| InTime News / ΤΖΑΜΑΡΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ
Επικαιρότητα

Βενιζέλος για Ντογιάκο: Eχω την ελπίδα ότι θα επανεξετάσει τη γνωμοδότηση

Ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ και πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ σχολιάζει τη γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για την ΑΔΑΕ
Ελευθερία Κόλλια

Σε επανεξέταση της γνωμοδότησής του, που τόσο θόρυβο έχει προκαλέσει, για το ζήτημα της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ), προτρέπει τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρο Ντογιάκο, ο Ευάγγελος Βενιζέλος, προτάσσοντας τις ιδιότητες του καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, του γενικού εισηγητή της Αναθεώρησης του Συντάγματος του 2001 καθώς και του πρώην εισηγητή της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την εκτέλεση των αποφάσεων του ΕΔΔΑ.

Σε άρθρο του στον ιστότοπο επιστημονικού ενδιαφέροντος constitutionalism.gr – Ομιλος Αριστόβουλος Μάνεσης, υπό τον τίτλο «Η σχέση εισαγγελικών Αρχών και ανεξάρτητων Αρχών – Σεβασμός ή παραβίαση των εγγυήσεων του κράτους δικαίου», ο κ. Βενιζέλος στέκεται «απέναντι» στη γνωμοδότηση του ανώτατου εισαγγελέα, καταρρίπτοντας και τις τέσσερις βασικές της συνιστώσες.

«Εχω την ελπίδα ότι ένας ευφυής, έμπειρος και εγκρατής νομικός με τη διαδρομή και την ικανότητα αντίστασης στις προσβολές της εσωτερικής ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης που διαθέτει ο σημερινός Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, θα βρει τη βούληση και το θάρρος να επανεξετάσει τη γνωμοδότηση. Προσωπικά θα ήμουν πολύ ικανοποιημένος αν διάβαζα ή άκουγα επιχειρήματα που αποδεικνύουν ότι δεν κατανοήθηκε ορθά η γνωμοδότηση», τονίζει μεταξύ άλλων ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης.

Θίγοντας καταρχάς τα όρια της γνωμοδοτικής αρμοδιότητας του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο κ. Βενιζέλος σημειώνει ότι ο Εισαγγελέας γνωμοδοτεί, απαντώντας σε ερωτήματα κατώτερων εισαγγελέων, υπουργών, κρατικών Αρχών και υπηρεσιών, της ΕΛ.ΑΣ. κ.ο.κ.. Πάντως όχι εταιριών υπαγομένων στον έλεγχο Ανεξάρτητων Αρχών.

Αναλυτικότερα: «(…) Ο Εισαγγελέας δεν γνωμοδοτεί επί υποθέσεων, επί των οποίων επιλήφθηκαν ήδη ή πρόκειται να επιληφθούν οι αρμόδιες δικαστικές Αρχές ή επί θεμάτων που απασχόλησαν ή πρόκειται να απασχολήσουν τα δικαστήρια ή τα δικαστικά συμβούλια, προς αποφυγή επηρεασμού της κρίσης τους, ενόψει και των προβλεπομένων ενδίκων μέσων και βοηθημάτων. (…) Πάγια επίσης θέση του Εισαγγελέα του ΑΠ ως θεσμού είναι ότι δεν γνωμοδοτεί επί ερωτημάτων που θέτουν ιδιώτες (όπως ο ΟΤΕ – Ομιλος εταιρειών) και μάλιστα διάδικοι ή εν δυνάμει διάδικοι ή με οποιονδήποτε τρόπο εμπλεκόμενοι σε συναφή δικαστική διαδικασία στο πεδίο όλων των δικαιοδοτικών κλάδων».

Αίσθηση προκαλεί το σχόλιο Βενιζέλου για την αντίληψη που απηχεί η γνωμοδότηση ως προς τη θεσμική υπόσταση των προβλεπόμενων στο Σύνταγμα πέντε Ανεξάρτητων Αρχών και ιδίως της ΑΔΑΕ, αφού εκεί εντοπίζει και τη μήτρα του προβλήματος.

