκετές φορές και είπε ότι ο Αρνό του είχε δώσει δώρα, συμπεριλαμβανομένης μιας τσάντας ταξιδιού. Ο Αρνό ήταν «φιλικός», πρόσθεσε. «Μου είπε, “Απλώς φωνάξτε με Μπερνάρ”». Αλλά ο Πουές υποστήριξε ότι ποτέ δεν συμφώνησε να πουλήσει τις μετοχές του. «Συχνά, υπέθεσα ότι ο Φρεμόν είχε μιλήσει με τον Αρνό στο παρελθόν και ότι θα έφτανα κάπως ως προσωπικότητα, ως σημαντικό μέλος της οικογένειας Hermès», είπε. Οι έρευνες στο Παρίσι διαπίστωσαν ότι εκατομμύρια μετοχές που ανήκαν στον Πουές πουλήθηκαν το 2008, σε ορισμένες περιπτώσεις για λιγότερο από 100 ευρώ ανά μετοχή.
Φαίνεται ότι ο Φρεμόν διοχέτευσε πάνω από 100 εκατομμύρια ευρώ σε περιουσιακά στοιχεία από τους λογαριασμούς του Πουές, συχνά προς όφελος του εαυτού του και του κύκλου του. Εγγραφα που επικαλούνται οι Παριζιάνοι δικαστές δείχνουν ότι οι μεταφορές 200.000 μετοχών της Hermès και 26,4 εκατομμυρίων ευρώ έγιναν στην Noor Capital, μια εταιρεία επενδύσεων των ΗΑΕ που διαχειρίζεται ένας συνεργάτης του Φρεμόν. Αλλα 25,8 εκατομμύρια ευρώ από τα χρήματα του Πουές τοποθετήθηκαν στην Hydroma, μια καναδική εταιρεία με έργα υδρογόνου στο Μάλι – σε μια σειρά μικρών αγορών, που πραγματοποιήθηκαν σε γρήγορη διαδοχή σε αυξανόμενες τιμές, τις οποίες ένας δικαστής χαρακτήρισε «αρκετά ασυνήθιστες».
Ο Φρεμόν άνοιξε επίσης διάφορους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς με τον Πουές, καταθέτοντας 35,8 εκατομμύρια ευρώ σε μια ιδιωτική ελβετική τράπεζα. Ο Φρεμόν είπε ότι αυτά τα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν για τη χρηματοδότηση των ταξιδιών του ζευγαριού και των «κοινών έργων», ενώ ο Πουές είπε ότι δεν γνώριζε κανέναν κοινό λογαριασμό.
Ενώ οι δικαστές προχωρούν, άλλοι προσπαθούν να αρπάξουν ό,τι έχει απομείνει από την περιουσία του Φρεμόν, το μέγεθος της οποίας είναι δύσκολο να εκτιμηθεί. Μέρος της περιουσίας του έχει καταχωρηθεί στη σύζυγο και τις κόρες του. Τα ελβετικά δικαστήρια έχουν παγώσει τους τραπεζικούς του λογαριασμούς, έχουν απαγορεύσει την πώληση ορισμένων έργων τέχνης και αντικών.
Μεταξύ αυτών που αγωνίζονται για τα περιουσιακά του στοιχεία είναι ο Πουές. Παρά το σκάνδαλο, η οικογένεια του Φρεμόν.
Ο Πουές, κάποτε ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο, φαίνεται τώρα να είναι σε χειρότερη θέση από τον φροντιστή του. Σύμφωνα με έγγραφα που εξέτασαν οι δικαστές, ο 82χρονος είναι άφραγκος. Δεν κατέχει καν το σπίτι στις ελβετικές Αλπεις. Δήλωσε στην L’Express ότι «περικυκλώθηκε και υποστηρίχθηκε» από τους Μπουτράκ και Πινέρο. Μέλη της οικογένειας Ερμές του δίνουν ελεημοσύνες. «Βρίσκομαι σε απελπιστική κατάσταση», είπε ο Πουές στην κατάθεσή του. «Δεν έχω πλέον οικονομικά μέσα και ξέρω ότι πολλοί έχουν πλουτίσει εις βάρος μου