«Οι Ανεξάρτητες Αρχές δεν εξαρτώνται από τις διακυμάνσεις και τις συγκυριακές επιλογές του κοινού νομοθέτη. Αυτό είναι το νόημα και η κανονιστική εισφορά της συνταγματικής κατοχύρωσής τους. Το ίδιο ισχύει και για τις προβλεπόμενες στο Δίκαιο της ΕΕ αρχές, συνήθως ρυθμιστικές όπως η ΕΕΤΤ και η ΡΑΕ , τις οποίες ο εθνικός νομοθέτης δεν μπορεί να ευνουχίσει ή να απογυμνώσει από τις αρμοδιότητές τους. Κατά μείζονα λόγο, αρχές όπως η ΑΔΑΕ και η ΑΠΔΠΧ που είναι κατοχυρωμένες και κατά το Σύνταγμα και κατά το Δίκαιο της ΕΕ, έχουν την πολυεπίπεδη προστασία που τους προσφέρει το “επαυξημένο Σύνταγμα”», αναφέρει χαρακτηριστικά.

«(…) Η Γνωμοδότηση σφάλλει όταν θεωρεί ότι ο κοινός νομοθέτης μπορεί να αφαιρέσει ουσιώδεις ελεγκτικές αρμοδιότητες από την Ανεξάρτητη Αρχή ή πολύ περισσότερο να της απαγορεύσει και μάλιστα με απειλή ποινικών κυρώσεων να ασκεί τη συνταγματική αρμοδιότητά της περιβάλλοντας ως αποτελεσματική θεσμική εγγύηση το “απολύτως” απαραβίαστο δικαίωμα στο απόρρητο των επικοινωνιών».

Ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ δεν διστάζει να γίνει οξύς, όταν αναφέρεται στη σχέση εισαγγελικών Αρχών και ανεξάρτητων Αρχών. «(….) Στην προκειμένη όμως περίπτωση της Γνωμοδότησης 1/2023 το ζητούμενο δεν είναι να ασκηθεί ο έλεγχος επί της ΕΥΠ και των τηλεπικοινωνιακών παρόχων από την εισαγγελική Αρχή στο πλαίσιο ποινικής προδικασίας που ως δικαστική αρμοδιότητα προτάσσεται αυτής της ΑΔΑΕ, αλλά να μη ασκηθεί κανένας απολύτως έλεγχος!».

Με αφορμή τον πρόσφατο σχετικό νόμο, υπογραμμίζει δε: «Τίθεται επιπλέον το ερώτημα, οι εισαγγελικές και ανακριτικές Αρχές τι πλάτους και βάθους έλεγχο μπορούν να ασκήσουν επί της ΕΥΠ και των τηλεπικοινωνιακών παρόχων αν κάποιος θεωρεί ότι παρακολουθείται παρανόμως και αντί να απευθυνθεί στην ΑΔΑΕ, απευθύνεται με έγκληση στον εισαγγελέα; Θα διενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση και με ποιον πρακτικά τρόπο; Ο εισαγγελέας θα διενεργήσει έλεγχο στον πάροχο, θα ερευνήσει την τήρηση των προϋποθέσεων νόμιμης άρσης του απορρήτου, θα ελέγξει το ενδεχόμενο να έχουν τελεστεί ή να τελούνται όλα τα συναφή εγκλήματα που τυποποιεί ο ΠΚ και η ειδική νομοθεσία με τελευταίο το ν. 5002/2022; Ή μήπως ο εισαγγελέας θα θέσει σε οιονεί καθεστώς αναστολής τη δικογραφία λέγοντας ότι πρέπει να περιμένει τρία χρόνια χωρίς μάλιστα να γνωρίζει ποια είναι η αφετηρία της τριετίας;».

«Και τώρα;», διερωτάται ο κ. Βενιζέλος. «Το absurdum είναι προφανές. Δικονομικά γίνεται ακόμη πιο καφκικό, αν υποθέσουμε ότι η ΑΔΑΕ ασκεί την εκ του Συντάγματος αρμοδιότητάς της χωρίς προφανώς να ενημερώνει κανένα παρακολουθούμενο αλλά τη Βουλή και την εισαγγελική αρχή σε περίπτωση διαπίστωσης εγκλήματος. Στην περίπτωση αυτή η εμφατική υπόμνηση των εγκλημάτων που μπορεί να τελέσουν τα μέλη της ΑΔΑΕ με την οποία κορυφώνεται η γνωμοδότηση, τι θα απογίνει; Θα ασκηθούν διώξεις κατά του προέδρου και των μελών της ΑΔΑΕ; Αυτή θα ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα διεθνώς ποινική προδικασία και δίκη στην οποία θα συμπυκνωθεί όλη η συζήτηση για το ευρωπαϊκό κράτος δικαίου και τη φιλελεύθερη δημοκρατία».